Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:16:49 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 14
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Αναστοχαστικότητα στη Θεραπευτική Διαδρομή: Από την Ενσυναίσθηση στη Συγκρότηση της Ταυτότητας Η αναστοχαστικότητα στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί μόνο τεχνικό εργαλείο, αλλά και μια βιωματική στάση που διαμορφώνει τον τρόπο ύπαρξης του θεραπευτή εντός θεραπευτικού πεδίου. Σκοπός του παρόντος πάνελ είναι να προσεγγίσει την αναστοχαστικότητα μέσα από τέσσερις διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες σχεσιακές ψυχαναλυτικές παραμέτρους, τη ζωντανή συσχέτιση στο εδώ και τώρα, μέσω της ευαλωτότητας, την αντίσταση, τον θεσμικό χώρο ως μήτρα ταυτότητας, και το ασυνείδητο reverie. Οι εργασίες αποτελούνται πιο συγκεκριμένα από κλινικά παραδείγματα και σχετική βιβλιογραφική τεκμηρίωση όσων πραγματεύονται. Ξεκινώντας, η πρώτη εργασία εστιάζει στην έννοια του reverie, ως μια ασυνείδητη και ενσώματη μορφή «ακρόασης» που υπερβαίνει τον λόγο, μετατρέπεται σε μια εσωτερική ανταπόκριση και επιτρέπει στη θεραπεύτρια να παραμένει στην αβεβαιότητα. Αυτή η εμπειρία μεταφέρει ίχνη του ασυνειδήτου του θεραπευόμενου, ενισχύει τη θεραπευτική σχέση και αναδεικνύεται ως εργαλείο κατανόησης και δημιουργικού αναστοχασμού. Η δεύτερη εργασία διερευνά τη διάκριση μεταξύ αμοιβαιότητας και ταύτισης μεταξύ θεραπευτή-θεραπευόμενου και τις αμυντικές στάσεις νέων θεραπευτών απέναντι στην ευαλωτότητά τους. Μέσα από κλινικά παραδείγματα αναδεικνύονται τρόποι που η ευαλωτότητα μπορεί να λειτουργήσει επιδιορθωτικά, ενισχύοντας την αμοιβαιότητα αντί της ταύτισης και συμβάλλοντας στην υπέρβαση θεραπευτικών αδιεξόδων. Η τρίτη εργασία εξετάζει τη σημασία του «ανήκειν» σε έναν θεσμό, όταν οι πρώτες θεραπευτικές εμπειρίες της θεραπεύτριας συναντούν την αρνητική μεταβίβαση. Υπογραμμίζονται οι προκλήσεις που αναδύονται στη θεραπευτική δυάδα όταν απαρτίζεται από δύο θεραπευτές, έναν έμπειρο θεραπευτή στη θέση του θεραπευόμενου και μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια. Αναδεικνύεται ο εκπαιδευτικός θεσμός ως ασφαλές πεδίο αναστοχασμού, ζύμωσης και συγκρότησης θεραπευτικής ταυτότητας. Η τέταρτη εργασία αναδεικνύει τη σημασία του αναστοχασμού μέσα από τη βιωμένη εμπειρία των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που έχουν καθίσει τόσο στην καρέκλα του θεραπευόμενου όσο και του θεραπευτή. Η διπλή αυτή θέση συμβάλλει στη διαμόρφωση της κλινικής ταυτότητας και ενισχύει τη θεραπευτική λειτουργία. Συνολικά, το πάνελ αναδεικνύει την αναστοχαστικότητα ως διαρκή, ζωντανή πράξη συνάντησης, με τον θεραπευόμενο, με τον εαυτό, με τον θεσμό και το ασυνείδητο. