Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:16:32 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 10
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Η Ψυχαναλυτική Σκέψη στη Συμβουλευτική Στόχος του συμποσίου είναι να αναδείξει τη δυνατότητα και τον πλούτο της εφαρμογής της ψυχαναλυτικής σκέψης στη συμβουλευτική διαδικασία. Η ψυχαναλυτική παράδοση προσφέρει ένα σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο που εστιάζει κατά κύριο λόγο στις ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες που λειτουργούν (και) κατά τη συμβουλευτική πράξη, στην αναγνώριση πρώιμων ψυχικών αναγκών και αμυνών, και στη σύνδεση παρελθοντικών συγκρούσεων με το «εδώ και τώρα» της συμβουλευτικής/θεραπευτικής εργασίας και την επίλυσή τους. Μέσω αυτού, καθίσταται εφικτή η σε βάθος κατανόηση της δυναμικής της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του/της συμβούλου και του/της/των συμβουλευομένου/ης/ων. Υποστηρίζεται, επομένως, ότι η ψυχαναλυτική οπτική μπορεί να εμπλουτίσει τη συμβουλευτική εργασία οδηγώντας σε γόνιμες και δημιουργικές προεκτάσεις. Όπως φαίνεται από τις εισηγήσεις του συμποσίου, η ψυχαναλυτική οπτική στη συμβουλευτική μπορεί να εφαρμοστεί σε διάφορα πλαίσια και με διαφορετικά ζητούμενα: παραδείγματος χάριν, στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, στη συμβουλευτική γονέων, στην εκπαίδευση και σε ομάδες υποστήριξης επαγγελματιών. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Προβλητική ταύτιση και αντιμεταβίβαση στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους: Επεξεργασία μέσω του «Τρίτου στην ανάλυση» Η ψυχαναλυτική σκέψη προσεγγίζει τη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους ως το πεδίο συνάντησης των ασυνειδήτων, τόσο των συντρόφων όσο και του ίδιου του θεραπευτή, με τον τελευταίο να γίνεται κοινωνός της ασυνείδητης δυναμικής που έχουν αναπτύξει μεταξύ τους οι σύντροφοι και έχει την αφετηρία της στις πρώιμες αντικειμενικότροπες σχέσεις του καθενός. Η εισήγηση διερευνά το ρόλο της προβλητικής ταύτισης και της αντιμεταβίβασης στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, υπό το πρίσμα της θεωρίας του αναλυτικού τρίτου (analytic third). Η προβλητική ταύτιση, ως ασυνείδητος αμυντικός μηχανισμός, έχει κεντρικό ρόλο στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, ιδιαίτερα όπως αυτή εμφανίζεται στο πλαίσιο της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης. Τα ζευγάρια κατά την αλληλεπίδρασή τους ενεργοποιούν μια ασυνείδητη δυναμική, προβάλλοντας όψεις του εαυτού (εσωτερικευμένων σχέσεων) στο/στη σύντροφο και, αναπόφευκτα, στο θεραπευτή. Αυτές οι προβολές προκαλούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, τόσο ανάμεσα στους συντρόφους όσο και στο θεραπευτή, οι οποίες, αν παραμείνουν ασυνείδητες, ενισχύουν παθολογικά μοτίβα συσχέτισης. Βασισμένη στη θεωρία του αναλυτικού τρίτου, η παρουσίαση επιχειρεί να αναδείξει πώς η αντιμεταβίβαση του θεραπευτή μπορεί να αποτελέσει ένα καίριο διαγνωστικό και θεραπευτικό εργαλείο. Αντί να αποφεύγεται η συναισθηματική εμπλοκή, ο θεραπευτής καλείται να περιέξει