Πρόγραμμα Συνεδρίου

Επισκόπηση και λεπτομέρειες των συνεδριών αυτού του Συνεδρίου. Παρακαλώ επιλέξτε μία ημερομηνία ή τοποθεσία για να εμφανιστούν μόνο οι συνεδρίες εκείνης της ημέρας ή τοποθεσίας. Παρακαλώ επιλέξτε μία μόνο συνεδρία για αναλυτική προβολή (με περιλήψεις και λήψεις, εάν είναι διαθέσιμες).

Παρακαλώ σημειώστε ότι όλες οι ώρες εμφανίζονται στη ζώνη ώρας του Συνεδρίου. Η τρέχουσα ώρα του Συνεδρίου είναι: 16. Σεπ 2026 01:59:02 ΘΩΑΕ (EEST)

 
Ημερομηνία: Σάββατο, 08.11.2025
8:00έως9:00Εγγραφές
9:00έως10:30Συμπόσιο 10
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
 
Παρουσιάσεις

Η Ψυχαναλυτική Σκέψη στη Συμβουλευτική

Προεδρείο/α: Λήδα Αναγνωστάκη (Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Συζητητές/τριες: Θεόδωρος Γιοβαζολιάς (Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης)

Στόχος του συμποσίου είναι να αναδείξει τη δυνατότητα και τον πλούτο της εφαρμογής της ψυχαναλυτικής σκέψης στη συμβουλευτική διαδικασία. Η ψυχαναλυτική παράδοση προσφέρει ένα σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο που εστιάζει κατά κύριο λόγο στις ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες που λειτουργούν (και) κατά τη συμβουλευτική πράξη, στην αναγνώριση πρώιμων ψυχικών αναγκών και αμυνών, και στη σύνδεση παρελθοντικών συγκρούσεων με το «εδώ και τώρα» της συμβουλευτικής/θεραπευτικής εργασίας και την επίλυσή τους. Μέσω αυτού, καθίσταται εφικτή η σε βάθος κατανόηση της δυναμικής της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του/της συμβούλου και του/της/των συμβουλευομένου/ης/ων. Υποστηρίζεται, επομένως, ότι η ψυχαναλυτική οπτική μπορεί να εμπλουτίσει τη συμβουλευτική εργασία οδηγώντας σε γόνιμες και δημιουργικές προεκτάσεις. Όπως φαίνεται από τις εισηγήσεις του συμποσίου, η ψυχαναλυτική οπτική στη συμβουλευτική μπορεί να εφαρμοστεί σε διάφορα πλαίσια και με διαφορετικά ζητούμενα: παραδείγματος χάριν, στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, στη συμβουλευτική γονέων, στην εκπαίδευση και σε ομάδες υποστήριξης επαγγελματιών.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Προβλητική ταύτιση και αντιμεταβίβαση στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους: Επεξεργασία μέσω του «Τρίτου στην ανάλυση»

Καλλιόπη Κουνενού
Παιδαγωγικό Τμήμα, ΑΣΠΑΙΤΕ

Η ψυχαναλυτική σκέψη προσεγγίζει τη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους ως το πεδίο συνάντησης των ασυνειδήτων, τόσο των συντρόφων όσο και του ίδιου του θεραπευτή, με τον τελευταίο να γίνεται κοινωνός της ασυνείδητης δυναμικής που έχουν αναπτύξει μεταξύ τους οι σύντροφοι και έχει την αφετηρία της στις πρώιμες αντικειμενικότροπες σχέσεις του καθενός. Η εισήγηση διερευνά το ρόλο της προβλητικής ταύτισης και της αντιμεταβίβασης στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, υπό το πρίσμα της θεωρίας του αναλυτικού τρίτου (analytic third). Η προβλητική ταύτιση, ως ασυνείδητος αμυντικός μηχανισμός, έχει κεντρικό ρόλο στη συμβουλευτική/θεραπεία ζεύγους, ιδιαίτερα όπως αυτή εμφανίζεται στο πλαίσιο της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης. Τα ζευγάρια κατά την αλληλεπίδρασή τους ενεργοποιούν μια ασυνείδητη δυναμική, προβάλλοντας όψεις του εαυτού (εσωτερικευμένων σχέσεων) στο/στη σύντροφο και, αναπόφευκτα, στο θεραπευτή. Αυτές οι προβολές προκαλούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, τόσο ανάμεσα στους συντρόφους όσο και στο θεραπευτή, οι οποίες, αν παραμείνουν ασυνείδητες, ενισχύουν παθολογικά μοτίβα συσχέτισης. Βασισμένη στη θεωρία του αναλυτικού τρίτου, η παρουσίαση επιχειρεί να αναδείξει πώς η αντιμεταβίβαση του θεραπευτή μπορεί να αποτελέσει ένα καίριο διαγνωστικό και θεραπευτικό εργαλείο. Αντί να αποφεύγεται η συναισθηματική εμπλοκή, ο θεραπευτής καλείται να περιέξει και να ερμηνεύσει συμβολικά το κοινό διαπροσωπικό πεδίο. Η αναφορά σε δύο μελέτες περίπτωσης θα δείξει πώς τα συναισθήματα που βιώνει ο θεραπευτής, όπως εκνευρισμός, αδυναμία ή πίεση αποκαλύπτουν την ασυνείδητη δυναμική του ζεύγους που συνήθως δημιουργεί και τα προβλήματα στη μεταξύ τους σχέση. Δίνεται έμφαση στη διατήρηση μιας στοχαστικής στάσης που επιτρέπει τη δημιουργία χώρου στον «τρίτο της ανάλυσης», ώστε το ζεύγος να μπορέσει να ανακτήσει και να επεξεργαστεί ασυνείδητα κομμάτια του εαυτού, προωθώντας την αλλαγή, τη σύνδεση, και τη θεραπεία.

 

Η συμβουλευτική γονέων μέσα από το ψυχαναλυτικό πρίσμα της κατανόησης των πρωταρχικών σχέσεων

Σοφία Ανασοντζή
Τμήμα Ψυχολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Η συμβουλευτική των γονέων ως μέρος του θεραπευτικού πλαισίου της ψυχοθεραπείας του παιδιού αποτελεί μία ιδιάζουσα ψυχοθεραπευτική εργασία καθώς ο λόγος των γονέων θα αναδυθεί ατομικά σε σχέση με τον εαυτό τους και με τις δικές τους σκέψεις, συναισθήματα, άγχη, αλλά ταυτόχρονα και σχεσιακά, δηλαδή στη σχέση τους με το παιδί τους και στη σχέση τους με τον άλλο γονέα – σύντροφο, συνδυάζοντας πολλαπλές θεραπευτικές ανάγκες. Επομένως, η συμβουλευτική των γονέων μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά στη κατανόηση της ψυχοθεραπευτικής εργασίας που πραγματοποιεί το παιδί, να υποστηρίξει τη γονική λειτουργία και τη σχέση γονέων-παιδιού, να διαφωτίσει την οικογενειακή δυναμική και, όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν προσωπικές ψυχολογικές δυσκολίες, θα βοηθήσει να διαμορφωθεί το αίτημα για δική τους ψυχοθεραπευτική εργασία. Μέσα από το ψυχαναλυτικό πρίσμα η συμβουλευτική των γονέων θα δώσει τη δυνατότητα της εμπερίεξης και της απαρτίωσης όλων αυτών των ρόλων, των λειτουργιών και των αναγκών, καθώς θα συμπεριλάβει τις συνειδητές και τις ασυνείδητες πλευρές της ψυχικής λειτουργίας των μελών της οικογένειας και των μεταξύ τους σχέσεων (συγκρούσεις, επιθυμίες/προσδοκίες και ματαιώσεις, προβολές και φαντασιώσεις ). Όπως αναφέρει και ο Bion, η πρωταρχική σχέση του γονέα με το παιδί έχει αυτόν τον εμπεριέχον και μορφοποιητικό χαρακτήρα-αυτό το χαρακτηριστικό της επεκτείνεται και στη ψυχαναλυτική συμβουλευτική των γονέων. Έτσι η ψυχαναλυτική εργασία με τους γονείς έχει μία περιέχουσα λειτουργία καθώς θα εμπεριέξει τα ψυχικά παράγωγα του παιδιού και θα δώσει ψυχικό νόημα στη συμπεριφορά και στη συναισθηματική κατάσταση του. Ταυτόχρονα έχει μία μορφοποιητική λειτουργία καθώς θα ενισχύσει τη ψυχικοποίηση και τη συμβολοποίηση όσων διαμείβονται μέσα στο παιδί και στο «σχετίζεσθαι» του με τα πρόσωπα που το περιβάλλουν. Μέσω αυτή της περιέχουσας και μορφοποιητικής λειτουργίας που ενεργοποιείται στη συμβουλευτική των γονέων ενισχύεται πολλαπλά και ταυτόχρονα η κατανόηση της ψυχικής λειτουργίας του παιδιού, της σχέσης