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Ονειρικές Εικόνες και Σιωπηλές Συνδέσεις: Η Reverie ως Αναστοχαστικό Βίωμα στη Θεραπευτική Πράξη Η reverie, κατά Bion, συνιστά μια ψυχική λειτουργία πρόσληψης και μετατροπής του άρρητου ψυχικού υλικού. Δεν περιορίζεται σε τεχνικές παρατήρησης ή γνωστικές επεξεργασίες, αλλά συγκροτεί μια μορφή ενσώματης, προλεκτικής ακρόασης, όπου ο ψυχισμός της θεραπεύτριας γίνεται αγωγός του ασυνείδητου του θεραπευόμενου και της ενδιάμεσης συνθετικής ψυχικής μήτρας. Ως μεταβατικός χώρος, η reverie εκφράζεται μέσω αταξινόμητων αισθήσεων, εσωτερικών εικόνων χωρίς εμφανή αιτιακή συνοχή, ασώματων σκέψεων ή σωματοποιημένων εντυπώσεων, οι οποίες δεν ανήκουν στην ψυχοδυναμική κατάσταση της θεραπεύτριας, αλλά ενοικούν στο διυποκειμενικό θεραπευτικό πεδίο ως φορείς ασυνείδητης μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης. Η αναστοχαστικότητα επανανοηματοδοτείται όχι ως διαδικασία εννοιολόγησης του βιώματος, αλλά ως ικανότητα παραμονής στον ενδιάμεσο ψυχικό χώρο, όπου κυριαρχεί η ασάφεια, η αμφισημία και η απουσία νοήματος. Είναι η ψυχική δυνατότητα της θεραπεύτριας να ενσαρκώσει την παρουσία εντός του κενού, να συνυπάρξει με το μη-γνώριμο, χωρίς να επισπεύσει ερμηνείες. Η ενδοψυχική αυτή ονειρική κατάσταση, που μπορεί να παραπέμπει σε δευτερογενή επεξεργασία ή φαντασίωση, φέρει ενδοψυχικά ίχνη του θεραπευόμενου αλλά και αποτυπώματα της θεραπευτικής συνδημιουργίας. Η reverie λειτουργεί ως ενδιάμεσος σχηματισμός (intermediate formation), ένα ψυχικό παράγωγο του πεδίου, μέσα από το οποίο ενεργοποιείται το δυναμικό για ψυχική κατανόηση και εμβάθυνση στη θεραπευτική σχέση. Όταν η θεραπεύτρια επιτρέψει στον εαυτό της να κινηθεί εντός αυτού του πεδίου, η reverie μεταμορφώνεται σε εργαλείο ασυνείδητης επαφής, φωτίζοντας τις σκιές της θεραπευτικής διαδικασίας. Μέσα από κλινικές αναφορές, σκοπός είναι να καταδειχθεί πώς οι αφανείς αυτές εμπειρίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ερμηνευτικοί μίτοι στον λαβύρινθο της ψυχικής διεργασίας, αναδεικνύοντας αθέατες διαστάσεις της ενδοψυχικής κατάστασης και της σχεσιακής λειτουργίας. Προτείνεται μια νέα νοηματοδότηση της reverie, όχι ως αξιολογικό αναστοχασμό της συνεδρίας, αλλά ως ενσώματη, δημιουργική ψυχική λειτουργία, ικανή να διαμορφώσει γέφυρες μεταξύ της ασυνείδητης εγγραφής και της συνειδητής ενσυναίσθησης. Ένα εργαλείο κατανόησης που δεν στοχεύει στη απόδοση νοήματος, αλλά στη δυναμική χαρτογράφηση του άδηλου ψυχικού τοπίου. «Αν είσαι τέλειος θα νιώθω πάντα λίγος»: Η Ευαλωτότητα του Θεραπευτή και η Αμοιβαιότητα ως Διέξοδος από το Θεραπευτικό Αδιέξοδο Στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία η έννοια της αμοιβαιότητας εντός της θεραπευτικής δυάδας είναι αντίρροπη από αυτήν της ταύτισης. Ενώ η αμοιβαιότητα αφορά στην συμμετρική αναγνώριση του άλλου ως ξεχωριστή και αυτόνομη οντότητα εντός θεραπευτικού δωματίου, η έννοια της ταύτισης παραπέμπει στην εξάλειψη των ατομικών διαφορών, δημιουργώντας τάσεις συγχώνευσης στην θεραπευτική σχέση. Ένα συχνό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι νέοι θεραπευτές είναι η δυσκολία διαχωρισμού ανάμεσα στην ταύτιση και την αμοιβαιότητα που συχνά οδηγεί σε προσφυγή προς την ασφάλεια της αυθεντίας του ρόλου και οδηγεί τη θεραπευτική σχέση σε αδιέξοδο. Όταν