Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:18:39 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 15
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Η Σχεσιακή Ομαδική Εποπτεία ως Πεδίο Ρήξης και Επανόρθωσης: Τραύμα, Πλαίσιο και Αναστοχασμός Η ομαδική εποπτεία στην σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν δυναμικό χώρο αναστοχασμού, στον οποίο αναδύονται προσωπικά και διαπροσωπικά τραύματα, ρήξεις στη θεραπευτική σχέση αλλά και δυνατότητες επανόρθωσης. Ο εποπτικός χώρος λειτουργεί ταυτόχρονα ως καθρέφτης και ως πεδίο ενσώματης, σχεσιακής επανεκδραμάτισης, όπου η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση προσλαμβάνονται όχι απλώς ως ενδείξεις αλλά ως εργαλεία συν-νόησης της θεραπευτικής εμπλοκής. Η σχεσιακή στάση διαφοροποιείται από την ουδετερότητα της κλασικής ψυχανάλυσης, τονίζοντας τη σημασία της ενεργούς συμμετοχής του θεραπευτή στη διεργασία νοηματοδότησης και μετασχηματισμού. Η κατανόηση του θεραπευόμενου προκύπτει μέσα από την αξιοποίηση των συναισθημάτων και των αντιμεταβιβάσεων του εποπτευόμενου. Ο θεραπευτής ναρκισσιστικά οχυρωμένος πίσω από την ασφάλεια του θεραπευτικού συμβολαίου και πλαισίου, ανακαλύπτει τα τυφλά αντιμεταβιβαστικά του σημεία όπου η εποπτική ομάδα «ως όλον» καθρεφτίζει στην μετά-ανάλυση της επικοινωνίας του με τον θεραπευόμενο. Επιπλέον, το εποπτικό γκρουπ δύναται να αναβιώσει τα τραύματα που διαπραγματεύεται η θεραπεία, αναδεικνύοντας όμως ένα νέο επανορθωτικό παράδειγμα, αυτή τη φορά σε έναν χώρο διαθέσιμο για εμπερίεξη, όχι μόνο του θεραπευόμενου αλλά και του θεραπευτή που μπορεί να αναβιώνει δικές του τραυματικές εμπειρίες καθώς βάλλεται από ισχυρές προβλητικές ταυτίσεις. Η εποπτεία, επομένως, καλείται να αποκαταστήσει τη διαθεσιμότητα του ψυχικού χώρου του θεραπευτή. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία αναδεικνύεται όχι μόνο ως αναστοχαστική πρακτική, αλλά ως μια ανοιχτή, βιωματική διεργασία, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ εποπτευόμενου, ομάδας και εποπτών γίνεται ο φορέας ψυχικής μεταβολής. Η διαθεσιμότητα του θεραπευτή δεν θεωρείται δεδομένη αλλά, καλλιεργείται μέσα από την επώδυνη και αναγεννητική συνάντηση με τον Άλλον, εντός και εκτός θεραπευτικής σχέσης. Μέσα από κλινικά παραδείγματα παρουσιάζονται περιπτώσεις όπου το εποπτικό πεδίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θεραπεία. Λειτουργεί ως χώρος ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της θεραπευτικής σχέσης, την πρόοδο της διαδικασίας και την ενίσχυση της αναστοχαστικής ικανότητας του θεραπευτή. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Από την Ναρκισσιστική Οχύρωση στην Ρήξη και Επιδιόρθωση: Η Ομαδική Εποπτεία ως Αναστοχαστικός Τόπος Στην παρούσα εργασία διερευνάται πώς το εποπτικό γκρουπ και οι αναδυόμενες ρήξεις και επανoρθώσεις συμβάλλουν στην αναστοχαστική ικανότητα του θεραπευτή στο πλαίσιο της ομαδικής εποπτείας. Η εποπτεία, όπως εφαρμόζεται στα Ψυχαναλυτικά Ινστιτούτα, αποτελεί μια διαδικασία μάθησης και αναγνώρισης των αντιστάσεων του