Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:16:42 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 7
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Ψυχοκοινωνικές Διεργασίες στην Εφηβεία και Γονική Συμπεριφορά: Διαγενεακά Πρότυπα και Συμβουλευτικές Κατευθύνσεις Κατά την εφηβεία, μια περίοδο εντατικής ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης και μεταβαλλόμενων κοινωνικών ρόλων, η οικογένεια και ιδίως η σχέση με τους γονείς διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας, της αυτοεκτίμησης και των προτύπων συναισθηματικής σύνδεσης. Η επίδραση της γονικής συμπεριφοράς δεν περιορίζεται μόνο στο παρόν αλλά φαίνεται να μεταφέρεται και διαγενεακά, επηρεάζοντας βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, σχετίζονται με τους άλλους και διαχειρίζονται τις προκλήσεις του σύγχρονου κοινωνικού περιβάλλοντος. Η μελέτη αυτών των ψυχοκοινωνικών διεργασιών είναι κρίσιμη για την κατανόηση των μηχανισμών ανάπτυξης και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών παρεμβάσεων στήριξης. Οι μελέτες που παρουσιάζονται σε αυτό το συμπόσιο διερευνούν τη σημασία της οικογενειακής δυναμικής και της γονικής επιρροής στη διαμόρφωση κρίσιμων ψυχοκοινωνικών παραμέτρων κατά την εφηβεία, όπως η ταυτότητα, η αυτοεκτίμηση και οι τύποι προσκόλλησης. Κεντρικό άξονα αποτελεί η διαγενεακή μεταφορά χαρακτηριστικών και στάσεων από τους γονείς προς τους εφήβους, καθώς και η συμβολή της ποιότητας των γονικών σχέσεων στη διαμόρφωση της εφηβικής ψυχολογίας και συμπεριφοράς. Η πρώτη μελέτη εστιάζει στον ρόλο των γονέων στη διαμόρφωση της ταυτότητας και των κινήτρων χρήσης του Instagram, καταδεικνύοντας τη σύνδεση μεταξύ γονικής συμπεριφοράς (όπως η ζεστασιά, η υπερπροστασία και το άγχος) και των ταυτοτικών διεργασιών των εφήβων στον ψηφιακό κόσμο. Η δεύτερη μελέτη εξετάζει τη διαγενεακή μεταφορά της αυτοεκτίμησης, με έμφαση στην επίδραση της αυτοεκτίμησης της μητέρας στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης των παιδιών, ιδίως των πρωτότοκων κοριτσιών. Η τρίτη εργασία διερευνά τη διαγενεακή μεταφορά της προσκόλλησης, εστιάζοντας σε ρυθμιστικούς παράγοντες όπως η συνολική αυτοεκτίμηση των γονέων, η ποιότητα της σχέσης μεταξύ τους και οι σχέσεις με συνομηλίκους. Συνολικά, τα ευρήματα των τριών ερευνών υπογραμμίζουν τη στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ οικογενειακού περιβάλλοντος και εφηβικής ανάπτυξης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις υποστήριξης των γονέων, με στόχο την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας και της υγιούς ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των εφήβων. Παρουσιάσεις του Συμποσίου O ρόλος των γονέων στη διαμόρφωση της ταυτότητας και των κίνητρων χρήσης του Instagram στη μέση εφηβεία. Η συμπεριφορά των γονέων παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας των εφήβων, επηρεάζοντας βαθιά τις επιλογές και τη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου εαυτού. Η παρούσα έρευνα εστιάζει στη σχέση μεταξύ γονικής συμπεριφοράς, χρήσης του Instagram και διαδικασιών ταυτοτικής ανάπτυξης, βασισμένη στο μοντέλο των δύο κύκλων των Crocetti et al. (2008). Συμμετείχαν 183 μαθητές της Β’ Λυκείου από την περιοχή του Δήμου Χαλκιδέων, οι οποίοι συμπλήρωσαν τρία ερωτηματολόγια: για την ταυτότητα (U-MICS), για τα κίνητρα χρήσης του Instagram και για τη γονική συμπεριφορά. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ισχυρές συσχετίσεις μεταξύ των διεργασιών ταυτότητας και των κινήτρων χρήσης των κοινωνικών δικτύων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιδράσεις συγκεκριμένων γονικών στάσεων, όπως η υπερπροστασία και η αγχώδης ανατροφή από τον πατέρα, καθώς και η ζεστασιά της μητέρας. Αυτά τα στοιχεία συνδέονται με διαφορετικές όψεις της ταυτοτικής ανάπτυξης των εφήβων, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της συναισθηματικής ποιότητας της σχέσης γονέα-παιδιού. Επιπλέον, ο άκριτος γονικός έπαινος φαίνεται να λειτουργεί ως διαμεσολαβητικός παράγοντας στην ενίσχυση της ακαδημαϊκής ταυτότητας, αναδεικνύοντας τη σύνθετη επιρροή των γονέων. Τα αποτελέσματα τονίζουν την ανάγκη συμβουλευτικής καθοδήγησης των γονέων από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ώστε να ενισχυθούν θετικά πρότυπα και να προληφθούν δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές στους νέους, σε μια περίοδο έντονων ψυχοκοινωνικών αλλαγών όπως η εφηβεία. Διαχρονική μελέτη της αυτοεκτίμησης στην εφηβεία Η αυτοεκτίμηση αναγνωρίζεται συχνά ως ένας καθοριστικός παράγοντας για την ευημερία του ατόμου. Ειδικά κατά την εφηβεία, μια περίοδο συχνών μεταβάσεων, η μελέτη των παραγόντων που συμβάλλουν στη διαμόρφωσή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Παράλληλα, η σχέση μεταξύ της αυτοεκτίμησης του τέκνου και εκείνης του γονέα υποδηλώνει μια πιθανή διαδικασία διαγενεακής μεταφοράς, ένα πεδίο, ωστόσο, που παραμένει ερευνητικά ανοιχτό. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης χρηματοδοτούμενης διδακτορικής έρευνας, η παρούσα μελέτη εξετάζει τη διαγενεακή μεταφορά της αυτοεκτίμησης από τη μητέρα στο τέκνο, διερευνώντας τον ρόλο του φύλου και της σειράς γέννησης του τέκνου ως ρυθμιστικών μεταβλητών. Η έρευνα βασίστηκε σε διαχρονικά δεδομένα, με απόκλιση ενός έτους, από 201 δυάδες μητέρων-έφηβων τέκνων, με χρήση της Κλίμακας Αυτοεκτίμησης του Rosenberg. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ μητέρας και τέκνου, καθώς και ως προς το φύλο, τη σειρά γέννησης και την αλληλεπίδρασή τους. Παράλληλα, υποστηρίχθηκε η ενδοατομική σταθερότητα της αυτοεκτίμησης και στα δύο μέλη της δυάδας, με σημαντική αύξηση του μέσου όρου μόνο στα τέκνα κατά το διάστημα ενός έτους. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν την υπόθεση της διαγενεακής μεταφοράς της αυτοεκτίμησης. Συγκεκριμένα, η αυτοεκτίμηση της μητέρας φάνηκε να επιδρά σημαντικά στην αυτοεκτίμηση του τέκνου συγχρονικά, με ισχυρότερη επίδραση ανάμεσα σε μητέρα-κόρη, ιδίως την πρωτότοκη. Επιπλέον, η αυτοεκτίμηση της μητέρας φάνηκε να προβλέπει σημαντικά τη μεταβολή της αυτοεκτίμησης του τέκνου ένα χρόνο αργότερα, χωρίς, ωστόσο, να εντοπίζονται ρυθμιστικά μοτίβα. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τον ρόλο της οικογενειακής δυναμικής στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης στην εφηβεία, προσφέροντας κατευθύνσεις για την ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης και παρέμβασης για τα άτομα εφηβικής ηλικίας και τις οικογένειές τους. Χρηματοδότηση: Η ερευνητική εργασία υποστηρίχθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «Υποτροφίες ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. Υποψήφιων Διδακτόρων» (Αριθμός Υποτροφίας: 891). Ρυθμιστικοί παράγοντες διαγενεακής μεταφοράς της προσκόλλησης: Κλινικές προεκτάσεις στη συμβουλευτική Η εργασία αυτή εξετάζει τη διαγενεακή μεταφορά των τύπων προσκόλλησης και τη δυναμική τους επίδραση στην ανάπτυξη ταυτότητας κατά την εφηβεία. Αντλώντας από την τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ των γονικών αναπαραστάσεων προσκόλλησης και της προσκόλλησης των παιδιών, διερευνώνται οι ρυθμιστικοί παράγοντες της διαγενεακής μεταφοράς. Δίνεται έμφαση στη μελέτη των μεταβάσεων ταυτότητας και της επίδρασης παραγόντων όπως η συνολική αυτοεκτίμηση και οι σχέσεις μεταξύ των γονέων, καθώς και στη διερεύνηση παραμέτρων όπως η σχέση πατέρα-παιδιού και η προσκόλληση με τους συνομηλίκους. Η έρευνα είχε διαχρονικό σχεδιασμό και οι συμμετέχοντες ήταν 150 στο σύνολο, αποτελούμενοι από 50 εφήβους ηλικίας 12-15 ετών και τους δύο γονείς τους. Τα ερευνητικά εργαλεία που κλήθηκαν να συμπληρώσουν οι γονείς περιελάμβαναν το Attachment Style Questionnaire (Feeney et al., 1994), την κλίμακα Experiences in Close Relationships (Fralley et al., 2007), και την κλίμακα Rosenberg Self Esteem (Rosenberg, 1965). Αντίστοιχα, οι έφηβοι συμπλήρωσαν το Attachment Style Questionnaire (Feeney et al., 1994), το Intentory of Parents and Peer Attachment (Gullone & Robinson, 2005) και την κλίμακα Dimensions of Identity Development (Luyckx et al., 2008). Στην εργασία παρουσιάζονται τα πρώτα συγχρονικά αποτελέσματα, η ανάλυση των οποίων κατατείνει στην ανάδειξη ενός ρυθμιστικού μοντέλου διαγενεακής μεταφοράς της προσκόλλησης. Η ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των γονέων, η συνολική τους αυτοεκτίμηση και οι διαφυλικές διαφορές μεταξύ γονέων και εφήβων λειτούργησαν ως ρυθμιστικοί παράγοντες. Αναφορά γίνεται στις συμβουλευτικές προεκτάσεις του μοντέλου και στους τρόπους με τους οποίους ο συνυπολογισμός των παραγόντων αυτών μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο κλινικά. | ||