η ευαλωτότητα ενός νέου θεραπευτή βιώνεται ως ευθραυστότητα, τότε ο κίνδυνος αφανισμού μέσω της ταύτισης μεγιστοποιείται και η προσφυγή στην αυθεντία του ρόλου γίνεται δελεαστική. Στην προσπάθεια δηλαδή να αποφευχθεί ο συγχωνευτικός κίνδυνος αφανισμού της ατομικότητας του θεραπευτή παρατηρείται η τάση για αντιδραστική ενίσχυση της διαφοράς του: μέσω της απόστασης που προσφέρει η «καρέκλα του θεραπευτή», της υπεροχής που απορρέει από τον ρόλο και της επιδίωξης αψεγάδιαστων παρεμβάσεων. Μέσα από την παρουσίαση κλινικών παραδειγμάτων η παρούσα εργασία θα επιχειρήσει να διαφωτίσει το πως αντί του καταφυγίου της αυθεντίας, η ίδια η ευαλωτότητα του θεραπευτή μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός διεξόδου από το θεραπευτικό αδιέξοδο χωρίς να γίνει ευθραυστότητα. Το πώς δηλαδή εντός ενός αδιέξοδου διπόλου συγχώνευσης και αυθεντίας, η ευαλωτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατική δίοδος για έναν τρίτο χώρο, αυτόν της αμοιβαίας αναγνώρισης ανάμεσα στη δυάδα. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν διλήμματα και δυσκολίες που προκύπτουν γύρω από την αυτοαποκάλυψη της ευαλωτότητας ενός νέου θεραπευτή στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης της θεραπευτικής του ταυτότητας. Όταν ο Θεραπευόμενος Χτυπά και ο Θεσμός Κρατά: Αρνητική Μεταβίβαση και Αναστοχασμός στα Πρώτα Θεραπευτικά Βήματα Η διαμόρφωση θεραπευτικής ταυτότητας δεν ακολουθεί μια γραμμική και σταθερή πορεία, αλλά αποτελεί μια διαδικασία πολυδιάστατη, που απαιτεί συνεχή αναστοχασμό. Τι σημαίνει όμως να συγκροτείται η θεραπευτική ταυτότητα την ίδια στιγμή που διακυβεύεται; Η συνάντηση με την επιθετικότητα και το φθόνο μπορεί να αποβεί τραυματική για μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια που διανύει τις πρώτες θεραπευτικές της διαδρομές. Όταν αυτή η συνάντηση λαμβάνει χώρα μέσα σε έναν θεσμό που μπορεί να εμπεριέξει, να «κρατήσει» και να οριοθετήσει, η εμπειρία της αρνητικής μεταβίβασης δύναται να εξελιχθεί σε ένα πολύτιμο εργαλείο, διευρύνοντας το πεδίο για εποπτικό και θεραπευτικό αναστοχασμό, κατανόηση και εξέλιξη. Παρουσιάζεται η περίπτωση του Νικόλα, ενός θεραπευόμενου σε σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία με μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια, όντας και ο ίδιος θεραπευτής. Συγκεκριμένα, αναλύονται ζητήματα αμφισβήτησης της θεραπεύτριας και ανταγωνισμού στη θεραπευτική δυάδα, ενώ βάσει της θεωρίας του Χαραλαμπίδη, εξετάζεται η παρουσία του φθόνου στη θεραπευτική σχέση και το πώς οι διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις του θεραπευόμενου για τη θεραπεύτρια την ανακινούν ψυχικά. Στο θεραπευτικό δωμάτιο η δυάδα δεν υπάρχει ως «λευκός καμβάς», αλλά φέρει ψυχικά μαζί της την προσωπική ιστορία των μελών που την απαρτίζουν και τις σημαντικές ομάδες στις οποίες κάθε μέλος εντάσσεται. Η εργασία επιχειρεί να αναδείξει το θεσμό, όχι ως ιδανική, αλλά πραγματική κοινότητα που μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικός χώρος