θεραπευτή. Είναι, επίσης, ένας χώρος όπου, μέσα από την πολλαπλότητα των αντανακλάσεων των μελών του εποπτικού γκρουπ, επανεξετάζεται το ψυχικό “δοχείο” του θεραπευτή, δηλαδή η ικανότητά του να υποδέχεται και να μεταβολίζει το υλικό του θεραπευόμενου. Τα θεωρητικά μοντέλα δομημένης ομαδικής εποπτείας των Wilbur, Borders και McAuliffe δίνουν έμφαση στην αναλυτική παρουσίαση περιστατικών και στον σχεδιασμό θεραπευτικού πλάνου. Αντίθετα, η ομαδική εποπτεία βασισμένη στην σχεσιακή ψυχαναλυτική θεώρηση , με επιρροές από αναλυτικά και βιωματικά μοντέλα, επικεντρώνεται στην κατανόηση του θεραπευόμενου, μέσα από την αξιοποίηση των αντιμεταβιβάσεων και των συναισθημάτων του εποπτευόμενου, των μελών του γκρουπ και της “ομάδας ως όλον”. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία, βασισμένη στις θεωρίες του Winnicott, του Bion και των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, γίνεται πεδίο όπου ο θεραπευτής, ο επόπτης και οι συνεποπτευόμενοι συν-δημιουργούν έναν "αναλυτικό τρίτο", έναν χώρο συνάντησης και αντανάκλασης της σχέσης θεραπευτή-θεραπευόμενου. Μέσα από αυτήν τη πολύ-υποκειμενική μήτρα διαμορφώνεται ένας πολυπρισματικός τρόπος θέασης της θεραπευτικής εμπλοκής. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μία βινιέτα ομαδικής εποπτείας, όπου ο έμπειρος θεραπευτής ναρκισσιστικά οχυρωμένος πίσω από την ασφάλεια του θεραπευτικού συμβολαίου και πλαισίου, ανακαλύπτει τα τυφλά αντιμεταβιβαστικά του σημεία που η «ομάδα ως όλον» καθρεφτίζει στην μετά-ανάλυση της επικοινωνίας του με τον θεραπευόμενο. Αναστοχαζόμενος τα δικά του εσωτερικευμένα αντικείμενα έρχεται σε ρήξη με αυτά. Εικόνες, φαντασιώσεις και συναισθήματα που αναδύονται στην εποπτική ομάδα, μαζί με την εμπερίεξη του θεραπευτή από τη δυάδα γκρουπ–επόπτρια/μητέρα, συγκροτούν μια ψυχική μήτρα. Μέσα σε αυτήν φιλοξενείται ο ασφαλής χώρος, στον οποίο ο θεραπευτής μπορεί να επιτύχει την επανόρθωση της εσωτερικευμένης αναπαράστασης της σχέσης του με τον θεραπευόμενο. Όταν η Εποπτική Ομάδα Αντηχεί τον Μη Εμπεριεκτικό Γονέα: Πρώιμα Τραύματα και Συλλογικό Ηolding στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ομαδική Εποπτεία ως Αναστοχαστικός Τόπος Η εποπτική ομάδα, ως μικρογραφία της θεραπευτικής σχέσης και ως πεδίο έντονων μεταβιβαστικών κινήσεων, συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης εκείνων των εσωτερικευμένων σχέσεων που παραμένουν σιωπηλές, αλλά ενεργές εντός της δυναμικής του θεραπευτικού δεσμού. Από τη σκοπιά της σχεσιακής ψυχαναλυτικής σκέψης, η εποπτική ομάδα δεν αποτελεί απλώς τεχνικό υποστήριγμα, αλλά χώρο όπου οι ασυνείδητες δυναμικές του θεραπευτή ενεργοποιούνται μέσα από τη σχέση με την ομάδα και τον επόπτη. Ο θεραπευτής δεν προσέρχεται μόνος στην εποπτεία· φέρνει μαζί του εσωτερικευμένα αντικείμενα και φωνές από το δικό του παρελθόν και από το ψυχικό υλικό των θεραπευόμενων του. Η παρούσα εργασία εστιάζει στην εποπτική διεργασία ως πεδίο ενσώματης αναβίωσης και επανεγγραφής πρώιμων τραυματικών εμπειριών του θεραπευτή ή εποπτευόμενου. Τέτοιες συνθήκες