Πρόγραμμα Συνεδρίου
Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).
Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 06. Ιουλ 2026 22:21:30 ΘΩΑΕ (EEST)
|
Daily Overview |
| Συνεδρία | ||
Συμπόσιο 23
| ||
| Παρουσιάσεις | ||
Ρευστές Ταυτότητες και Σταθεροί Άλλοι : Οικογένεια, Αναγνώριση και Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Εργασία με Τρανς και Νοn-Binary Άτομα Η εργασία αυτή προσεγγίζει τις πολυδιάστατες θεραπευτικές προκλήσεις που αναδύονται κατά τη συνάντηση με τρανς και non-binary άτομα, μέσα από το πρίσμα της σχεσιακής ψυχαναλυτικής θεωρίας και πράξης. Κεντρική θέση κατέχει η έννοια της συν-κατασκευής της ταυτότητας, η οποία αναδύεται στο διαπροσωπικό πεδίο της θεραπείας και διαμορφώνεται μέσα από τις εντάσεις, τις μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές κινήσεις, και τη συναισθηματική συν-ρύθμιση. Η ρευστότητα και η αμφισημία των τρανς και non-binary ταυτοτήτων έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τις εσωτερικές αναπαραστάσεις του Άλλου, δημιουργώντας σχεσιακές εντάσεις και αβεβαιότητα τόσο στο οικογενειακό όσο και στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η αδυναμία της οικογένειας να πενθήσει την απώλεια της φαντασιωτικής ταυτότητας του παιδιού δυσχεραίνει την αναγνώριση και συχνά οδηγεί σε αποκλεισμό, σιωπή ή τραυματική ρήξη. Σε αυτό το συγκείμενο, η ανάδυση της υποκειμενικότητας του τρανς ή non-binary προσώπου συνδέεται με την ανάγκη για έναν μεταβατικό χώρο που θα επιτρέψει τη συμβολική επεξεργασία και τη συγκρότηση νέας νοηματοδότησης. Η αποκάλυψη της ταυτότητας (coming out) και το βλέμμα του Άλλου λειτουργούν ως δυναμικοί καθρέφτες, οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν ή να κατακερματίσουν τη συνοχή του υποκειμένου. Η αμοιβαία αναγνώριση της υποκειμενικότητας και η διαχείριση του κινδύνου σύμπραξης ή της έντονης αντιμεταβιβαστικής αντίδρασης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη δημιουργία ενός θεραπευτικού πεδίου που δεν θα αναπαράγει τις κοινωνικές αποκλειστικές δυναμικές, αλλά θα προάγει την ψυχική μετακίνηση, την αποδοχή και την ενσωμάτωση της ρευστής ταυτότητας. Παρουσιάσεις του Συμποσίου Η Αποκάλυψη και το Βλέμμα: Coming-Out, Μητρική Αναγνώριση και το Τραύμα του Αποκλεισμού Η εισήγηση αυτή βασίζεται σε μία κλινική βινιέτα και εξετάζει τη διαδικασία αποκάλυψης της σεξουαλικής ταυτότητας (coming out) μιας νεαρής κοπέλας και την ψυχική διεργασία γύρω από το βλέμμα της μητέρας, βλέμμα που άλλοτε ζητείται ως επιβεβαίωση και άλλοτε αποφεύγεται ως απορριπτικό. Η αποκάλυψη δεν νοείται ως μια στιγμιαία πράξη αλλά αφορά μια εύθραυστη και κυκλική διαδικασία, μια διαρκή προσπάθεια για σχέση. Το πρόσωπο του θεραπευτή εμπλέκεται σχετικά και συχνά καλείται να υποστηρίξει αλλά και ταυτόχρονα να αντέξει τις μεταβιβάσεις μιας μητέρας που αδυνατεί να αναγνωρίσει τη σεξουαλικότητα της κόρης. Η θεραπευτική σχέση διαμορφώνεται μέσα από ταλαντεύσεις μεταξύ οικειότητας και απόσυρσης, με τον θεραπευόμενο να εκθέτει και να ανακαλεί διαρκώς το αφήγημά του, δοκιμάζοντας το ενδεχόμενο μιας άλλης ματιάς. Η διαδικασία του coming out στους γονείς και στην κοινωνία εγγράφεται στο σώμα ως επιθυμία να υπάρξει κανείς με αλήθεια και ασφάλεια. Η απουσία αναγνώρισης διαμορφώνει έναν βαθύ διχασμό που διαπερνά τον ψυχισμό. Στη σχεσιακή ψυχανάλυση, η ταυτότητα συγκροτείται εντός της σχέσης, και η μη αναγνώριση βιώνεται ως επιβίωση μέσα σε κενό καθρέφτη. Η θεραπευτική παρουσία φιλοδοξεί να προσφέρει