Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:19:35 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 6
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Φωνές Aπό Tο Περιθώριο: Από Το Άρρητο Στη Σχέση- Η Συμβουλευτική Πράξη Ως Πράξη Συμπερίληψης Ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί μια σύνθετη κοινωνική διαδικασία, μια αόρατη βαθιά πραγματικότητα που βιώνουν άτομα και ομάδες, που δεν τους δίνεται η δυνατότητα για ισοτιμία στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το θέμα ως πολυπαραγοντικό δεν αφορά μόνο την απουσία πόρων αλλά την απουσία φωνής, τον στιγματισμό, την αίσθηση του «ανήκειν», την απομόνωση ακόμα και μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Η συμβουλευτική ψυχολογία αναγνωρίζει ότι ο ψυχικός πόνος συχνά έχει ρίζες στον ρατσισμό, την ομοφοβία και τον ικανοτισμό. Σε κάθε γωνιά της κοινωνίας, υπάρχουν «φωνές» που δεν ακούστηκαν ποτέ με την βαρύτητα που τους αναλογεί, μέσω του κοινωνικού αποκλεισμού τους. Φωνές πολυπολιτισμικών ανθρώπων που κουβαλούν ιστορίες εκτοπισμού και αντοχής, «άλλοι» που έγιναν «ξένοι», που περιορίζονται από σύνορα γεωγραφικά, πολιτισμικά, γλωσσικά και ψυχολογικά. Άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ που πάλεψαν για να χωρέσουν σε γλώσσες που δεν τους περιέγραψαν. Η δική τους ρευστή ταυτότητα λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας, παραγκωνίζοντας- ή καθιστώντας περιττή την ανθρώπινη ανάγκη για αγκίστρωση σε μια κοινωνική πραγματικότητα. Νευροδιαφορετικά άτομα που αντί να ακουστούν αγνοήθηκαν ή διαγνώστηκαν και αποκλείστηκαν, μέσω μιας νευροτυπικής κανονικότητας που επιβάλλεται αντί να μετασχηματίζεται. Η παρούσα εισήγηση αποτελεί μια πρόκληση για ακρόαση. Μια ακρόαση ενεργή, μεταμορφωτική, η οποία μέσω της συμβουλευτικής, ως πράξη συμπερίληψης, η διαφορετικότητα δεν γίνεται εξαίρεση αλλά κανόνας. Ευελπιστούμε σε ένα συνδιαμορφωμένο πεδίο με πρωτοστάτη τον θεραπευτικό διάλογο, που καμία φωνή δεν περισσεύει αλλά ακούγεται, που δεν βρίσκεται στο περιθώριο αλλά στον πυρήνα. Παράλληλα, αναλύεται η ανοιχτότητα του πλαισίου, ο ρόλος του συμβούλου, η ψυχολογική του ευλυγισία, και πώς η κριτική σκέψη, η πολιτισμική ταπεινότητα και η διάθεση για αναστοχασμό, προτείνονται ως βασικά εργαλεία για μια θεραπευτικά ουσιαστική προσέγγιση. Αυτή η πρόκληση ορίζεται ως στροφή προς τον εαυτό, καθώς χωρίς αυτογνωσία και εσωτερική αλήθεια η ενσυναίσθηση μένει σε ένα επιφανειακό πλαίσιο αποδοχής. Υπάρχουν αποκλεισμοί που φαίνονται και άλλοι που κρύβονται πίσω από το βλέμμα μας. Τους βλέπουμε στ’ αλήθεια; Παρουσιάσεις του Συμποσίου Ο Εαυτός Σε Ροή: Πολυχρωμία, Ρευστότητα Και Η Τέχνη Του Θεραπευτικού Διαλόγου Σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να θεμελιώνεται η ετεροκανονικότητα και στα έμφυλα στερεότυπα, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα βιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως μια διαρκή εμπειρία που συμπεριλαμβάνει στιγματισμό, αορατότητα, και θεσμικές ανισότητες