αναδύονται μέσα από φαινόμενα προβλητικής ταύτισης, τα οποία, όταν ιδωθούν όχι ως “παρεκκλίσεις” αλλά ως αναπαραστάσεις γονεϊκών αντικειμένων, μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες ευκαιρίες για βαθύ αναστοχασμό. Μέσα από την περίπτωση της θεραπεύτριας Άννας, εξετάζεται πώς μια μη διαθέσιμη και αποστασιοποιημένη στάση του επόπτη μπορεί να αγγίξει ένα τραυματικό αποτύπωμα, εκείνο ενός μη εμπεριεκτικού γονέα, που ενυπάρχει στην ιστορία του θεραπευόμενου. Αυτό μεταδίδει σημαντικές πληροφορίες για την εσωτερικευμένη γονεϊκή απουσία και ενεργοποιεί ταυτίσεις με τη μητρική αποστροφή. Παράλληλα, η εποπτική ομάδα μετατρέπεται σε ένα ψυχικό «δοχείο» άμορφων και έντονων συναισθηματικών φορτίων που φιλοξενεί τη ρήξη και εργάζεται μέσα από την επανόρθωση. Το εποπτικό πλαίσιο μετατρέπεται έτσι σε ψυχικό τόπο συλλογικής ρύθμισης, εμπεριεκτικότητας και δημιουργίας νοήματος, προσφέροντας στην ομάδα τη λειτουργία ενός “αρκετά καλού γονέα”. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική ομαδική εποπτεία λειτουργεί ως ενδιάμεσος, συν διαμορφούμενος χώρος κατανόησης και επεξεργασίας του τραύματος. Μέσα σε αυτόν, ο θεραπευτής αναπτύσσει την ικανότητά του για αναστοχαστική και δημιουργική παρουσία, ενώ ενισχύει την επαγρύπνησή του απέναντι στις ασυνείδητες διεργασίες που διαμορφώνουν και συντηρούν τη διαλεκτική σχέση με τον ασθενή. Μεταβιβαστικά και Αντιμεταβιβαστικά Τοπία: Ο Αναστοχασμός ως Κοινός Τόπος Θεραπείας και Εποπτείας Η παρούσα εργασία εξετάζει τις μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές δυναμικές που αναδύονται μέσα από τη μελέτη μιας κλινικής περίπτωσης, στο πλαίσιο της σχεσιακής ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον αναστοχασμό, ως εργαλείο κατανόησης τόσο της θεραπευτικής σχέσης όσο και της εποπτικής διαδικασίας. Η Ελπίδα, μια γυναίκα διχασμένη ανάμεσα σε έναν παιδικό και έναν ενήλικο εαυτό, προσέρχεται στη θεραπεία ζητώντας να κατανοήσει τις δυσκολίες που σχετίζονται με τη συναισθηματική της αυτονόμηση και την ικανότητά της να συνάπτει ουσιαστικές σχέσεις. Καθώς προχωρά η θεραπευτική διαδικασία, περιγράφει το βίωμα μιας βαθιάς κοινωνικής ευαλωτότητας και ασυνέχειας στον τρόπο που νιώθει τον εαυτό της. Αναδύεται επίσης μια παιδικότητα που ζητά φροντίδα, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί αμηχανία και ταυτοτική ασάφεια. Οι μεταβιβάσεις και αντιμεταβιβάσεις που αναδύονται προσεγγίζονται ως βασικό εργαλείο κατανόησης της διαδικασίας. Το κλινικό υλικό προσεγγίζεται μέσα από τη θεωρία του Steven Mitchell, ο οποίος τονίζει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο αμοιβαίας εμπλοκής και συνδιαμόρφωσης της υποκειμενικότητας. Απομακρύνεται από τη μονόπλευρη ερμηνεία της μεταβίβασης ως αναπαράστασης παρελθόντος, και την κατανοεί ως αποτέλεσμα αλληλεπιδραστικών και παροντικών διεργασιών. Η θεραπεύτρια είναι ενεργά εμπλεκόμενη στη θεραπευτική εμπειρία, σε αντίθεση με την ουδέτερη και αποστασιοποιημένη στάση της κλασικής ψυχανάλυσης. Η ομαδική εποπτεία λειτουργεί ως πολλαπλός καθρέφτης για τον