 

Ψυχανάλυση και εκπαίδευση: μια «αδύνατη» συνύπαρξη;

Παναγιώτης Λιανός
Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ένα εξαιρετικά σημαντικό και πολυσύνθετο ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο μπορούν να συνυπάρξουν το σχολείο και η ψυχανάλυση. Η απάντηση δεν είναι απλή ή μονοσήμαντη, καθώς η ψυχανάλυση και το σχολείο έχουν διαφορετικές αφετηρίες, σκοπούς και «λογικές» λειτουργίας, όμως σε ορισμένες προσεγγίσεις συγκλίνουν, συνεργάζονται ή αλληλοσυμπληρώνονται. Παρά τις διαφορές, η συνάντηση τους είναι αναγκαία και δημιουργική σε πολλές περιπτώσεις. Αρχικά, στην παρουσίαση γίνεται αναφορά σε αυτές τις διαφορές μέσα από μια παράλληλη ιστορική αναδρομή των δύο θεσμών. Στη συνέχεια, δίνεται έμφαση στα σημεία συνάντησης και ιδιαίτερα στην διαπίστωση ότι η σχολική πρακτική έχει πάντοτε ψυχικό υπόβαθρο. Μέσα από σύνθεση ψυχαναλυτικής έρευνας και θεωρίας παρουσιάζονται τα αποτελέσματα και οι πρακτικές εφαρμογές της συνύπαρξης από σχολικούς ψυχολόγους με ψυχαναλυτικό υπόβαθρο, με σκοπό όχι την ανάλυση και θεραπεία των μαθητών, αλλά την καλλιέργεια ενός κλίματος κατανόησης «βάθους» των εσωτερικών συγκρούσεων, αναγκών, αντιστάσεων και επιθυμιών. Συμπερασματικά, συζητείται ο τρόπος που το σχολείο και η ψυχανάλυση μπορούν να επιτευχθεί αυτή η συνάντηση — όχι ως ταυτοσημία των θεσμών, αλλά σε δημιουργική ένταση, καθώς η ψυχανάλυση δεν έρχεται να διορθώσει ή να υποκαταστήσει την παιδαγωγική, αλλά να την εμβαθύνει, να την κάνει πιο ανθρώπινη, πιο ενσυναίσθητη.

 

Συμβουλευτική ομιλήκων εκπαιδευτικών: ομάδες συζήτησης εργασίας με ψυχαναλυτικό προσανατολισμό

Λήδα Αναγνωστάκη; Θεοφανία Αντύπα; Χριστίνα Αρμάου
Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στη Προσχολική Ηλικία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι ομάδες συζήτησης εργασίας (work discussion groups) αντλούν από τον πλούτο της ψυχαναλυτικής θεωρίας και παρέχουν ένα πλαίσιο όπου οι επαγγελματίες έχουν τη δυνατότητα να μοιραστούν τις ανησυχίες, δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στην εργασία τους, υπό το συντονισμό ενός/μίας ψυχαναλυτικού ψυχοθεραπευτή/τριας. Η εστίαση δεν είναι στην επείγουσα εύρεση «έτοιμων» λύσεων, αλλά στην αναγνώριση των συνειδητών και ασυνείδητων συναισθηματικών διεργασιών και συγκρούσεων και στην προαγωγή της αυτοπαρατήρησης και του αναστοχασμού, ώστε οι συμμετέχοντες/ουσες να ενδυναμωθούν στην εύρεση των δικών τους λύσεων. Ομάδες συζήτησης εργασίας με εκπαιδευτικούς έχουν πραγματοποιηθεί σε αρκετές εκπαιδευτικές βαθμίδες με σημαντικά οφέλη, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναμφίβολα, η συμβολή των εκπαιδευμένων ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπευτών/τριών στις ομάδες αυτές είναι πολύτιμη. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να εκπαιδευτεί επαρκής αριθμός ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπευτών/τριών ώστε να να καλύψουν τις ανάγκες όλων των εκπαιδευτικών. Μια λύση θα μπορούσε να περιλαμβάνει την κατάρτιση εκπαιδευτικών ώστε να γίνουν συντονιστές/ίστριες σε τέτοιες ομάδες. Αυτό θα σήμαινε ότι, στη συνέχεια, οι ομάδες συζήτησης εργασίας θα λειτουργούσαν ως «ομάδες ομηλίκων» («peer groups») που θα αποτελούνται αλλά και συντονίζονται από άτομα με αντίστοιχη θέση στο εργασιακό πλαίσιο. Στην εισήγηση συζητείται η εμπειρία από τη λειτουργία ομάδων συζήτησης εργασίας ομηλίκων στο πλαίσιο της προσχολικής εκπαίδευσης που λειτουργούν εδώ και 4 χρόνια στο Συμβουλευτικό Κέντρο Ομηλίκων στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρουσιάζονται τα δεδομένα από τη λειτουργία αυτών των ομάδων καθώς και τίθενται θεωρητικοί και πρακτικοί προβληματισμοί για τη συνέχιση αυτού του πρωτοποριακού θεσμού.

 
9:00έως10:30Συμπόσιο 11
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.2
 
Παρουσιάσεις

Επαγγελματική Συμβουλευτική και Επαγγελματική Ένταξη Ατόμων από Κοινωνικά Ευάλωτες Ομάδες: Προκλήσεις για τους Συμβούλους Σταδιοδρομίας

Προεδρείο/α: Νίκος Δρόσος (European University Cyprus)

Συζητητές/τριες: Αργυρώ Χαροκοπάκη (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής)

Το παρόν συμπόσιο επικεντρώνεται στις πολύπλευρες προκλήσεις και δυνατότητες της συμβουλευτικής σταδιοδρομίας για άτομα που ανήκουν σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες, μέσα από τέσσερις εισηγήσεις με κοινό θεμέλιο την κοινωνική ευαισθησία και την επαγγελματική ενδυνάμωση. Συγκεκριμένα, εξετάζονται οι ανάγκες ατόμων με ιστορικό εξάρτησης, πρώην κρατουμένων, ατόμων με νοητική αναπηρία και ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, με επίκεντρο την υποστήριξή τους στη μετάβαση προς την αγορά εργασίας και την κοινωνική συμμετοχή. Το θεωρητικό πλαίσιο του συμποσίου εδράζεται σε σύγχρονες κονστρουκτιβιστικές και κοινωνικο-κονστρουξιονιστικές προσεγγίσεις, στις οποίες η επαγγελματική ταυτότητα δεν θεωρείται προϋπάρχουσα αλλά συν-κατασκευάζεται μέσα από βιωμένες εμπειρίες, σχέσεις και κοινωνικές αφηγήσεις. Η προσωποκεντρική προσέγγιση, σε συνδυασμό με τις θεωρίες κατασκευής σταδιοδρομίας, αναδεικνύει τη σημασία της αυθεντικής σχέσης συμβούλου-συμβουλευομένου, της ενσυναίσθησης και της ενδυνάμωσης, ιδίως όταν ο/η ωφελούμενος/η φέρει βιώματα τραύματος, αποκλεισμού ή στιγματισμού. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη επανανοηματοδότησης της εργασίας όχι απλώς ως επιβίωση, αλλά ως χώρου νοήματος, κοινωνικής δικτύωσης και αυτοπραγμάτωσης. Οι εισηγήσεις φωτίζουν καλές πρακτικές, όπως η αξιοποίηση προσαρμοσμένων εργαλείων αξιολόγησης, οι αφηγηματικές τεχνικές, οι βιωματικές παρεμβάσεις και η διασύνδεση με δομές υποστήριξης και εργοδοτικούς φορείς. Το συμπόσιο φιλοδοξεί να συμβάλει στον θεωρητικό αναστοχασμό, την ανταλλαγή εμπειριών και την ενίσχυση του επαγγελματικού ρόλου των συμβούλων σταδιοδρομίας, προωθώντας ένα μοντέλο συμβουλευτικής κοινωνικά δίκαιο, ευαίσθητο στις διαφορές και ικανό να στηρίζει ουσιαστικά τα πιο περιθωριοποιημένα μέλη της κοινωνίας.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Συμβολή της Συμβουλευτικής Σταδιοδρομίας στην Επανένταξη Τοξικοεξαρτημένων Ατόμων: Προκλήσεις και Προοπτικές

