Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:21:56 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 25
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Συμπεριληπτική Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση στο Σχολικό Περιβάλλον Η διεθνής βιβλιογραφία αναδεικνύει πως η συμπεριληπτική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση αποτελούσε ανέκαθεν μια πρόκληση για την εκπαιδευτική κοινότητα, ειδικά σε χώρες με μια σχετικά συντηρητική οπτική επί του θέματος, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Εντούτοις, είναι ερευνητικά τεκμηριωμένο πως τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που προωθούν τη διαπαιδαγώγηση και τη συμπερίληψη σε ζητήματα σεξουαλικής φύσεως συμβάλλουν στην ομαλή ψυχοκοινωνική προσαρμογή και στα βέλτιστα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητευομένων. Οι εργασίες του συγκεκριμένου Συμποσίου, υιοθετώντας ποιοτικές και ποσοτικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, αναδεικνύουν ποικίλες παραμέτρους που υποδεικνύουν την αναγκαιότητα καθιέρωσης τόσο της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης όσο και της σεξουαλικής συμπερίληψης στο εκπαιδευτικό περιβάλλον του σχολείου. Ειδικότερα, στην πρώτη εργασία, διερευνάται ποιοτικά, υπό τη φεμινιστική οπτική, ο τρόπος με τον οποίο η απουσία μιας έγκαιρα θεσμοθετημένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μπορεί να οδηγήσει νεαρές γυναίκες στην παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού ως κύριου μέσου σεξουαλικής μάθησης και κοινωνικοποίησης. Στη δεύτερη εργασία, διενεργείται επίσης μέσω της ποιοτικής μεθοδολογίας, μια ενδελεχής ερμηνευτική προσέγγιση των σχολικών εμπειριών ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και εκπαιδευτικών στην Κύπρο, σε σχέση με τον αντίκτυπο που έχουν οι ετεροκανονικές αντιλήψεις και τα έμφυλα στερεότυπα στη σχολική κοινότητα. Η τρίτη εργασία διερευνά ποσοτικά τις αντιλήψεις εν ενεργεία εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις πρακτικές, τα εμπόδια και την ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στα ελληνικά σχολεία. Τέλος, η τέταρτη εργασία συγκρίνει, ακολουθώντας την ποσοτική μεθοδολογία, τη σχολική προσαρμογή μεταξύ εφήβων ετεροφυλόφιλου και ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού, εξετάζοντας παράλληλα τον προβλεπτικό ρόλο των αντιλαμβανόμενων περιβαλλοντικών παραγόντων και της ψυχικής ανθεκτικότητας. Οι εργασίες του Συμποσίου υποδηλώνουν πως, παρά τη σταδιακή μέριμνα για το ζήτημα της συμπεριληπτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, εξακολουθεί να καταγράφεται σημαντική αναγκαιότητα για σχετική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της σχολικής κοινότητας. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Η Παρακολούθηση Πορνογραφίας ως Υποκατάστατο της Σεξουαλικής Εκπαίδευσης Η παρούσα εργασία εστιάζει στο έλλειμμα σεξουαλικής εκπαίδευσης στην οικογένεια και στο σχολείο, υιοθετώντας μια φεμινιστική προσέγγιση στην επεξεργασία των ερευνητικών δεδομένων. Στόχος της είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η απουσία μιας θεσμοθετημένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μπορεί να οδηγήσει τις νεαρές γυναίκες στην παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού ως κύριου μέσου σεξουαλικής μάθησης και κοινωνικοποίησης. Επιμέρους ερωτήματα αφορούν στις επιρροές της πορνογραφίας στη σεξουαλικότητα των γυναικών, στις ερωτικές τους σχέσεις και στην εικόνα του σώματος. Στο πλαίσιο της έρευνας διεξήχθησαν οκτώ ημι-δομημένες ατομικές συνεντεύξεις με γυναίκες 18-25 ετών, οι οποίες αναλύθηκαν ποιοτικά με την μέθοδο της θεματικής ανάλυσης. Η ερευνητική διαδικασία ακολούθησε όλες τις δεοντολογικές αρχές και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ερευνητικής Δεοντολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Α.Π.Θ.. Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε αφενός τον καθοριστικό ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και αφετέρου τα σχετικά κενά που καλύπτει η παρακολούθηση της πορνογραφίας. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα, η οικογένεια, το σχολείο και άλλοι θεσμοί, όπως η θρησκεία, αποσιωπούν ζητήματα που αφορούν στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η σεξουαλικότητα αποτελεί ένα μυστικό και ιδιωτικό ζήτημα. Η στάση αυτή οδηγεί τα νεαρά άτομα στην αναζήτηση πορνογραφικού υλικού, με στόχο να απαντηθούν ερωτήματα που αφορούν στη σεξουαλική πράξη και στο σεξουαλικό σχετίζεσθαι. Η απόδοση ενός «εκπαιδευτικού» ρόλου στην πορνογραφία ενέχει σημαντικές επιπτώσεις στη σεξουαλικότητα και στην αυτοεικόνα των γυναικών, καθώς και στις ερωτικές τους σχέσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η έλλειψη σεξουαλικής εκπαίδευσης ωθεί τις γυναίκες να διαμορφώνουν αντιλήψεις χωρίς μια επαρκή κατανόηση της έννοιας της συναίνεσης και των προσωπικών ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις. Η αξιοποίηση των παραπάνω ευρημάτων μπορεί να συμβάλει στον σχεδιασμό προγραμμάτων ολιστικής και συμπεριληπτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, τα οποία θα ενισχύουν τη γνώση, την αυτονομία και τον σεβασμό των νέων όσον αφορά στη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική συμπεριφορά. «Δεν Χωράω στα Κουτάκια σας!»: Ετεροκανονικότητα και Έμφυλα Στερεότυπα στο Πλαίσιο της Ελληνοκυπριακής Εκπαίδευσης Τα ευρήματα παλαιότερων αλλά κυρίως πρόσφατων ευρωπαϊκών και εθνικών ερευνών απεικονίζουν την κυπριακή πραγματικότητα που ισχύει για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, τόσο εντός όσο και εκτός του σχολικού πλαισίου. Οτιδήποτε απειλεί την ετεροκανονικότητα και τις έμφυλες στερεοτυπικές αντιλήψεις καταδικάζεται τις περισσότερες φορές σε αορατότητα, αποκλεισμό, διακρίσεις και βία. Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει πώς η ετεροκανονικότητα και τα έμφυλα στερεότυπα διαμορφώνουν συμπεριφορές αποκλεισμού και διακρίσεων στο σχολικό πλαίσιο της Κύπρου, διαβρώνοντας τις αρχές και διακηρύξεις του Υπουργείου Παιδείας για ένα συμπεριληπτικό σχολείο. Αποτελεί μια πολλαπλή μελέτη περίπτωσης, η οποία διενεργεί μια ενδελεχή και εις βάθος ερμηνευτική προσέγγιση των σχολικών εμπειριών ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων καθώς και εκπαιδευτικών σε σχέση με τον αντίκτυπο που έχουν οι ετεροκανονικές αντιλήψεις και τα έμφυλα στερεότυπα. Με τη χρήση αφηγηματικής έρευνας και βιογραφικών προσεγγίσεων συγκεντρώθηκαν και αναλύθηκαν σε βάθος ημι-δομημένες συνεντεύξεις 20 ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ηλικίας 18-22 ετών, καθώς και 10 εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, από δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Συνολικά, τα ευρήματα ανέδειξαν τη στενή σχέση μεταξύ των ετεροκανονικών αντιλήψεων και των έμφυλων στερεοτύπων που αναπαράγονται στο σχολικό περιβάλλον, από τη μια πλευρά, και της εκδήλωσης φαινομένων ομοφοβίας και τρανσφοβίας, από την άλλη. Παράλληλα, στην πλειονότητά τους οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να διατηρούν αρνητική ή αδιάφορη στάση απέναντι στις εμπειρίες ΛΟΑΤΚΙ+ μαθητών/τριών. Επιπλέον, η έρευνα αναδεικνύει κενά που παρατηρούνται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, καθώς και στις πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας σε σχέση με το θέμα. Η παρούσα έρευνα εμπλουτίζει την περιορισμένη σχετική διεθνή και ιδίως εθνική βιβλιογραφία ενισχύοντας την ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητα. Παράλληλα, η καταγραφή των σχολικών εμπειριών των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και εκπαιδευτικών υποδεικνύει την αναγκαιότητα εντατικοποίησης/σχεδιασμού σχολικών δράσεων ευαισθητοποίησης απέναντι στην σεξουαλικά συμπεριληπτική εκπαίδευση. Αντιλήψεις Εκπαιδευτικών ως προς την Σεξουαλικά Συμπεριληπτική Εκπαίδευση: Σχολικές Πρακτικές, Εμπόδια και Ικανότητα Εφαρμογής Η παρούσα έρευνα μελέτησε τις αντιλήψεις εν ενεργεία εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις πρακτικές, τα εμπόδια και την αντιλαμβανόμενη ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Συνολικά, 153 εκπαιδευτικοί (79.1% γυναίκες) από το νομό Δράμας και το νησί της Ρόδου, εργαζόμενοι/ες στην πρωτοβάθμια (66.7%) και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (33.3%), συμπλήρωσαν δια ζώσης ή ηλεκτρονικά κλίμακες αυτο-αναφοράς σχετικές με τις υπό μελέτη μεταβλητές (σχολικές πρακτικές, αντιλαμβανόμενα εμπόδια, αντιλαμβανόμενη ικανότητα). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί τείνουν να υιοθετούν σε έντονο βαθμό τόσο συμπεριληπτικές όσο και μη συμπεριληπτικές πρακτικές απένατι σε μαθητές/τριες σεξουαλικών μειονοτήτων. Αντίστοιχα, σε βαθμό άνω του μέσου όρου εκφράστηκαν τα αντιλαμβανόμενα εμπόδια καθώς και η αντιλαμβανόμενη ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Οι υπό μελέτη αντιλήψεις δεν φάνηκε να διαφοροποιούνται στατιστικώς σημαντικά βάσει φύλου, ηλικίας, επαγγελματικής προϋπηρεσίας και επιπέδου σπουδών των εκπαιδευτικών. Τέλος, συγκριτικά με τους εκπαιδευτικούς Γυμνασίου και Λυκείου, οι εκπαιδευτικοί Δημοτικού φάνηκε να τάσσονται υπέρ των σεξουαλικά συμπεριληπτικών πρακτικών στο σχολείο σε χαμηλότερο βαθμό, αν και δηλώνουν λιγότερα εμπόδια εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Τα ευρήματα υποδηλώνουν την γενικότερη αναγκαιότητα εντατικοποίησης/σχεδιασμού δράσεων επιμόρφωσης και ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με την προώθηση μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Μέσω των συγκεκριμένων δράσεων μπορεί να ενδυναμωθεί η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι εκπαιδευτικοί στον εαυτό τους να διαχειριστούν το ζήτημα της σεξουαλικής συμπερίληψης και, συνεπώς, η πρόθεσή τους να εφαρμόσουν ανάλογες πρακτικές. Σχέσεις Μεταξύ Αντιλαμβανόμενων Περιβαλλοντικών Παραγόντων, Ψυχικής Ανθεκτικότητας και Σχολικής Προσαρμογής: Μια Προκαταρκτική Συγκριτική Μελέτη Μεταξύ Εφήβων Ετεροφυλόφιλου και Ομοφυλόφιλου Σεξουαλικού Προσανατολισμού Η παρούσα έρευνα μελέτησε συγκριτικά την σχολική προσαρμογή μεταξύ εφήβων με ετεροφυλόφιλο και ομοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό. Παράλληλα, διερεύνησε μέσω ενός μοντέλου διαμεσολάβησης τον ρόλο της αντιλαμβανόμενης κοινωνικής υποστήριξης και του αισθήματος σχολικής συνδεσιμότητας (ως περιβαλλοντικών παραγόντων), καθώς και της ψυχικής ανθεκτικότητας, στη σχολική προσαρμογή και των δύο ομάδων εφήβων. Συνολικά, 198 μαθητές/τριες (63% κορίτσια) ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού και 174 μαθητές/τριες (59% αγόρια) ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού από δημόσια Λύκεια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας συμπλήρωσαν δια ζώσης κλίμακες αυτο-αναφοράς σχετικές με τις υπό μελέτη μεταβλητές (αντιλαμβανόμενη κοινωνική υποστήριξη, σχολική συνδεσιμότητα, ψυχική ανθεκτικότητα, σχολική προσαρμογή). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαθητές/τριες ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού τείνουν να βιώνουν το σύνολο των εμπλεκόμενων μεταβλητών σε στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερο βαθμό, συγκριτικά με τους/τις μαθητές/τριες ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού. Το φύλο δεν βρέθηκε να αποτελεί στατιστικώς σημαντικό διαφοροποιητικό παράγοντα για την σχολική προσαρμογή και των δύο ομάδων εφήβων. Επιπροσθέτως, στη σχέση μεταξύ των αντιλαμβανόμενων περιβαλλοντικών παραγόντων (κοινωνική υποστήριξη, σχολική συνδεσιμότητα) και της σχολικής προσαρμογής φάνηκε πως η ψυχική ανθεκτικότητα διαμεσολαβεί μερικώς στην περίπτωση των μαθητών/ριών ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού και πλήρως στην περίπτωση των μαθητών/ριών ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού. Τα συγκριτικά ευρήματα υποδηλώνουν την αναγκαιότητα ενίσχυσης της σχολικής προσαρμογής μαθητών/ριών σεξουαλικών μειονοτήτων. Παράλληλα, κρίνεται ουσιαστική η συμβολή του σχολικού και του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου στην ψυχική ανθεκτικότητα και στην σχολική προσαρμογή, ιδίως των μαθητών/ριών σεξουαλικών μειονοτήτων. Το τελευταίο υποδηλώνει πως η υιοθέτηση μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής κουλτούρας στο σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο θεωρείται σημαντική για τον συγκεκριμένο μαθητικό πληθυσμό. | ||