και να ερμηνεύσει συμβολικά το κοινό διαπροσωπικό πεδίο. Η αναφορά σε δύο μελέτες περίπτωσης θα δείξει πώς τα συναισθήματα που βιώνει ο θεραπευτής, όπως εκνευρισμός, αδυναμία ή πίεση αποκαλύπτουν την ασυνείδητη δυναμική του ζεύγους που συνήθως δημιουργεί και τα προβλήματα στη μεταξύ τους σχέση. Δίνεται έμφαση στη διατήρηση μιας στοχαστικής στάσης που επιτρέπει τη δημιουργία χώρου στον «τρίτο της ανάλυσης», ώστε το ζεύγος να μπορέσει να ανακτήσει και να επεξεργαστεί ασυνείδητα κομμάτια του εαυτού, προωθώντας την αλλαγή, τη σύνδεση, και τη θεραπεία. Η συμβουλευτική γονέων μέσα από το ψυχαναλυτικό πρίσμα της κατανόησης των πρωταρχικών σχέσεων Η συμβουλευτική των γονέων ως μέρος του θεραπευτικού πλαισίου της ψυχοθεραπείας του παιδιού αποτελεί μία ιδιάζουσα ψυχοθεραπευτική εργασία καθώς ο λόγος των γονέων θα αναδυθεί ατομικά σε σχέση με τον εαυτό τους και με τις δικές τους σκέψεις, συναισθήματα, άγχη, αλλά ταυτόχρονα και σχεσιακά, δηλαδή στη σχέση τους με το παιδί τους και στη σχέση τους με τον άλλο γονέα – σύντροφο, συνδυάζοντας πολλαπλές θεραπευτικές ανάγκες. Επομένως, η συμβουλευτική των γονέων μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά στη κατανόηση της ψυχοθεραπευτικής εργασίας που πραγματοποιεί το παιδί, να υποστηρίξει τη γονική λειτουργία και τη σχέση γονέων-παιδιού, να διαφωτίσει την οικογενειακή δυναμική και, όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν προσωπικές ψυχολογικές δυσκολίες, θα βοηθήσει να διαμορφωθεί το αίτημα για δική τους ψυχοθεραπευτική εργασία. Μέσα από το ψυχαναλυτικό πρίσμα η συμβουλευτική των γονέων θα δώσει τη δυνατότητα της εμπερίεξης και της απαρτίωσης όλων αυτών των ρόλων, των λειτουργιών και των αναγκών, καθώς θα συμπεριλάβει τις συνειδητές και τις ασυνείδητες πλευρές της ψυχικής λειτουργίας των μελών της οικογένειας και των μεταξύ τους σχέσεων (συγκρούσεις, επιθυμίες/προσδοκίες και ματαιώσεις, προβολές και φαντασιώσεις ). Όπως αναφέρει και ο Bion, η πρωταρχική σχέση του γονέα με το παιδί έχει αυτόν τον εμπεριέχον και μορφοποιητικό χαρακτήρα-αυτό το χαρακτηριστικό της επεκτείνεται και στη ψυχαναλυτική συμβουλευτική των γονέων. Έτσι η ψυχαναλυτική εργασία με τους γονείς έχει μία περιέχουσα λειτουργία καθώς θα εμπεριέξει τα ψυχικά παράγωγα του παιδιού και θα δώσει ψυχικό νόημα στη συμπεριφορά και στη συναισθηματική κατάσταση του. Ταυτόχρονα έχει μία μορφοποιητική λειτουργία καθώς θα ενισχύσει τη ψυχικοποίηση και τη συμβολοποίηση όσων διαμείβονται μέσα στο παιδί και στο «σχετίζεσθαι» του με τα πρόσωπα που το περιβάλλουν. Μέσω αυτή της περιέχουσας και μορφοποιητικής λειτουργίας που ενεργοποιείται στη συμβουλευτική των γονέων ενισχύεται πολλαπλά και ταυτόχρονα η κατανόηση της ψυχικής λειτουργίας του παιδιού, της σχέσης Ψυχανάλυση και εκπαίδευση: μια «αδύνατη» συνύπαρξη; Ένα εξαιρετικά σημαντικό και πολυσύνθετο ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο μπορούν να συνυπάρξουν το σχολείο και η ψυχανάλυση. Η απάντηση δεν είναι απλή ή μονοσήμαντη, καθώς η ψυχανάλυση και το σχολείο έχουν διαφορετικές αφετηρίες, σκοπούς και «λογικές» λειτουργίας, όμως σε