Πηνελόπη Βουγιουκλάκη
Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (Ε.Ο.Π.Α.Ε.)

Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην ολιστική υποστήριξη των ατόμων που έχουν βιώσει τοξικοεξάρτηση, καθώς συμβάλλει όχι μόνο στην ενδυνάμωση και αυτονόμησή τους, αλλά και στην ουσιαστική επανένταξή τους στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας. Η επαγγελματική επανένταξη αποτελεί κομβικό τμήμα της κοινωνικής ένταξης, καθώς η εργασία δομεί την ημέρα μας και προσφέρει νόημα στη ζωής μας. Η εργασιακή αποκατάσταση δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο επιβίωσης, αλλά ουσιώδες θεραπευτικό εργαλείο για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των τοξικοεξαρτημένων ατόμων. Ο επαγγελματικός ρόλος τους δίνει τη δυνατότητα να επανενταχθούν ουσιαστικά στην κοινωνία, να επουλώσουν την ψυχική φθορά της εξάρτησης και να οικοδομήσουν μια νέα, σταθερή ζωή σε νέες βάσεις-αξίες. Ωστόσο, ο σύμβουλος σταδιοδρομίας καλείται να διαχειριστεί σύνθετες προκλήσεις. Ο στιγματισμός, η έλλειψη αυτοεκτίμησης, τα χαμηλά εκπαιδευτικά- επαγγελματικά προσόντα, αλλά και η δυσκολία χάραξης ρεαλιστικών επαγγελματικών στόχων, σε συνδυασμό με αντικειμενικά εμπόδια πρόσβασης στην αγορά εργασίας είναι μερικά από τα πιθανά χαρακτηριστικά των τοξικοεξαρτημένων, τα οποία προσδιορίζουν την ατομική ιστορία κάθε περίπτωσης και τις δυσκολίες ενσωμάτωσης τους στο εργασιακό δυναμικό. Η παρούσα διάλεξη, εστιάζει πως η Συμβουλευτική Σταδιοδρομίας λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη θεραπεία και την κοινωνική/επαγγελματική αποκατάσταση, ενισχύοντας την αυτονομία, την ελπίδα και τη δυνατότητα μιας νέας αρχής. Μετασχηματίζοντας, έτσι, την έννοια της εργασίας σε μοχλό ζωής με νόημα. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται η σημασία της σχέσης εμπιστοσύνης και της προσωποκεντρικής προσέγγισης, ενώ τονίζεται ο ρόλος της αξιολόγησης δεξιοτήτων και ενδιαφερόντων με τη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων, της ομαδικής συμβουλευτικής, καθώς και των εξατομικευμένων σχεδίων δράσης. Επιπροσθέτως, κατατίθενται προβληματισμοί όσον αφορά την ανάγκη ευαισθητοποίησης και διασύνδεσης με την κοινότητα και τους εργοδοτικούς φορείς, καθώς και την επιμόρφωση των συμβούλων σε θέματα ψυχικής υγείας και εξάρτησης. Τέλος, υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα διεπιστημονικών πλαισίων παρέμβασης και παρεμβάσεις πολιτικής, με στόχο τη δημιουργία υποστηρικτικού πλαισίου μετάβασης από την περιθωριοποίηση στην ενδυνάμωση και στην επανασύνδεση του ατόμου με την κοινότητα.

 

Επαγγελματικός Προσανατολισμός σε Συνθήκες Εγκλεισμού: Η Ευελιξία ως Καθοριστικός Παράγοντας Συμβουλευτικής Αποτελεσματικότητας

Τριανταφυλλιά Διαμαντή
Σύμβουλος Σταδιοδρομίας

Η επαγγελματική συμβουλευτική με άτομα που βρίσκονται ή βρέθηκαν στο σωφρονιστικό σύστημα είναι μια διαδικασία γεμάτη προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες. Οι πρώην κρατούμενοι, εκτός από την εμπειρία του εγκλεισμό, κουβαλούν μαζί τους ιστορίες κοινωνικού αποκλεισμού, εκπαιδευτικών ελλείψεων και περιόδων επαγγελματικής αδράνειας. Η επαγγελματική τους ταυτότητα είναι συχνά ασαφής ή ανενεργή γεγονός που απαιτεί εξατομικευμένη συμβουλευτική προσέγγιση προσαρμοσμένη στην ενεργοποίηση για κοινωνική και εργασιακή επανένταξη. Ο ρόλος του συμβούλου σταδιοδρομίας δεν είναι απλώς να δώσει πληροφορίες για επαγγέλματα, αλλά να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο, να αναγνωρίσει τις δυσκολίες, να ακούσει τις ανάγκες και να συνδιαμορφώσει ένα ρεαλιστικό και ενδυναμωτικό πλάνο ζωής μετά την αποφυλάκιση. Οι σύμβουλοι σταδιοδρομίας που δραστηριοποιούνται σε αυτό το πλαίσιο καλούνται να λειτουργήσουν με ευαισθησία, ευελιξία και γνώση, αντιμετωπίζοντας στερεότυπα, φόβους και θεσμικά εμπόδια. Η παρούσα εισήγηση, η οποια αντλεί το υλικό της από εμπειρία στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, όπου η επαγγελματική συμβουλευτική εφαρμόζεται σε συνθήκες επανένταξης, αναδεικνύει τις προκλήσεις που καλούνται να διαχειριστούν οι σύμβουλοι σταδιοδρομιας: την έλλειψη οργανωμένων παρεμβάσεων μέσα στις φυλακές, την περιορισμένη διασύνδεση με την αγορά εργασίας, το αποτρεπτικό βάρος του ποινικού μητρώου, το οποίο συχνά λειτουργεί ως επίμονο φίλτρο κοινωνικού και επαγγελματικού αποκλεισμού καθώς και τις κοινωνικές προκαταλήψεις που συχνά υπονομεύουν την προσπάθεια επανένταξης. Ταυτόχρονα, παρουσιάζονται καλές πρακτικές που μπορούν να κάνουν τη διαφορά: ατομικές συνεντεύξεις σταδιοδρομίας, αφήγηση προσωπικής διαδρομής, αλλά και διασύνδεση με κοινωνικές επιχειρήσεις και δομές στήριξης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ευελιξία: όχι ως τεχνική, αλλά ως στάση. Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας δεν είναι ποτέ ίδια, αλλάζει ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Κι όταν προσαρμόζεται κατάλληλα, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προσωπική ενδυνάμωση και την ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των πρώην κρατουμένων στην κοινωνία.

