Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:07:38 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 8
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Γενικός τίτλος: Εφηβεία υπό πίεση: Σωματικές φωνές, γονεϊκές εισβολές και η σχεσιακή ψυχαναλυτική αναζήτηση νοήματος Το παρόν συμπόσιο εστιάζει στη διερεύνηση εφηβικών ψυχικών δυσκολιών που εκφράζονται μέσα από σωματοποίηση, αυτοτραυματισμό και σιγή, σε συνθήκες έντονης και συγχυτικής γονεϊκής εμπλοκής. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική προσέγγιση, η οποία δεν εξαντλείται στη διαχείριση του συμπτώματος, αλλά αναζητά το νόημα του μέσα στη θεραπευτική σχέση, προσφέρει ένα κλινικά και θεωρητικά γόνιμο πλαίσιο για την κατανόηση αυτών των φαινομένων. Στο επίκεντρο τίθεται η σχέση, όχι μόνο ως θεραπευτικό εργαλείο, αλλά ως πεδίο όπου το υποκείμενο αναδύεται, συναντάται και ξαναγράφεται. Οι τρεις εισηγήσεις αφορούν περιστατικά εφήβων, αναδεικνύοντας τη θεραπευτική προσπάθεια συγκρότησης ενός μεταβατικού χώρου, μέσα στον οποίο η σιωπή, η εκδραμάτιση και η απόσυρση νοούνται ως μορφές «σχετίζεσθαι», έστω και ακατέργαστες. Πιο αναλυτικά, παρουσιάζεται η ψυχοθεραπευτική πορεία τριών έφηβων κοριτσιών που επέλεξαν την σιωπή είτε μέσω της απόσυρσης είτε μέσω της σωματοποίησης. Παράλληλα, εξετάζονται οι πολλαπλές επιρροές της γονεϊκής παρουσίας, η οποία ενίοτε διαταράσσει τη θεραπευτική συνθήκη μέσω παρεμβατικότητας, άρνησης αποχωρισμού ή επιβολής ελέγχου. Η θεωρητική ανάγνωση των περιστατικών αξιοποιεί έννοιες της σχεσιακής ψυχανάλυσης, εστιάζοντας όχι μόνο στην παθολογία, αλλά στη μη λεκτική και συναισθηματική επικοινωνία που συγκροτείται εντός της σχέσης. Το σώμα, ως έκφραση του ανείπωτου, συναντά τον ψυχικό χώρο της θεραπευτικής σχέσης, η οποία δύναται να μεταβολίσει τον πόνο και να λειτουργήσει ως νέος τόπος ψυχικής νοηματοδότησης. Στόχος λοιπόν του συμποσίου είναι η ανάδειξη της σημασίας της σταθερής, ανοιχτής και ανεκτικής θεραπευτικής παρουσίας σε ένα περιβάλλον όπου η σχέση είναι ασταθής. Τίθενται ερωτήματα από τις θεραπεύτριες σχετικά με τα όρια και της προκλήσεις της ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης των εφήβων θεραπευόμενων. Αυτά τα ερωτήματα αφορούν την σχέση τόσο με τον/την έφηβο ψυχοθεραπευόμενο, αλλά και την παρεμβατικότητα των γονέων στην θεραπευτική διαδικασία. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Όταν το σώμα μιλάει: Εφηβικός αυτοτραυματισμός ως σιωπηλή κραυγή και οι ψυχοθεραπευτικές δυσκολίες της γονεϊκής εμπλοκής Η παρούσα εισήγηση εστιάζει στην θεωρητική και κλινική διερεύνηση του αυτοτραυματισμού στην εφηβεία ως έκφραση σιωπηλής κραυγής μέσα σε ένα περιβάλλον έντονα συγκεχυμένης γονεϊκής εμπλοκής. Μέσα από την παρουσίαση της κλινικής περίπτωσης μιας 14χρονης έφηβης, που προσήλθε σε ψυχοθεραπεία με συμπτώματα κοινωνικής απόσυρσης, φοβιών, έντονου άγχους και αυτοτραυματισμού (χαράξεις στα άνω άκρα), αναδεικνύονται οι δυσκολίες της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας σε πλαίσιο γονεϊκής δυσλειτουργίας και παρεμβατικότητας. Στο πλαίσιο της σχεσιακής ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, δίνεται έμφαση στον διαπροσωπικό χώρο που δημιουργείται μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου ως τόπο δυναμικών αναπαραστάσεων, μεταβιβάσεων και αντιμεταβιβάσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον ρόλο της μητέρας, μιας παρεμβατικής και ελεγκτικής φιγούρας, που δυσκολεύτηκε να αντέξει τον ψυχικό αποχωρισμό από την κόρη της, εκδηλώνοντας παθητικοεπιθετικές στάσεις προς τη ψυχοθεραπεύτρια και υπονομεύοντας ενεργά τη θεραπευτική διαδικασία. Ο ρόλος του απόντα πατέρα ενίσχυσε το αίσθημα εγκατάλειψης και συναισθηματικής αστάθειας της έφηβης. Η θεωρητική ανάγνωση της περίπτωσης φωτίζεται μέσα από τις έννοιες της Klein (διχοτόμηση του εαυτού), του Winnicott (ανεπάρκεια της «αρκετά καλής μητέρας»), του Bion (απουσία ψυχικού κρατήματος) και του Kohut (ναρκισσιστική ευαλωτότητα λόγω έλλειψης λειτουργικών εαυτο-αντικειμένων). Η αποτυχία της μητέρας να προσφέρει συναισθηματικό καθρέφτισμα και ενσυναίσθηση συνέβαλε στον κατακερματισμό της αίσθησης εαυτού και την εκδραμάτιση μέσω του αυτοτραυματισμού. Επιπλέον, αναλύεται το τραυματικό υπόβαθρο της σχέσης μητέρας-παιδιού και οι εσωτερικευμένες σχέσεις με σημαντικά πρόσωπα, που συνδιαμορφώνουν την ψυχική πραγματικότητα της έφηβης. Τέλος, η παρούσα εργασία στοχεύει να επιφέρει διάλογο γύρω από τις προκλήσεις της ψυχοθεραπευτικής δουλειάς με εφήβους όταν η γονεϊκή εμπλοκή παρεμποδίζει την αυτονόμηση, την ψυχική διαφοροποίηση και την ανάπτυξη του εφήβου. Η έφηβη, ο καθρέφτης και το ρήγμα: Γονεϊκή αυτοκαταστροφή και αποσταθεροποίηση της θεραπευτικής σχέσης Η παρούσα εισήγηση βασίζεται σε πραγματικό κλινικό υλικό από τις συνεδρίες της θεραπεύτριας με την έφηβη Α., 15 ετών, και τους γονείς της. Εξετάζεται η ψυχική δυναμική μιας θεραπευτικής σχέσης που επηρεάζεται βαθιά από την αυτοκαταστροφική και διαταραγμένη πραγματικότητα των γονέων, η οποία εκδηλώνεται βίαια προς τη θεραπεύτρια. Η Α. ξεκίνησε τη θεραπεία με έντονη απόσυρση, εξάρτηση και άρνηση εμπλοκής, ζώντας μέσα σε μια συμβιωτική γονεϊκή παντοδυναμία. Η χρόνια βρεφικοποίησή της από τους γονείς εμπόδιζε κάθε προσπάθεια διαφοροποίησης και συγκρότησης ταυτότητας. Θα αναλυθούν ψυχαναλυτικές έννοιες που φωτίζουν τη δυναμική του συγκεκριμένου περιστατικού και συμβάλλουν στην κατανόηση της έντασης και της διάσπασης που βιώθηκε στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η έννοια του εξιδανικευμένου αντικειμένου στη σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς βιώνουν τη θεραπεύτρια. Θα διερευνηθούν οι ναρκισσιστικές φαντασιώσεις των γονέων, οι οποίες ενεργοποιούνται όταν η πραγματικότητα που αναδύεται στη θεραπεία έρχεται σε σύγκρουση με την εσωτερική τους κατασκευή. Η αδυναμία τους να αντέξουν τη ματαίωση και τη σύγκρουση οδηγεί σε έντονες εκδραματίσεις, με στόχο την ανατροπή του θεραπευτικού