αναστοχασμό, φωτίζοντας τη σημασία της αβεβαιότητας και της ενσώματης συμμετοχής του θεραπευτή, σύμφωνα με τον Thomas Ogden. Παράλληλα, όπως αναφέρει ο Bromberg, αναδύονται απρόσμενες όψεις του εαυτού μέσα από τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Η εργασία αυτή επιχειρεί να αναδείξει την πολυπλοκότητα της θεραπευτικής εμπειρίας, εστιάζοντας στη δυναμική της σχέσης και στη σημασία του αναστοχασμού ως εργαλείου κατανόησης και μετασχηματισμού. Παραβίαση Πλαισίου και Τραύμα: Η Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Εποπτεία ως Διέξοδος Αναστοχαστικής Επεξεργασίας Η ικανότητα του θεραπευτή για αναστοχασμό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία απέναντι στις προκλήσεις της θεραπευτικής διαδικασίας. Η καθαρή σκέψη και η διαθεσιμότητα ψυχικού χώρου είναι προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, ιδιαίτερα όταν οι ρόλοι και οι συνθήκες μεταβάλλονται καθώς η σχέση εμβαθύνει, οδηγώντας θεραπευτή και θεραπευόμενο σε ανεξερεύνητα ψυχικά τοπία. Αναπόφευκτα, η προσωπική ιστορία του θεραπευόμενου θα επαναληφθεί εντός θεραπευτικού πλαισίου· παραβιάσεις ορίων και αναβιώσεις τραύματος εμφανίζονται σε μορφές που συχνά παραμένουν ασαφείς ή συγκεχυμένες για τον θεραπευτή. Σε αυτές τις στιγμές, καλείται να εμπεριέξει και να μεταβολίσει το ψυχικό υλικό διατηρώντας μία στοχαστική, αλλά όχι αποστασιοποιημένη, ουδετερότητα. Κεντρικό στοιχείο της σχεσιακής ψυχανάλυσης είναι η δυνατότητα του θεραπευτή να παραμένει ταυτόχρονα σε επαφή με τον εαυτό του και διαθέσιμος ως σχεσιακό υποκείμενο για τον θεραπευόμενο. Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Πώς μπορεί ο θεραπευτής να διατηρήσει την επαφή με τη δημιουργικότητά του, απέναντι στις ασυνείδητες επιθέσεις, σε προβολές και αντιστάσεις που ενεργοποιούνται στη θεραπευτική σχέση; Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία προσφέρει μια κρίσιμη διέξοδο. Είτε πραγματοποιείται ατομικά είτε σε πλαίσιο ομάδας, λειτουργεί ως βιωματικός, συμμετοχικός και ενσυναισθητικός χώρος, με στόχο τη βαθύτερη κατανόηση της υποκειμενικής εμπειρίας του θεραπευτή. Σε αντίθεση με παραδοσιακά μοντέλα, η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία δεν αντιλαμβάνεται τη σχέση εποπτευόμενου-επόπτη ως μονόδρομη, αλλά ως πεδίο αμοιβαίας επεξεργασίας και αυθεντικής συνάντησης. Η εποπτεία έτσι λειτουργεί ως ένα «δεύτερο θεραπευτικό πλαίσιο», μέσα στο οποίο ο θεραπευτής έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τις συναισθηματικές αντιδράσεις, να αποκαταστήσει νόημα σε εμπειρίες παραβίασης, ασάφειας ή ψυχικής ασυνέχειας, και να ενισχυθεί ως υποκείμενο-σε-σχέση. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, ο εποπτευόμενος διαμορφώνει σταδιακά έναν αυθεντικό τρόπο να ασκεί τον θεραπευτικό του ρόλο, μαθαίνει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται την ευαλωτότητά του, και ενδυναμώνει τη δυνατότητα αναστοχασμού. Καθώς αυξάνεται η ψυχική ανθεκτικότητα, ενισχύεται και η διαθεσιμότητά του να σχετίζεται δημιουργικά και υπεύθυνα με τους θεραπευόμενους. | ||