 

Επαγγελματικός Προσανατολισμός σε Άτομα με Νοητική Αναπηρία: Προκλήσεις, ανάγκες και προοπτικές

Νεκταρία Σηφάκη
Ίδρυμα Θεοτόκος

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ατόμων με νοητική αναπηρία αποτελεί πεδίο με ιδιαίτερες προκλήσεις τόσο για τους επαγγελματίες όσο και για τα ίδια τα άτομα που συμμετέχουν στη διαδικασία. Η διερεύνηση των επαγγελματικών ενδιαφερόντων, των δεξιοτήτων και των δυνατοτήτων τους προϋποθέτει προσαρμοσμένες μεθοδολογικές προσεγγίσεις, καθώς τα παραδοσιακά εργαλεία αξιολόγησης συχνά αποδεικνύονται ακατάλληλα για την αποτύπωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και αναγκών αυτής της πληθυσμιακής ομάδας. Επιπλέον, τα άτομα με νοητική αναπηρία συχνά αντιμετωπίζουν εμπόδια στην ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και περιορισμένες εμπειρίες στον πραγματικό κόσμο της εργασίας, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ανάπτυξη ρεαλιστικών επαγγελματικών προσδοκιών. Ένα σημαντικό ζήτημα που ανακύπτει είναι και η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος, το οποίο άλλοτε ενισχύει και άλλοτε περιορίζει την ελευθερία επιλογής του ατόμου, επηρεάζοντας καθοριστικά την πορεία της επαγγελματικής του εξέλιξης. Παράλληλα, το έλλειμμα προσβασιμότητας σε ευκαιρίες πρακτικής άσκησης, επιτείνει τις δυσκολίες μετάβασης στην αγορά εργασίας. Η παρούσα εργασία βασίζεται στην εμπειρία και την πρακτική εφαρμογή προγραμμάτων επαγγελματικού προσανατολισμού στο Ίδρυμα Θεοτόκος, έναν φορέα που ειδικεύεται στην εκπαίδευση και υποστήριξη ατόμων με αναπτυξιακές διαταραχές, και εστιάζει στις βασικές προκλήσεις που αναδεικνύονται κατά την εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων. Παράλληλα, προτείνονται κατευθύνσεις για την ανάπτυξη υποστηρικτικών παρεμβάσεων που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητες των ατόμων με νοητική αναπηρία, με στόχο την ουσιαστική υποστήριξή τους προς μια όσο το δυνατόν πιο αυτόνομη και ικανοποιητική επαγγελματική ζωή.

 

Συμβουλευτική Σταδιοδρομίας και Ένταξη ΛΟΑΤΚΙ+ Ατόμων στην Εργασία: Προκλήσεις και Ευκαιρίες για μια Συμπεριληπτική Πρακτική

Νίκος Δρόσος
European University Cyprus

Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας, ως πρακτική ενδυνάμωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης, καλείται να ανταποκριθεί σε πραγματικότητες διακρίσεων, στιγματισμού και θεσμικών αποκλεισμών που αντιμετωπίζουν συχνά τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την αγορά εργασίας. Ζητήματα όπως η εσωτερικευμένη ομοφοβία/τρανσφοβία, η έλλειψη πρότερων θετικών επαγγελματικών εμπειριών, η απόκρυψη ή μη έκφραση της ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού στον εργασιακό χώρο, αλλά και η έλλειψη κατάλληλων δομών υποστήριξης, καθιστούν το έργο του/της συμβούλου ιδιαίτερα απαιτητικό. Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας, στο πλαίσιο μιας κονστρουκτιβιστικής και κοινωνικο-κονστρουξιονιστικής προσέγγισης, αποτελεί μια διαδικασία νοηματοδότησης και απόδοσης ταυτότητας, με τον/την σύμβουλο σε ρόλο συν-διαμορφωτή της επαγγελματικής αφήγησης. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα συχνά καλούνται να πλοηγηθούν σε περιβάλλοντα μη αποδοχής, όπου η ανάγκη απόκρυψης της ταυτότητας, η εσωτερικευμένη ομοφοβία/τρανσφοβία και οι εμπειρίες διακρίσεων επηρεάζουν αρνητικά την αυτοαντίληψη και τις επαγγελματικές φιλοδοξίες. Μέσα από τον φακό της θεωρίας κατασκευής της σταδιοδρομίας, η εργασία δεν αποτελεί απλώς μέσο επιβίωσης αλλά ένα πεδίο αφήγησης, δράσης και σύνδεσης με τον εαυτό και την κοινωνία. Η προσωποκεντρική προσέγγιση επιτρέπει στον/στη σύμβουλο να δημιουργήσει ένα κλίμα αυθεντικής αποδοχής, ενίσχυσης και εμπιστοσύνης, απαραίτητο για την αποδόμηση στιγματιστικών βιωμάτων και την υποστήριξη νέων προοπτικών Η εισήγηση εστιάζει σε συμπεριληπτικές στρατηγικές, όπως η χρήση ασφαλούς και μη στιγματιστικής γλώσσας, καθώς και η συνεργασία με ΛΟΑΤΚΙ+ φορείς και κοινότητες. Παράλληλα, παρουσιάζονται βασικά ερευνητικά ευρήματα που αναδεικνύουν τις ανισότητες πρόσβασης και τις ανάγκες της ομάδας. Τέλος, αναδεικνύεται η ανάγκη επιμόρφωσης των συμβούλων σταδιοδρομίας, η διαμόρφωση πολιτικών χωρίς αποκλεισμούς και η θεσμική δέσμευση για ένα εργασιακό περιβάλλον που να προάγει την ισότητα, την ασφάλεια και την ορατότητα.

 
9:00έως10:30Συμπόσιο 12
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1
 
Παρουσιάσεις

Εαυτός, Φύλο Και Η Εύθραυστη Φαντασίωση Της Ταυτότητας Στην Εποχή Της Εικόνας: Συνθετικές Αναγνώσεις Στον Ψηφιακό Χώρο

Προεδρείο/α: Μελίνα Παπαϊωάννου (Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης - ΕΚΙΣΥΠ)

Συζητητές/τριες: Μελίνα Παπαϊωάννου (Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης - ΕΚΙΣΥΠ)

Το συμπόσιο εξετάζει τις πολλαπλές όψεις της κατασκευής της ταυτότητας γυναικών, νέων και ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στον σύγχρονο ψηφιακό πολιτισμό και συνδέει τα συμπεράσματα των μελετών με κατευθυντήριες δυνατότητες για τη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Εντάσσεται οργανικά στη θεματική «Συμβουλευτική, ζητήματα φύλου, κατασκευή ταυτοτήτων», αναδεικνύοντας τους νέους όρους με τους οποίους το φύλο βιώνεται και εκφράζεται στον ψηφιακό χώρο. Η πρώτη εργασία εξετάζει πώς η γυναικεία υποκειμενικότητα αναδομείται μέσα από τα φίλτρα και τα βλέμματα του ψηφιακού πλήθους, τονίζοντας το πώς η εικόνα κυριαρχεί εις βάρος της φωνής και της βιωμένης εμπειρίας. Με όχημα τη συνθετική συμβουλευτική και τη μεταφορά του πλατωνικού σπηλαίου, αναδεικνύονται οι παγίδες της εξωτερικής επικύρωσης και προτείνονται θεραπευτικοί δρόμοι επανασύνδεσης με την αυθεντική γυναικεία φωνή. Η δεύτερη εργασία εστιάζει στη διαμεσολαβημένη κατασκευή και έκφραση εναλλακτικών ταυτοτήτων εφήβων και νέων, εστιάζοντας στο φύλο. Αναδεικνύεται η σημασία της ψηφιακής επιτελεστικότητας, η ρευστότητα, η πολλαπλότητα των ψηφιακών εαυτών, η χρήση μη δυαδικών όρων και η ένταση μεταξύ αυθεντικότητας και ψηφιακής αναπαράστασης του εαυτού. Αναζητούνται κατάλληλα εργαλεία ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας και αυθεντικότητας των νέων, στις αφηγηματικές και μεταμοντέρνες προσεγγίσεις. Η τρίτη εργασία συμπληρώνει την εικόνα, εστιάζοντας σε ζητήματα αυτοπροσδιορισμού, ορατότητας, ενδυνάμωσης αλλά και ψηφιακού τραύματος λόγω διαδικτυακού αποκλεισμού, επιτήρησης ή ρητορικής μίσους έναντι των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Αναδεικνύει το ρόλο της Συμβουλευτικής ως ένα χώρο αποδοχής, ασφάλειας και συνοδείας των θεραπευομένων, στην πλοήγησή τους μεταξύ ψηφιακών και πραγματικών κόσμων. Συνολικά, οι τρεις εργασίες λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική ένταση μεταξύ online και offline ταυτότητας και τις απαιτήσεις αυτοπαρουσίασης υπό συνεχή ψηφιακή επιτήρηση, προτείνουν πρακτικές που ενισχύουν την αφήγηση του αυθεντικού εαυτού και καλλιεργούν την ικανότητα διαχείρισης των πολυφωνικών ταυτοτήτων. Υποστηρίζουν την ανάγκη για μια Συμβουλευτική Ψυχολογία με κουλτούρα συμπερίληψης, που συνομιλεί κριτικά με τις συνθήκες της ψηφιακής κοινωνίας, αναγνωρίζοντας τη ρευστότητα και τη διαπραγματευσιμότητα του φύλου και της ταυτότητας, ως κεντρικά πεδία ψυχοκοινωνικής φροντίδας.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