ορισμένες προσεγγίσεις συγκλίνουν, συνεργάζονται ή αλληλοσυμπληρώνονται. Παρά τις διαφορές, η συνάντηση τους είναι αναγκαία και δημιουργική σε πολλές περιπτώσεις. Αρχικά, στην παρουσίαση γίνεται αναφορά σε αυτές τις διαφορές μέσα από μια παράλληλη ιστορική αναδρομή των δύο θεσμών. Στη συνέχεια, δίνεται έμφαση στα σημεία συνάντησης και ιδιαίτερα στην διαπίστωση ότι η σχολική πρακτική έχει πάντοτε ψυχικό υπόβαθρο. Μέσα από σύνθεση ψυχαναλυτικής έρευνας και θεωρίας παρουσιάζονται τα αποτελέσματα και οι πρακτικές εφαρμογές της συνύπαρξης από σχολικούς ψυχολόγους με ψυχαναλυτικό υπόβαθρο, με σκοπό όχι την ανάλυση και θεραπεία των μαθητών, αλλά την καλλιέργεια ενός κλίματος κατανόησης «βάθους» των εσωτερικών συγκρούσεων, αναγκών, αντιστάσεων και επιθυμιών. Συμπερασματικά, συζητείται ο τρόπος που το σχολείο και η ψυχανάλυση μπορούν να επιτευχθεί αυτή η συνάντηση — όχι ως ταυτοσημία των θεσμών, αλλά σε δημιουργική ένταση, καθώς η ψυχανάλυση δεν έρχεται να διορθώσει ή να υποκαταστήσει την παιδαγωγική, αλλά να την εμβαθύνει, να την κάνει πιο ανθρώπινη, πιο ενσυναίσθητη. Συμβουλευτική ομιλήκων εκπαιδευτικών: ομάδες συζήτησης εργασίας με ψυχαναλυτικό προσανατολισμό Οι ομάδες συζήτησης εργασίας (work discussion groups) αντλούν από τον πλούτο της ψυχαναλυτικής θεωρίας και παρέχουν ένα πλαίσιο όπου οι επαγγελματίες έχουν τη δυνατότητα να μοιραστούν τις ανησυχίες, δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στην εργασία τους, υπό το συντονισμό ενός/μίας ψυχαναλυτικού ψυχοθεραπευτή/τριας. Η εστίαση δεν είναι στην επείγουσα εύρεση «έτοιμων» λύσεων, αλλά στην αναγνώριση των συνειδητών και ασυνείδητων συναισθηματικών διεργασιών και συγκρούσεων και στην προαγωγή της αυτοπαρατήρησης και του αναστοχασμού, ώστε οι συμμετέχοντες/ουσες να ενδυναμωθούν στην εύρεση των δικών τους λύσεων. Ομάδες συζήτησης εργασίας με εκπαιδευτικούς έχουν πραγματοποιηθεί σε αρκετές εκπαιδευτικές βαθμίδες με σημαντικά οφέλη, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναμφίβολα, η συμβολή των εκπαιδευμένων ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπευτών/τριών στις ομάδες αυτές είναι πολύτιμη. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να εκπαιδευτεί επαρκής αριθμός ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπευτών/τριών ώστε να να καλύψουν τις ανάγκες όλων των εκπαιδευτικών. Μια λύση θα μπορούσε να περιλαμβάνει την κατάρτιση εκπαιδευτικών ώστε να γίνουν συντονιστές/ίστριες σε τέτοιες ομάδες. Αυτό θα σήμαινε ότι, στη συνέχεια, οι ομάδες συζήτησης εργασίας θα λειτουργούσαν ως «ομάδες ομηλίκων» («peer groups») που θα αποτελούνται αλλά και συντονίζονται από άτομα με αντίστοιχη θέση στο εργασιακό πλαίσιο. Στην εισήγηση συζητείται η εμπειρία από τη λειτουργία ομάδων συζήτησης εργασίας ομηλίκων στο πλαίσιο της προσχολικής εκπαίδευσης που λειτουργούν εδώ και 4 χρόνια στο Συμβουλευτικό Κέντρο Ομηλίκων στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρουσιάζονται τα δεδομένα από τη λειτουργία αυτών των ομάδων καθώς και τίθενται θεωρητικοί και πρακτικοί προβληματισμοί για τη συνέχιση αυτού του πρωτοποριακού θεσμού. | ||