που διαμορφώνουν την πραγματικότητα πολλών ανθρώπων. Τι σημαίνει να είσαι αόρατος από τις κυρίαρχες νόρμες της κοινωνίας; Η Judith Butler ανέφερε «Το φύλο δεν είναι κάτι που είμαστε. Η ταυτότητα δεν είναι φυλακή αλλά διαδικασία». Με αυτό τον τρόπο ανάγνωσης της πραγματικότητας, ο εαυτός βρίσκεται σε συνεχή ροή, σε επαναπροσδιορισμό, σε αντίσταση υπό το βλέμμα μιας κοινωνίας που απαιτεί συμμόρφωση. Μέσα από αυτό το δυναμικό πλαίσιο, αναλύεται η συμβουλευτική, που λειτουργεί ως καταλύτης για την αποδοχή, την ενδυνάμωση και την ψυχική ανασυγκρότηση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Ο θεραπευτικός διάλογος δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο, στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να έχουν «φωνή», να αφηγηθούν την εμπειρία τους, να επουλώσουν τα τραύματα του αποκλεισμού και να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Μέσα από αυτή την εισήγηση, έρχεται να ακουστεί και μια φωνή που δεν ακούστηκε, η περίπτωση της Δήμητρας από την Λέσβο, μιας τρανς γυναίκας, που περιθωριοποιήθηκε, μια ψυχή που επιβίωσε στην αφωνία και έγινε σύμβολο θεσμικής αδιαφορίας. Η υπόθεση αυτή φωτίζει τα όρια της ψυχικής φροντίδας και την έλλειψη ενός συστήματος που σέβεται την έμφυλη και σεξουαλική ποικιλομορφία μέσα από την εσωτερική ψυχολογία της περιθωριοποίησης, εκεί που η σιωπή γίνεται το βαθύτερο τραύμα. Πως γεννιέται η φωνή μέσα από την σιωπή; Από ποια ρωγμή περνά το άρρητο για να γίνει λόγος; Η συμβουλευτική ως φάρος στον σκοταδισμό, όχι για να σώσει αλλά για να συνοδεύσει, να φωτίσει τον δρόμο προς την αυτοαποδοχή και το ανήκειν. Πόσο έτοιμη είναι η συμβουλευτική να αγκαλιάσει ολόκληρους ανθρώπους και όχι μόνο πλευρές που «χωράνε»; Είναι επαρκώς προετοιμασμένη να δεχτεί την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς να προσαρμόζει σε προϋπάρχοντα πρότυπα; Το Άρρητο Ως Παρουσία: Μια Σχέση Χωρίς Ταμπέλες Σε μια εποχή αυξανόμενων ανισοτήτων, η συμβουλευτική ψυχολογία καλείται να επαναπροσδιορίσει το ρόλο της όχι μόνο ως ατομικής πρακτικής, αλλά και ως κοινωνικής παρέμβασης. Η παρούσα εισήγηση εστιάζει στη θεωρία της νευροδιαφορετικότητας ως χώρο ενδυνάμωσης και αυτεπίγνωσης. Παρουσιάζεται η πορεία μιας θεραπευτικής σχέσης με έναν ενήλικο θεραπευόμενο, χωρίς διάγνωση. Η υιοθέτηση της προσέγγισης της νευροδιαφορετικότητας στο θεραπευτικό πλαίσιο, τόνισε την ανάγκη μετατόπισης της θεραπεύτριας από μια τυποποιημένη προσέγγιση σε μια στάση περισσότερο ευαίσθητη και προσαρμοσμένη στον ιδιαίτερο τρόπο αντίληψης, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης των νευροαποκλινόντων ατόμων. Η περίπτωση αυτή ανέδειξε τις προκλήσεις αλλά και τις δυνατότητες της συμβουλευτικής πρακτικής όταν η νευροδιαφορετικότητα δεν είναι ρητά παρούσα μέσω διάγνωσης, αλλά υπονοείται μέσα από τη σχέση, τη γλώσσα, τη σιωπή και τις λεπτές αποκλίσεις στην επικοινωνία. Διερευνώνται οι τρόποι με τους οποίους η παραδοσιακή συμβουλευτική μπορεί –συνειδητά ή ασυνείδητα– να αναπαράγει μορφές αποκλεισμού