πλαισίου. Ακόμη, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιθέσεις στο θεραπευτικό πλαίσιο, οι οποίες εκδηλώνονται όταν η θεραπευτική εργασία απειλεί τις άμυνές τους. Επίσης, εξετάζεται η έννοια του αποδιοπομπαίου τράγου, καθώς η θεραπεύτρια μετατρέπεται σε στόχο έντονων λεκτικών επιθέσεων Οι γονείς την κατηγορούν και την πιέζουν να παραβιάσει το απόρρητο της θεραπείας με το πρόσχημα της «προστασίας» της κόρης, επιδιώκοντας στην ουσία να ‘αφανίσουν’ το σταθερό θεραπευτικό αντικείμενο που απειλεί τη διαταραγμένη τους ισορροπία. Μέσα από την εισήγηση θέτονται κρίσιμα ερωτήματα: Πότε και αν δικαιολογείται η άρση απορρήτου; Ποια είναι τα όρια της ψυχαναλυτικής θέσης σε ένα τέτοιο τραυματικό πλαίσιο; Μπορεί η θεραπεύτρια να αντέξει την επίθεση και να διατηρήσει τη θεραπευτική συμμαχία; Πως διασφαλίζεται η σταθερότητα της θεραπευτικής σχέσης ώστε να συνεχιστεί το θεραπευτικό ταξίδι; Σωματοποίηση και σιγή: Βουλιμία και αυτοτραυματισμός έφηβης ως απάντηση στη διεισδυτική μητρική παρουσία Η παρούσα εισήγηση βασίζεται σε μία ψυχοθεραπευτική βινιέτα που αφορά μια έφηβη με συμπτώματα βουλιμίας και αυτοτραυματισμών, τα οποία εμφανίστηκαν και επιδεινώθηκαν κατά την περίοδο των εξετάσεων για πρότυπο σχολείο. Η έφηβη ζει σε ένα οικογενειακό πλαίσιο υψηλών προσδοκιών. Η μητέρα, συχνά διέκοπτε τις θεραπείες, επικοινωνούσε απευθείας με τη θεραπεύτρια και επενέβαινε στο περιεχόμενο των συνεδριών. Η θεραπευτική σχέση με την έφηβη αναπτύχθηκε αργά, σε ένα ναρκοπέδιο γεμάτο αμφιθυμία, σιωπή και υπόγεια ματαίωση. Η σιωπή της δεν εξέφραζε απλώς εσωστρέφεια, αλλά λειτουργούσε ως προστατευτική απόσυρση από την ψυχική εισβολή που βίωνε συχνά. Το σώμα της έγινε ο κύριος τρόπος και τόπος έκφρασης, με τη βουλιμία και τους αυτοτραυματισμούς, να λειτουργούν ως εκφράσεις ψυχικού αδιεξόδου, ανάγκης για έλεγχο και σιωπηρής αντίστασης στη μητρική εισβολή. Η θεραπευτική διαδικασία εστίασε στη σταθερότητα του πλαισίου και στην ανεκτικότητα απέναντι στη μη λεκτική έκφραση, επιτρέποντας τη σταδιακή εμφάνιση ενός ψυχικού χώρου όπου η έφηβη μπορούσε να επεξεργαστεί την εμπειρία της. Ταυτόχρονα, η σχέση της θεραπεύτριας με τη μητέρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο καθώς φώτιζε τα αδιέξοδα μιας τριαδικής σχέσης όπου η ίδια η θεραπευτική συνθήκη κινδύνευε να καταστεί αντικείμενο ελέγχου. Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία λειτουργεί υπό το πρίσμα της σχεσιακής ψυχαναλυτικής θεωρίας, εστιάζοντας στο σώμα ως χώρο έκφρασης του μη εκφράσιμου, αλλά και της θεραπευτικής σχέσης ως εν δυνάμει χώρο επανεπινόησης του εαυτού. H παρουσίαση αυτή έχει ως στόχο να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο το σώμα μπορεί να σωματοποιεί την ψυχική οδύνη και να καθίσταται η μοναδική φωνή ενός υποκειμένου σε αδυναμία λόγου. Σκοπός της είναι να συμβάλει στην κατανόηση της σιγής και της σωματικής έκφρασης ως ψυχικών φαινομένων, εστιάζοντας στις δυνατότητες που προσφέρει η σχεσιακή ψυχαναλυτική προσέγγιση για θεραπευτική επεξεργασία. | ||