έναν «αρκετά καλό καθρέφτη» που δεν απορρίπτει αλλά βλέπει, συν-κινείται, διαρκεί. Η ετεροφυλόφιλη, έγγαμη θεραπεύτρια καλείται να αναγνωρίσει τα τυφλά της σημεία, τις προκαταλήψεις της, αλλά και να αντέξει τον πόνο του Άλλου χωρίς να τον εξουδετερώνει με βεβαιότητες. Η θέση της είναι ενσώματη και πολιτική· οφείλει να γνωρίζει πότε ο τρόπος ύπαρξής της γίνεται ασυνείδητο μήνυμα προς το θεραπευόμενο και να διαμορφώνει έναν ασφαλή, ανοιχτό χώρο για το διαφορετικό. Θεραπευτικές Προκλήσεις στην Συν-Κατασκευή Ταυτότητας με Non-Binary Άτομα: Μια Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Προσέγγιση Η παρούσα εργασία εξετάζει τις θεραπευτικές προκλήσεις στη συνάντηση με non-binary άτομα, μέσα από το πρίσμα της σχεσιακής ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Όπως θα δούμε μέσα από την παρουσίαση ενός κλινικού περιστατικού, κεντρικό άξονα αποτελεί η συν-κατασκευή της ταυτότητας εντός της θεραπευτικής σχέσης, ως δυναμική διεργασία που βασίζεται στην αλληλεπίδραση και αμοιβαία αναδιαμόρφωση υποκειμενικοτήτων. Η non-binary εμπειρία ενσαρκώνει τη ρευστότητα και την αμφισημία, στοιχεία που συχνά προκαλούν σχεσιακές εντάσεις, καθώς αμφισβητούν τις σταθερές εσωτερικές αναπαραστάσεις του Άλλου — και του θεραπευτή — για το φύλο, τη συνοχή και την ταυτότητα. Η μη κανονιστική ταυτοτική θέση του non-binary ατόμου μπορεί να βιωθεί ως πρόκληση για την ψυχική συνοχή και του ίδιου του θεραπευτή, κινητοποιώντας άγχη, ανάγκη για σταθεροποίηση ή υποσυνείδητη επιθυμία για «αποκατάσταση» μέσω της ερμηνείας. Παράλληλα, τα άτομα αυτά εισέρχονται στη θεραπεία φέροντας πολιτισμικές αφηγήσεις, κοινωνικές προσδοκίες και διαγενεαλογικά στερεότυπα που έχουν εντυπωθεί στον ψυχισμό τους και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται, προσδιορίζουν και διαπραγματεύονται την ταυτότητά τους. Οι πολιτισμικές νόρμες περί φύλου, κανονικότητας και κοινωνικής αποδοχής εγγράφονται διαχρονικά στο σώμα και στη φαντασίωση, συγκροτώντας ένα υπόβαθρο εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων, που ενεργοποιούνται εντός της θεραπευτικής σχέσης. Η απώλεια συνοχής και η απώλεια κοινής νοηματοδοτούμενης αντίληψης στο εσωτερικό του θεραπευτικού δεσμού μπορεί να καταστούν γόνιμο πεδίο διερεύνησης, εφόσον υποστηριχθούν από έναν μεταβατικό χώρο που επιτρέπει την αναδυόμενη ψυχική διαμόρφωση χωρίς αναγκαστική κατηγοριοποίηση. Η αμοιβαία αναγνώριση της υποκειμενικότητας είναι αναγκαία αλλά εύθραυστη, ιδιαίτερα μπροστά στον κίνδυνο σύμπραξης ή/και έντονης αντιμεταβιβαστικής αντίδρασης, όπου ο θεραπευτής μπορεί είτε να συμπορευτεί άκριτα είτε να αμυνθεί απέναντι στη ρευστότητα του Άλλου, περιορίζοντας τη δυνατότητα ψυχικής μετακίνησης. Η σχεσιακή ψυχανάλυση προσφέρει εργαλεία για τη διατήρηση ενός εσωτερικού χώρου σκέψης και διαλόγου, όπου η μη-κανονικότητα δεν αποτελεί απειλή, αλλά πρόσκληση για συνάντηση με το Άλλο χωρίς ερμηνευτική απολυτότητα. Η Άλλη ως Καθρέφτης και Όριο: Φυλομετάβαση και η Σύνθετη Γυναικεία Υποκειμενικότητα Η Μαρίνα, μια τρανς γυναίκα, ξεκίνησε το ταξίδι της φυλομετάβασης στα 36 της έτη, μια διαδρομή γεμάτη ασυνέχειες, εκρήξεις, μετακινήσεις και ρωγμές. Στην προσπάθειά της να υπάρξει ψυχικά και σωματικά ως «γυναίκα», συμπορευτήκαμε σε ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού, με μοναδικό οδηγό έναν ψυχικό χάρτη μέσα στον οποίο η θηλυκότητα βρισκόταν διαρκώς υπό αμφισβήτηση, από τους άλλους, από τον εαυτό της, από το σώμα της. Ο εαυτός δεν είναι ενιαίος αλλά