«Πίσω Από Την Εικόνα, Ποια Φωνή;»: Η Γυναικεία Ταυτότητα Στον Ψηφιακό Καθρέφτη Της Επιθυμίας Και Του Βλέμματος.

Σπυριδούλα-Ηρώ Τζαμάκου
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης - ΕΚΙΣΥΠ

Στην εποχή της εικόνας και της αέναης ψηφιακής έκθεσης, η γυναικεία ταυτότητα επαναπροσδιορίζεται διαρκώς μέσα από φίλτρα, βλέμματα και επιθυμίες που συχνά δεν της ανήκουν. Η εργασία εστιάζει στο πώς η σύγχρονη γυναίκα προβάλλεται και αυτοπροσδιορίζεται μέσα στον ψηφιακό χώρο, εστιάζοντας στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram, TikTok), που λειτουργούν ως νέοι «καθρέφτες» ή σπήλαια – κατά την αλληγορία του Πλάτωνα – όπου η εικόνα αντικαθιστά τη φωνή. Tο ρητό της εποχής “perception is reality” υποδηλώνει ότι η ψηφιακή αντίληψη γίνεται πραγματικότητα. Μέσα από το πρίσμα της συνθετικής προσέγγισης στην ψυχοθεραπεία, αναλύεται πώς οι σύγχρονες γυναίκες επηρεάζονται από την επιθυμία του Άλλου, το βλέμμα του ψηφιακού κοινού και τις κατασκευασμένες ταυτότητες. Η εργασία εστιάζει στην κατασκευή της γυναικείας υποκειμενικότητας και στην προσπάθεια αυθεντικής φωνής μέσα σε έναν κόσμο πλαστών εικόνων και φίλτρων. Η πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου χρησιμοποιείται ως μεταφορά για την ψευδαίσθηση που δημιουργείται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: οι σκιές στην οθόνη αντικαθιστούν ή πείθουν για την εμπειρία και το βίωμα. Η φωνή πίσω από την εικόνα συχνά σιωπά, απορροφημένη σε μια συνεχή προσπάθεια αποδοχής και κατανάλωσης της ίδιας της εικόνας της. Η ψυχοθεραπευτική ανάγνωση αυτού του φαινομένου επιχειρεί να φωτίσει τρόπους ενίσχυσης της εσωτερικής φωνής και αυθεντικότητας, προτείνοντας έναν διάλογο ανάμεσα στην εικόνα και το βίωμα, την επιθυμία και το Είναι, μέσα από τις πολλαπλές οπτικές της συνθετικής προσέγγισης. Η συνθετική ψυχοθεραπεία, ενσωματώνοντας εργαλεία από διαφορετικά θεραπευτικά μοντέλα, προσφέρει έναν δυναμικό χώρο επεξεργασίας του εσωτερικού κατακερματισμού που προκαλεί η επίπλαστη εικόνα. Υποστηρίζει τη γυναικεία υποκειμενικότητα να επανασυνδεθεί με τον εσωτερικό της κόσμο, και την δική της προσωπική αλήθεια. Καλλιεργεί την αυτοπαρατήρηση χωρίς ενοχή και ενδυναμώνει τη φωνή που διεκδικεί και εκφράζεται ελεύθερα, μακριά από φίλτρα. Έτσι, η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική γίνεται πράξη αντίστασης και επανοικειοποίησης του εαυτού, πράξη υποστήριξης και ενδυνάμωσης για την κάθε γυναίκα ξεχωριστά.

 

«Εαυτός Σε Pixels, Φύλο, Υπό Διαπραγμάτευση» : Το Φύλο Ως Ρευστή Και Διαπραγματεύσιμη Ταυτότητα Στον Ψηφιακό Καθρέφτη Εφήβων Και Νέων.

Γεωργία Φιλιπποπούλου
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης - ΕΚΙΣΥΠ

Η παρούσα εργασία εξετάζει το πώς οι διαδικτυακές κοινότητες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαμορφώνουν τη νεανική ταυτότητα, δίνοντας έμφαση στο φύλο ως ρευστή, διαπραγματεύσιμη και πολιτισμικά κατασκευασμένη διάσταση. Συμπερασματικά επιχειρεί να συνδέσει τα ευρήματα με υποδείξεις για το μέλλον της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας. Βασιζόμενη σε θεματική βιβλιογραφική ανασκόπηση ελληνικών και διεθνών μελετών που αφορούν τη διαμεσολαβημένη ταυτότητα εφήβων και νέων στο ψηφιακό πεδίο, η ανάλυση αναδεικνύει την “ψηφιακή στροφή” στην κατασκευή της ταυτότητας, την επιτελεστικότητα, τη διαθεματικότητα, τον κατακερματισμό, τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά του σύγχρονου εαυτού. Οι έφηβοι χρησιμοποιούν τα μέσα για εξερεύνηση πειραματικών ή / και εναλλακτικών αυτο-αφηγήσεων, ενώ το ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί πλέον ενεργό θεσμικό παράγοντα κοινωνικοποίησης. Το φύλο παρουσιάζεται ως δυναμική και πολυδιάστατη ταυτότητα, που εκφράζεται συχνά μέσα από μη δυαδικούς όρους και διαφορετικούς αυτοπροσδιορισμούς. Η ύπαρξη πολλαπλών ψηφιακών περσόνων και η διασύνδεση μεταξύ online και offline εαυτού, αυξάνουν την ένταση μεταξύ αυθεντικότητας και ψηφιακής επιτελεστικότητας, υπό την επιρροή της «συλλογικής παρακολούθησης» από peers, followers και κοινωνικά δίκτυα. Η Συμβουλευτική Ψυχολογία καλείται να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας πραγματικότητας, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για πολυφωνικές, συνθετικές, ευέλικτες και ενδυναμωτικές προσεγγίσεις. Ανάμεσα στις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις, η αφηγηματική θεραπεία, σε συνδυασμό με τη θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης (ACT) και τις εκφραστικές, σωματικές μεθόδους, αναδεικνύονται ως στρατηγικές εκλογής. Τέτοιες παρεμβάσεις ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα, την αυτονομία και την αυθεντικότητα των νέων, επιτρέποντάς τους να οικοδομούν νόημα μέσα από ενδυναμωμένες ψηφιακές αυτο-αφηγήσεις. Παράλληλα, αναδεικνύεται ως καθοριστικής σημασίας η ανάγκη για διαπολιτισμικά ευαίσθητες και ενήμερες συμβουλευτικές πρακτικές, η αποδόμηση της παραδοσιακής “εξουσίας” του θεραπευτή που υπαγορεύει και κατευθύνει σύμφωνα με πρότυπα κανονικότητας, καθώς και η ηθική εγρήγορση απέναντι σε ζητήματα έμφυλης έκθεσης, κοινωνικού ελέγχου και ψηφιακής επιτήρησης στο πολυεπίπεδο τοπίο της ψηφιακής εμπειρίας κοινωνικοποίησης, ώστε η Συμβουλευτική να εναρμονιστεί με της διαρκώς μεταβαλλόμενη σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα.