μέσω της κανονιστικής κατανόησης της συμπεριφοράς και της σχέσης. Φανερώνεται η διαφορά ανάμεσα σε μια συμβουλευτική προσέγγιση που βασίζεται στην κανονιστικότητα και σε μια νευροδιαφορετικά-επιβεβαιωτική (neurodiversity-affirming) πρακτική. Το πρώτο μοντέλο οδηγεί το άτομο στην εσωτερίκευση της απόρριψης. Το δεύτερο δημιουργεί χώρο ασφάλειας, αυθεντικής έκφρασης και αυτενέργειας, τιμώντας τη διαφορετικότητα ως φυσικό μέρος της ανθρώπινης ποικιλομορφίας. Παρουσιάζονται βασικές ποιότητες συμβούλου που υποστηρίζουν μια επιβεβαιωτική στάση. Η παρουσίαση εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο χτίστηκε η θεραπευτική σχέση, στη διαφοροποίηση της στάσης της θεραπεύτριας από το "τυπικό" πλαίσιο δουλειάς και στις εσωτερικές μετακινήσεις που προκλήθηκαν μέσα από τη διαρκή προσπάθεια κατανόησης ενός διαφορετικού τρόπου ύπαρξης. Η συμβουλευτική, σε αυτό το πλαίσιο, μετασχηματίζεται σε μια πράξη αποδοχής και αναγνώρισης του άρρητου∙ μια διαδικασία που απαιτεί επαγρύπνηση, ευαισθησία και αναστοχαστική επάρκεια. Η παρουσίαση πλαισιώνεται θεωρητικά από τις έννοιες της νευροδιαφορετικότητας, της αόρατης αναπηρίας, καθώς και των σύγχρονων προσεγγίσεων στη συμπεριληπτική συμβουλευτική ως ηθική πράξη αναγνώρισης της ετερότητας. Πέρα Από Τα Σύνορα: Η Πολυφωνία Του Άλλου Και Η Ανοιχτότητα Του Πλαισίου Σε μια εποχή εντεινόμενων πληθυσμιακών μετακινήσεων που συχνά επιφέρουν ποικίλες μορφές περιθωριοποίησης, απομόνωσης και κοινωνικών ανισοτήτων, το αίτημα για έναν ουσιαστικό και αυθεντικό διάλογο με τον «Άλλο» ή τον «Ξένο» καθίσταται πιο επιτακτικό από ποτέ. Προς την ίδια κατεύθυνση, η συμβουλευτική πρακτική, καλείται να διαμορφώσει ένα πλαίσιο, ικανό να εγκολπώσει τόσο την κοινωνική ετερότητα όσο και την ταυτοτική πολυφωνία καθώς και την υποκειμενική αντίληψη και εμπειρία των ατόμων που υπόκεινται σε διακρίσεις, ρατσισμό και κοινωνικό αποκλεισμό λόγω της διαφορετικότητάς τους. Η παρούσα εισήγηση αποσκοπεί, μέσα από τη ματιά και την φωνή και των δύο μερών της συμβουλευτικής σχέσης, να αναδείξει την ανάγκη μετάβασης από έναν πιο παραδοσιακό, κανονιστικό και άκαμπτο τρόπο άσκησης της συμβουλευτικής προς ένα πιο ευέλικτο, διαλεκτικό και συμπεριληπτικό μοντέλο παρεμβάσεων, κατά το οποίο η πολυφωνία του «Άλλου» δεν επιδιώκεται απλώς να εισακούεται και να χαίρει αποδοχής, αλλά να αποτελέσει πεδίο συγκατασκευής και συνδιαμόρφωσης του ίδιου του συμβουλευτικού πλαισίου. Υπό το πρίσμα αυτό, εξετάζεται και η έννοια της «ανοιχτότητας του πλαισίου» ως βασική προϋπόθεση για την ανάδειξη και αποδοχή της ετερότητας στη συμβουλευτική σχέση, και, εν τέλει, την αποτελεσματικότητα της συμβουλευτικής διαδικασίας. Μέσα από την σκοπιά της συνθετικής προσέγγισης, της φαινομενολογίας και της διαπολιτισμικής συμβουλευτικής, θα συζητηθούν οι προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα μέρη της δυαδικής συμβουλευτικής σχέσης, αλλά και οι δεξιότητες, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και οι πρακτικές που ενθαρρύνουν τη