συν-διαμόρφωσης του θεραπευτή προσφέροντάς του ένα πλαίσιο αναστοχαστικότητας, για να ανακτά την επιθυμία του για θεραπευτική πρόοδο και εξέλιξη, ακόμη και όταν αυτή δοκιμάζεται σε πολλαπλά επίπεδα. Μπορεί άραγε ένας θεσμός να λειτουργήσει ως μια «περιβάλλουσα μητέρα» που παρέχει στον ειδικευόμενο ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο του επιτρέπει να αναστοχαστεί, να απορρίψει, να αφομοιώσει και τελικά να ζυμώσει τη θεραπευτική του ταυτότητα, χωρίς να αναστέλλει τη δημιουργικότητά του; Από την Καρέκλα της Θεραπευόμενης στην Καρέκλα της Θεραπεύτριας: Αναστοχασμός και Συγκρότηση της Κλινικής Ταυτότητας Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να φωτίσει το πώς η προϋπάρχουσα και ταυτόχρονη εμπειρία ειδικευόμενης ψυχοθεραπεύτριας και ως θεραπευόμενης επαναπροσδιορίζει την κλινική ταυτότητά της. Το πολυετές ταξίδι της συγγραφέως στον κόσμο της ψυχοθεραπείας, ακολουθώντας ποικίλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις ως θεραπευόμενη, οδήγησε τελικά στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία και την Ομαδική Ψυχοθεραπεία κατά IrvinYalom. Κατά τη διαδρομή από την Καρέκλα της Θεραπευόμενης στην Καρέκλα της Θεραπεύτριας, ως παράλληλη διαδικασία, μέσω αναστοχαστικής ανάλυσης και επεξεργασίας, αναδύθηκαν προκλήσεις αλλά κυρίως οφέλη. Η αρχική θέση της Αναλυόμενης και έπειτα η μετάβαση στη θέση της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπεύτριας βοήθησε αλλά και δυσκόλεψε σε διαφορετικούς τομείς. Συγκεκριμένα, στο Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, όπου έχω εκπαιδευτεί, έχει καταστεί σαφής η σπουδαιότητα της προσωπικής θεραπείας και της εποπτείας ενός ψυχοθεραπευτή αλλά και η συμμετοχή σε ομάδες και η επαφή με ομαδικά δυναμικά. Οι πυλώνες δηλαδή της συγκρότησης της κλινικής ταυτότητας ενός θεραπευτή αποτελούνται από το τρίπτυχο Θεραπεία, Εκπαίδευση και Εποπτεία,, το οποίο συμβάλλει ουσιαστικά στη διάκριση των δύο ρόλων, περιορίζοντας τις αρχικές εσωτερικές συγκρούσεις που μπορεί να βιώσει ένας νέος θεραπευτής κατά τους πρώτους μήνες της πρακτικής του άσκησης. Μέσα από σύντομες αναφορές σε κλινικά παραδείγματα από την πρακτική μου άσκηση, έννοιες όπως η εκπραξία (enactment), η αυτοαποκάλυψη, η συνδημιουργία της θεραπευτικής σχέσης, το ασυνείδητο, η μεταβίβαση-αντιμεταβίβαση, η αντίσταση στη θεραπεία, η εξιδανίκευση και η φαντασίωση της παντοδυναμίας του ψυχοθεραπευτή, επανανοηματοδοτούνται αφού βιώνονται και από τις δύο καρέκλες. Η εργασία αυτή ενθαρρύνει τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας για την συνύπαρξη και στις δυο καρέκλες, όπως και τον διαρκή αναστοχασμό, ο οποίος είναι απαραίτητος για την εξελικτική πορεία του επαγγέλματος. Η προϋπάρχουσα και παράλληλη εμπειρία ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας ως θεραπευόμενου, μπορεί να μετασχηματιστεί σε κλινικό πλεονέκτημα, εφόσον πλαισιώνεται από συνεχή εποπτεία και εκπαίδευση, ενισχύοντας έτσι την αυθεντικότητα, την ενσυναίσθηση και την οριοθέτηση. | ||