 

«Ψηφιακές ΛΟΑΤΚΙ+ Ταυτότητες»: Ορατότητα, Φαντασίωση Και Η Ανάγκη Για Αυθεντικότητα Στη Θεραπευτική Πράξη: Η Επιθυμία Να «Φανώ» - Η Ανάγκη Να Μη «Χαθώ».

Αικατερίνη Δρίτσα
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης - ΕΚΙΣΥΠ

Η συγκεκριμένη εργασία διερευνά το ρόλο των ψηφιακών ταυτοτήτων στα ΛΟΑΤΚΙ+ υποκείμενα, εστιάζοντας στην ένταση ανάμεσα στην επιθυμία για ορατότητα και στην ανάγκη για αυθεντικότητα, όπως αυτή αναδύεται και επεξεργάζεται στη θεραπευτική πράξη. Στο πλαίσιο της ραγδαίας ψηφιοποίησης της κοινωνικής ζωής, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα βρίσκουν στα ψηφιακά μέσα ένα εν δυνάμει χώρο απελευθέρωσης, επιτέλεσης ταυτότητας, παιχνιδιού με τις εκφράσεις του εαυτού, δοκιμής πολλαπλών ρόλων και αναζήτησης κοινότητας. Παράλληλα, ο συγκεκριμένος χώρος δέχεται νέες πιέσεις για κανονικοποίηση, εμπορευματοποίηση και διαρκή αξιολόγηση, καθιστώντας τη διαδικασία συγκρότησης του εαυτού ψυχικά απαιτητική και συχνά αντιφατική. Η εργασία δομείται βασιζόμενη σε δύο θεωρητικές παραδοχές: αφενός, τη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου της Judith Butler, η οποία αντιλαμβάνεται την ταυτότητα ως αποτέλεσμα κοινωνικών επιτελέσεων και όχι εγγενών χαρακτηριστικών και αφετέρου, την έννοια της φαντασίωσης από την ψυχαναλυτική οπτική, ως μηχανισμό μέσα από το οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να οργανώσει τον εσωτερικό του κόσμο και να προσδώσει συνοχή στο βίωμά του. Μέσα από τη διττή θεωρητική προσέγγιση, αναλύεται η σημασία των ψηφιακών ταυτοτήτων ως κοινωνικών και ψυχικών μορφωμάτων. Η ψυχοθεραπευτική σχέση αναγνωρίζεται ως ένας κρίσιμος χώρος για την επεξεργασία της σύγκρουσης μεταξύ του ψηφιακά επιτελούμενου εαυτού και της ανάγκης για ενδοψυχική συνοχή, ψυχική σταθερότητα, νοηματοδότηση και αποδοχή. Αναδεικνύεται η αναγκαιότητα ο/η θεραπευτής/τρια να μην απορρίπτει τις ψηφιακές επιτελέσεις ως «ψευδείς», αλλά να τις προσεγγίζει ως εκφάνσεις νοήματος, επιθυμίας και ενίοτε τραύματος που αξίζουν ερμηνεία και φροντίδα. Η θεραπεία προσφέρει τη δυνατότητα ενός «ενδιάμεσου χώρου» στον οποίο μπορεί να υπάρξει ο εαυτός χωρίς να εγκλωβίζεται στις επιτελεστικές απαιτήσεις της δημόσιας έκθεσης. Η εργασία καταλήγει στο ότι η επιθυμία να «φανώ» και η ανάγκη να μη «χαθώ» συνιστούν συμπληρωματικές ψυχικές ανάγκες και όχι αντιφάσεις. Έτσι, καλείται η θεραπευτική πράξη να δημιουργήσει ένα ασφαλές πεδίο όπου μπορούν αυτές να συνυπάρξουν, επιτρέποντας στο υποκείμενο να αποκτήσει νοηματοδοτημένη, σχεσιακή και αυθεντική υπόσταση.

 
9:00έως10:30Συμπόσιο 13
Τοποθεσία: ΑΜΦ.2
 
Παρουσιάσεις

Ασώματη Παρουσία, Ορατό Σώμα: Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Επεξεργασία της Επιθυμίας και της Ταυτότητας

Προεδρείο/α: Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου (Ινστιτουτο Σχεσιακής και ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Συζητητές/τριες: Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου (Ινστιτούτο Σχεσιακής Και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας)

Οι εισηγήσεις του παρόντος συμποσίου εστιάζουν στον ρόλο του σώματος, ως βασικού
φορέα ψυχικού νοήματος στη σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία. Το σώμα αναδεικνύεται ως
πεδίο στο οποίο εκφράζονται, σε ρόλο πρώτου αφηγητή, η επιθυμία, το τραύμα , η απώλεια
και η ταυτότητα, ειδικά σε στιγμές τις οποίες η γλώσσα δεν επαρκεί για να συλλάβει και να
αποδώσει την εμπειρία. Απο τη σιωπηλή κραυγή του σώματος που εκδραματίζει την ψυχική
αποδιοργάνωση ή αποσύρεται από τη σεξουαλικότητα και το πένθος μέσα από τη νευρογενή
ανορεξία εως τη σωματική μετάφραση του ανείπωτου σε πολιτισμικά τραυματισμένους
ασθενείς, οι εργασίες συνομιλούν γύρω από τη δυνατότητα της θεραπευτικής σχέσης να
ενσαρκώνει εκ νεου το τραύμα. Τα κλινικά περιστατικά που παρουσιάζονται αναδεικνύουν
πώς η ενσώματη έκφραση γίνεται φορέας μεταβιβαστικών και αντιμεταβιβαστικών
κινήσεων, επιτρέποντας την πρόσβαση σε βαθιά ασυνείδητες εμπειρίες που συχνά
αντιστέκονται στη γλωσσική επεξεργασία. Κοινό νήμα αποτελεί η λειτουργία του σώματος
ως αναλυτικού τρίτου , ως "σιωπηλού διερμηνέα", που φέρει και αποκαλύπτει το άρρητο. Η
ενσώματη παρουσία του θεραπευτή, η αντοχή στην αποδιοργάνωση και η σταδιακή
δημιουργία ενός κοινού θεραπευτικού χώρου καθίστανται κρίσιμοι παράγοντες για την
ψυχική επεξεργασία. Το σώμα δεν είναι μόνο φορέας του τραύματος αλλά και ενεργός
παράγοντας σχέσης, δημιουργίας και επανεπινόησης του εαυτού. Μέσα από τη δυναμική του
θεραπευτικού δεσμού, αναδεικνύεται η δυνατότητα ανασυγκρότησης της υποκειμενικότητας,
πέρα από τις τραυματικές επιγραφές. Η ενότητα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μια
ψυχοθεραπευτική πρακτική που εμπεριέχει και σέβεται την ενσώματη εμπειρία,
προσφέροντας χώρο σε ό,τι δεν μπορεί ακόμη να ειπωθεί, αλλά αξίζει να ακουστεί. Η
σχεσιακή ψυχαναλυτική σκέψη καλειται να ακούσει το σώμα όχι μόνο ως σύμπτωμα, αλλά
και ως υποκείμενο και πεδίο συνάντησης του τραύματος προσφέροντας έτσι μια νέα εμπειρία
θεραπευτικής ορατότητας. Εκεί όπου η σχέση γεννιέται ξανά όχι για να θεραπεύσει μόνο
αλλά και για να υπάρξει αυθεντικά.
Λέξεις κλειδιά : θεραπευτική σχέση, Ορατότητα, νευρογενής ανορεξία, ψυχωτική
αποδιοργάνωση, πολιτιστικό τραύμα , ενσώματη εμπειρία

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Στον Καθρέφτη της Επιθυμίας και της Γενεαλογίας: Η Αναζήτηση Ταυτότητας μιας Γυναίκας

Αλεξία Παπαχρηστοπούλου
Ινστιτούτο Σχεσιακής Και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας

Η παρούσα εισήγηση πραγματεύεται τη θεραπευτική πορεία μιας γυναίκας η οποία, έπειτα

από έναν γάμο με έναν συναισθηματικά απόντα σύζυγο, τερματίζει τη συζυγική σχέση και

εμπλέκεται σε έναν ερωτικό δεσμό με γυναίκα. Η μετάβαση αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως

«αλλαγή» σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά ως επανασύνδεση με μια ρευστή επιθυμία

που είχε ιστορικό έρεισμα ήδη από την εφηβεία. Η επιλογή της συνιστά αφύπνιση μιας

υποκειμενικότητας που είχε απωθηθεί μέσα σε ένα πλέγμα οικογενειακών και κοινωνικών

επιταγών. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της εργασίας αντλεί από το σχεσιακό παράδειγμα,

δίνοντας έμφαση στις έννοιες της αναγνώρισης και της «τρίτης θέσης» καθώς και στη

μετάβαση από την ψυχική επιβίωση στη βιωμένη, εμπρόθετη ζωή. Η ασθενής, πρωτότοκη σε

μια οικογένεια με διαγενεακά τραύματα και ρευστά όρια ταυτότητας, φέρει τον ρόλο της

μικρής μητέρας, ενός υποκειμένου καθηλωμένου στη φροντίδα των άλλων. Το οικογενειακό

σύστημα χαρακτηρίζεται από απουσίες, βία και σιωπή γύρω από τη σεξουαλικότητα και τη

διαφορετικότητα· μια μητέρα που εγκαταλείπει την οικογένεια και ένας ομοφυλόφιλος

αδελφός που αυτοεξορίζεται, ενσαρκώνουν το αδύνατο της παραμονής εντός του

οικογενειακού πλαισίου. Η θεραπευτική σχέση συγκροτείται ως ενδιάμεσος χώρος, όπου τα

τραύματα επανανοηματοδοτούνται με όρους ασφάλειας, αναγνώρισης και σταθερής

παρουσίας. Η μεταβίβαση εμπεριέχει την προσδοκία για μια σταθερή, συναισθηματικά

παρούσα σχέση, ενώ στην αντιμεταβίβαση αναδύονται αισθήματα ζεστασιάς, τρυφερότητας

και ηθικής ευθύνης, προσφέροντας ένα αντίβαρο στις εμπειρίες εγκατάλειψης και

αορατότητας του παρελθόντος. Η εργασία αναδεικνύει τη σύνθετη φύση της ταυτότητας ως

προϊόν διαπροσωπικών, διαγενεακών και πολιτισμικών διεργασιών. Παράλληλα, τονίζεται η

σημασία της κοινωνικής ευαισθησίας στην ψυχοθεραπευτική πρακτική, ιδίως όταν το

υποκείμενο καλείται να αναπλάσει τον εαυτό του μέσα σε ένα πλαίσιο που συχνά δεν χωρά

τη διαφορετικότητα.

Λέξεις κλειδιά: διαφορετικότητα, ταυτότητα, σχεσιακή ψυχανάλυση

 

Το Βλέμμα, το Σώμα και ο Τρίτος: Η Σκηνή της Ορατότητας στη Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Θεραπεία

Μαρία Γαλίτση
Ινστιτούτο Σχεσιακής Και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας

Στη σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία, το σώμα συχνά προηγείται της γλώσσας ως

πρωτογενής φορέας έκφρασης. Όταν απουσιάζει η κοινή γλώσσα - λεκτικά, πολιτισμικά ή

συναισθηματικά - το σώμα αναλαμβάνει να μεταφράσει το ανείπωτο, ιδιαίτερα σε

περιπτώσεις όπου η εμπειρία και το τραύμα είναι δύσκολο να εκφραστούν με λόγια. Η

παρούσα εργασία επιχειρεί να προσεγγίσει το σώμα ως έναν ενσώματο "διερμηνέα" του

τραύματος, ο οποίος δεν καλείται απαραιτήτως να προσφέρει κατανόηση ή ερμηνεία, αλλά

να αντέξει την αβεβαιότητα και την οδύνη που συνοδεύουν τη μη κατανόηση εντός της

θεραπευτικής διαδικασίας. Με αφετηρία την κλινική περίπτωση ενός 35χρονου άνδρα από το

Πακιστάν, εξετάζεται ο τρόπος που η επιθετικότητα, η απόσυρση και ο φόβος ασθένειας

λειτουργούν ως σωματικές αποκρίσεις σε βαθιά τραυματικές εμπειρίες που δύσκολα

βρίσκουν λόγια και αντιστέκονται στη συμβολοποίηση: την απώλεια ταυτότητας λόγω του

ξεριζωμού, τη ντροπή που εγγράφεται στο σώμα ως αίσθηση ασχήμιας και την εσωτερίκευση

μιας ενοχής που γεννιέται από τη βία μέσα στην οικογένεια. Εντός της θεραπευτικής σχέσης,

το σώμα δεν λειτουργεί μόνο ως καθρέφτης αλλά αποκτά ενεργό ρόλο στη μεταβίβαση,

κουβαλώντας μια ιστορία που αντιστέκεται να ειπωθεί. Η παρούσα εργασία εισηγείται μια

πρωτότυπη ανάγνωση του σώματος ως πεδίου μετάφρασης που ενεργοποιείται όταν λείπει η

κοινή γλώσσα. Σε αυτές τις στιγμές, μπορεί το σώμα να λειτουργεί ως ένας σιωπηρός

διερμηνέας που βοηθά στη σταδιακή επεξεργασία του τραύματος. Αυτή η λειτουργία

συνδέεται με τον Αναλυτικό Τρίτο, μια έννοια που στην σχεσιακή ψυχαναλυτική θεωρία

συνδέεται με έναν κοινό χώρο ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο. Μια βαθιά

σχεσιακή παρουσία που δεν περιορίζεται σε μια διανοητική κατανόηση αλλά εμπεριέχει ένα

βλέμμα ικανό να αντέξει το ξένο, χωρίς να το απορρίπτει ή να σπεύδει να το υποτάξει

πρόωρα σε οικείες ερμηνείες. Η εισαγωγή της εργασίας διαπραγματεύεται μια επιστολή σε β’

ενικό πρόσωπο, που απευθύνεται στο σώμα του θεραπευόμενου, ως μια πειραματική

προσπάθεια να συνδυαστεί η θεωρία με την κλινική εμπειρία μέσα από μια ενσώματη,

ζωντανή αφήγηση.

Λέξεις κλειδιά: Αναλυτικός Τρίτος, σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία, διερμηνεία

τραύματος, ενσώματη εμπειρία

 

Ασώματη Ύπαρξη: Η Νευρογενής Ανορεξία ως Σκηνή Ταυτότητας, Ελέγχου και Αρνητικού Πένθους

Αθηνά Σταυροπούλου
Ινστιτούτο Σχεσιακής Και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας

Η παρούσα εργασία διερευνά τη νευρογενή ανορεξία όχι μόνο ως διατροφική διαταραχή,

αλλά ως υπαρξιακή κατασκευή που λειτουργεί ως σκηνή διαμόρφωσης ταυτότητας, ελέγχου

και διαχείρισης ενός πένθους – μιας απόπειρας εξάλειψης του σώματος ως φέροντος

ψυχικού νοήματος. Μέσα από το κλινικό υλικό μιας γυναίκας 55 ετών, με ιστορικό 40 ετών

ανορεξίας, φωτίζεται η ασώματη υποκειμενικότητα ως τρόπος ύπαρξης που επιλέγεται

ασυνείδητα από την εφηβεία, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η είσοδος στη θηλυκότητα, η

αναγνώριση της απώλειας και η ανάληψη μιας ενσώματης παρουσίας. Μέσα από αυτή τη

φαντασιωσική αφαίρεση του σώματος και τη στροφή σε καταναγκαστικές τελετουργίες

κάθαρσης, συγκροτείται μια ιδιότυπη μορφή ελέγχου και τάξης, που επιχειρεί να διαφυλάξει

μια ταυτότητα εκτός σάρκας. Μεσω της σχεσιακής προσέγγισης ο θεραπευτής καλείται να

αντέξει την απουσία, την απόσυρση και την ακραία άρνηση του ενσώματου εαυτού, και να

λειτουργήσει ως καθρέφτης ο οποίος προσκαλεί, χωρίς να εισβάλλει. Η ανορεξία

αντιμετωπίζεται ως μια αρνητική τελετουργία πένθους – όχι για κάποιον χαμένο άλλο, αλλά

για την ίδια την απώλεια της επιθυμίας. Η εργασία υπογραμμίζει τη σημασία κατανόησης της

ανορεξίας ως τρόπου διατήρησης της συνοχής μέσα από την άρνηση και την αποσύνδεση

από την ενσώματη εμπειρία.