σύνδεση, την εμπιστοσύνη και, εν τέλει, την εδραίωση της θεραπευτικής συμμαχίας. Η αποδοχή της πολυφωνίας, η ενσωμάτωση της κουλτούρας στην άσκηση της συμβουλευτικής, η αναγνώριση και παραδοχή των προσωπικών περιοριστικών πεποιθήσεων, αξιών και αντιλήψεων και η διασφάλιση ενός ανοιχτού, μη κανονιστικού πλαισίου ενδυναμώνουν την παρουσία του «Άλλου» στο συμβουλευτικό δωμάτιο και τον αναδεικνύουν ως φορέα νοήματος, ικανό να συνεισφέρει ενεργά και ουσιαστικά στην εξέλιξη της συμβουλευτικής διαδικασίας, αντί να τον εγκλωβίζουν αποκλειστικά στον ρόλο του «ωφελούμενου». Όταν Ο Θεσμός Μαθαίνει Να Ακούει: Η Γλώσσα Της Συμπερίληψης Ως Θεραπευτική Πράξη Οι περισσότερες συζητήσεις που γίνονται στον κλάδο της συμβουλευτικής φωτίζουν τους τρόπους με τους οποίου η διαδικασία της συμβουλευτικής έρχεται ως αρωγός στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες που βιώνουν κοινωνικό αποκλεισμό. Είναι όμως ιδιαίτερα σημαντικό να εστιάσουμε σε ένα κρίσιμο αλλά συχνά αθέατο ζήτημα στον χώρο της συμβουλευτικής: τον ρόλο που διαδραματίζουν οι ίδιοι οι σύμβουλοι και τα θεσμικά πλαίσια στη δημιουργία ή αναπαραγωγή αποκλεισμών καθώς και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί, άθελά τους ή όχι, να καθιστούν τη θεραπευτική διαδικασία δύσκολα προσβάσιμη ή ακόμα και επιθετική προς συγκεκριμένους θεραπευόμενους. Τίθεται λοιπόν μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με το αν έχουμε επίγνωση των δικών μας ορίων, προκαταλήψεων, μοτίβων σκέψης, κοινωνικών πεποιθήσεων καθώς και κατά πόσο συνειδητοποιούμε τον αντίκτυπό των ενδοβολών μας καθώς και οι λεπτές μορφές αποκλεισμού που εγγράφονται στο ύφος, στη γλώσσα, στο βλέμμα, στη στάση μας στην θεραπευτική σχέση. Πώς αναγνωρίζουμε αυτή τη βία όταν είμαστε οι ίδιοι μέρος της; Εξετάζεται, παράλληλα, κατά πόσο τα θεσμικά πλαίσια μέσα στα οποία δραστηριοποιούνται οι σύμβουλοι αποτελούν ένα ασφαλές περιβάλλον που καλωσορίζει όλους όσους αναζητούν θεραπεία, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πλαίσια που προάγουν ελευθερία έκφρασης, ιδεολογική πολυφωνία, τη συμπερίληψη και την ανοιχτότητα απέναντι στη διαφορετικότητα και την πραγματικά ισότιμη πρόσβαση σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς. Τέλος, τίθεται το ερώτημα ποιες κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες προσεγγίζονται με επάρκεια και θεσμική μέριμνα και ποιες παραμένουν στο περιθώριο, λόγω ελλιπούς οργάνωσης, ετοιμότητας ή πρόθεσης του συστήματος. Η εισήγηση επιδιώκει να αφυπνίσει την επαγγελματική κοινότητα και να ενθαρρύνει τον κριτικό αναστοχασμό, με στόχο τη διαμόρφωση ενός πράγματι συμπεριληπτικού και δίκαιου θεραπευτικού πλαισίου. Πρόκειται για ένα κάλεσμα να εντοπίσουμε τα «τυφλά σημεία» του κλάδου και να επανεξετάσουμε τις ηθικές και κοινωνικές ευθύνες που απορρέουν από τον ρόλο μας ως σύμβουλοι, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η συμπερίληψη δεν είναι μια στατική ιδιότητα αλλά μια συνεχής διαδικασία επανατοποθέτησης και αναστοχασμού. | ||