πολλαπλός, και αυτό που μεταβάλλεται είναι η ικανότητά μας να «στεκόμαστε στους ενδιάμεσους χώρους». Η θεραπεία μας έπρεπε να γίνει ακριβώς αυτός ο χώρος: ένα μεταβατικό πεδίο, όπου η επιθυμία, το τραύμα και η θηλυκότητα μπορούσαν να υπάρξουν όχι ως σταθερές, αλλά ως διαρκείς πράξεις αναγνώρισης. Η αρχική της ανάγκη για ερμηνείες και ταμπέλες υποχώρησε μπροστά σε μια βαθύτερη επιθυμία, την ανάγκη για εμπερίεξη. Την ανάγκη για τη δημιουργία ενός «διευκολυντικού περιβάλλοντος», αρκετά ασφαλούς ώστε να μπορέσει να φανεί, να ακουστεί και να αντέξει τον εαυτό της. Κάθε κρίση, κάθε αμφισβήτηση, κάθε υποτροπή, αναδείκνυε αντίρροπες μεταβιβάσεις, στις οποίες εγώ εμφανιζόμουν ως «γυναίκα-ιδεώδες» ή ως «γυναίκα-απειλή». Η ανάγκη για αμοιβαία αναγνώριση, και η θεώρηση του φύλου ως μιας «μαλακής, συναρμολογούμενης κατασκευής», με βοήθησαν – σε στιγμές έντονης απόσυρσης αλλά και βαθιάς σύνδεσης – να συναντήσω τον εαυτό μου όχι μόνο ως επαγγελματία, αλλά ως συν-δημιουργό ενός θεραπευτικού πεδίου, όπου η ταυτότητα συγκροτείται μέσω της σχέσης. Ωστόσο, η εμπλοκή μου δεν ήταν απαλλαγμένη από αντιστάσεις. Ο θεραπευτής ενδέχεται να επενδύει ασυνείδητα στην «μη-γνώση» της τρανς εμπειρίας, κρατώντας τον άλλον αμφίσημο, στο όνομα της ουδετερότητας ή της θεωρητικής συγκράτησης. Η επίγνωση αυτής της παγίδας υπήρξε καθοριστική καθώς με έφερε αντιμέτωπη με τις δικές μου φαντασιώσεις, προσδοκίες και αμυντικές συνθέσεις γύρω από το φύλο, το σώμα και τη θηλυκότητα. Αφόρητη Μεταμόρφωση: Τρανς Ταυτότητες και η Αδυναμία της Οικογένειας να Πενθήσει Εστιάζοντας στην ένταση που αναδύεται ανάμεσα στη συγκρότηση μιας τρανς ταυτότητας και στην αδυναμία της οικογένειας να πενθήσει το φαντασιωσικό παιδί που “χάνει”, η παρούσα εισήγηση διερευνά πώς αυτή η ανεκπλήρωτη διεργασία πένθους μετασχηματίζεται σε ψυχικό φορτίο και για τα δύο μέρη. Η τρανς ταυτότητα βιώνεται συχνά ως προδοσία μιας προσδοκώμενης συνέχειας, καθιστώντας το πένθος ανομολόγητο και τον δεσμό εύθραυστο. Με άξονα τη σχεσιακή ψυχανάλυση η εισήγηση αυτή επιχειρεί μία θεωρητική διερεύνηση του δεσμού που καλείται να μεταμορφωθεί για να “χωρέσει” στο οικογενειακό ασυνείδητο. Παράλληλα, συνομιλώντας με την queer θεωρία, εξετάζονται έννοιες όπως η ρευστότητα του φύλου και το κατά πόσο τα ψυχαναλυτικά σχήματα μπορούν να υποστηρίξουν την τρανς εμπειρία χωρίς απαραίτητα να την αφομοιώνουν ιδεολογικά. Επιπλέον, εξετάζεται πως το κοινωνικό ασυνείδητο και η εσωτερικευμένη ετεροκανονικότητα καθιστά δύσκολο ή αδύνατο το πένθος καθώς το παιδί που “χάνεται” δεν ήταν σωστό να “χαθεί”. Η θεωρητική αυτή σύνθεση φωτίζει τη δυσκολία της οικογένειας να αφήσει χώρο σε κάτι νέο να υπάρξει χωρίς να το καταστρέφει. Από την άλλη το τρανς άτομο καλείται αφενός να δομήσει τη νέα του ταυτότητα και αφετέρου να αντέξει την απόσυρση και την ψυχική ακαμψία του περιβάλλοντός του. Συμπερασματικά, η τρανς εμπειρία καταδεικνύει τις αδυναμίες της σχέσης να μεταμορφωθεί. Εάν καταστεί δυνατό, εάν δηλαδή υπάρξει χώρος για απώλεια από την πλευρά της οικογένειας, τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένας δεσμός που βασίζεται στην πραγματική συνάντηση. Η Σχεσιακή Ψυχανάλυση καλείται να σταθεί σε αυτή τη μετάβαση χωρίς να παθολογικοποιεί αλλά να φιλοξενεί την πολυπλοκότητά της. Το θεραπευτικό δωμάτιο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος μετάβασης και ο θεραπευτής να γίνει μάρτυρας αυτής της απώλειας και μέσο αναγνώρισης του Άλλου ως διαφορετικού αλλά συνδεδεμένου. | ||