Λέξεις-κλειδιά: νευρογενής ανορεξία, ταυτότητα, σώμα, άρνηση, έλεγχος, πένθος

 

Το Σώμα που Μαρτυρεί και Πράττει: Εκδραματίζοντας το Άρρητο του Τραύματος

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου
Ινστιτούτο Σχεσιακής Και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας

Η παρούσα εισήγηση βασίζεται στην κλινική διερεύνηση της θεραπευτικής πορείας μιας

γυναίκας με ιστορικό σοβαρής παιδικής κακοποίησης, η οποία, δεκαετίες αργότερα, βίωσε

την τραγική απώλεια του ενήλικου γιου της και της συντρόφου του σε τροχαίο δυστύχημα.

Κατά την περίοδο της πανδημίας, και ενώ το πένθος της έμενε ουσιαστικά ανέκφραστο και

ανεπεξέργαστο για σχεδον δύο δεκαετίες, παρουσίασε οξεία ψυχωτική αποδιοργάνωση. Το

σώμα της, άλλοτε παγωμένο, άλλοτε σπασμωδικά κινητοποιημένο, αποτέλεσε την κύρια

σκηνή όπου εκδραματίστηκε το άρρητο τραύμα, αναλαμβάνοντας ρόλο μαρτυρικό αλλά και

πράττοντα. Η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε ήταν βασισμένη στη σχεσιακή ψυχαναλυτική

θεωρία και πρακτική. Το θεραπευτικό πλαίσιο έγινε ένας ζωντανός χώρος συνάντησης

σωμάτων· το δικό της, κατακερματισμένο από την απώλεια, τον τρόμο και την απώλεια

νοήματος, κρατώντας πένθη και τραύματα και το δικό μου, ως μάρτυρας και εμπεριεκτης του

ψυχικού βάρους. Η εκδραμάτιση λειτούργησε αρχικά ως αδιέξοδο, όμως σταδιακά

μετασχηματίστηκε σε γλώσσα σχέσης και υποκειμενοποίησης. Η παρούσα περίπτωση

καταδεικνύει ότι το σώμα, όταν η γλώσσα προδίδει , αναλαμβάνει να μιλήσει για την

επιθυμία, τον τρόμο και την απώλεια. Παράλληλα, αναδεικνύεται η λειτουργία του

θεραπευτικού δεσμού ως δυναμικού πεδίου επανεπένδυσης της υποκειμενικότητας, μέσα από

τον από κοινού ψυχικό αγώνα για επεξεργασία, επανανοηματοδότηση και εμπερίεξη.Στο

σχεσιακό πλαίσιο, το τραύμα και το πένθος δεν προσεγγίζονται ως ατομικές εμπειρίες προς

“επιδιόρθωση”, αλλά ως ζωντανά πεδία συνάντησης, στα οποία η θεραπευτική σχέση

προσφέρει έναν ενδεχομενικό χώρο εμπειρίας, συν-ρύθμισης και επανεπένδυσης στον εαυτό

και στον Άλλο. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να καταδείξει τη σημασία της

ενσώματης παρουσίας του αναλυτή εντός της θεραπευτικής σχέσης και της ανοχής στην

αποδιοργάνωση, ειδικά σε περιπτώσεις ψύχωσης με τραυματικό υπόστρωμα. Το σώμα, ως

ενεργός φορέας νοήματος, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο όχι μόνο διάγνωσης αλλά και

θεραπευτικής πράξης.

Λέξεις-Κλειδιά: Τραύμα , σχεσιακή ψυχανάλυση, σώμα, πένθος

 
9:00έως10:30Συνεδρία 10
Τοποθεσία: ΑΜΦ.3
 
Παρουσιάσεις
9:00 - 9:15

Διερεύνηση της Νομοφοβίας στον Ελληνόφωνο Πληθυσμό και η Σχέση της με Παράγοντες της Ψυχικής Υγείας

Εριέττα Ευστάθιου Κωνσταντινίδου, Μαριλένα Μουσουλίδου

Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου, Κύπρος

Η ραγδαία αύξηση της χρήσης των «έξυπνων τηλεφώνων» οδήγησαν στην υπερβολική εξάρτηση από αυτά, και τη δημιουργία του όρου νομοφοβία. Η νομοφοβία αναφέρεται στην ψυχολογική δυσφορία που βιώνει ένα άτομο όταν δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή δεν έχει πρόσβαση στο κινητό του τηλέφωνο. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του επιπολασμού της νομοφοβίας στον εφηβικό Ελληνόφωνο πληθυσμό, και η σχέση της με δημογραφικά στοιχεία, και παράγοντες της ψυχικής υγείας. Οι συμμετέχοντες συμπεριελάμβαναν 433 άτομα ηλικίας 15-22 ετών, και για τη στρατολόγηση τους χρησιμοποιήθηκαν οι μέθοδοι δειγματοληψίας ευκολίας και χιονοστιβάδας. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τη χρήση ενός διαδικτυακού ερωτηματολογίου που αξιολόγησε δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων, το επίπεδο νομοφοβίας, τα επίπεδα της μοναξιάς τους, του εθισμού στα ΜΚΔ, του σύνδρομού FoMO, του άγχους και του φοβικού άγχους. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι (α) η νεαρότερη ηλικία απόκτησης κινητού τηλεφώνου συνδέεται με μεγαλύτερα επίπεδα νομοφοβίας, (β+γ) ο αυξημένος χρόνος της χρήσης κινητού τηλεφώνου και των ΜΚΔ συνδέεται με μεγαλύτερα επίπεδα νομοφοβίας, και (δ) τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα νομοφοβίας είναι πιθανότερο να αναφέρουν αυξημένα επίπεδα (1) μοναξιάς, (2) εθισμού στα ΜΚΔ, (3) του συνδρόμου FoMO, (4) άγχους, και (5) φοβικού άγχους. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ευρεία εμφάνιση της νομοφοβίας σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες εγείρει σημαντικές ανησυχίες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων τα οποία θα απευθύνονται τόσο σε εφήβους όσο και σε γονείς και θα έχουν προληπτικό αλλά και παρεμβατικό χαρακτήρα, ενημερώνοντας για τους κινδύνους στην ψυχική υγεία που επιφέρει η πρώιμη έκθεση σε οθόνες, προωθώντας την ισορροπημένη χρήση των κινητών τηλεφώνων και ενθαρρύνοντας την άμεση κοινωνική αλληλεπίδραση. Στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, η νομοφοβία ενδείκνυται να ενταχθεί σε αξιολογήσεις της ψυχικής υγείας ως δείκτης ψυχολογικής δυσφορίας, ενώ η διαχείριση της εξάρτησης από την τεχνολογία, θα μπορούσε να καθοριστεί ως θεραπευτικός στόχος σε άτομα με έντονο άγχος ή κοινωνική απόσυρση.



9:15 - 9:30

Αυτορρύθμιση και Εθισμός στο Διαδίκτυο: Η Επίδραση μιας Διαδικτυακής Παρέμβασης στον Φοιτητικό Πληθυσμό

Αικατερίνη Παπαδοπούλου, Ανδρέας Μπρούζος, Βασιλική Μπαούρδα

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ο εθισμός στο διαδίκτυο συνιστά ένα ψυχοκοινωνικό φαινόμενο που έχει τύχει εκτεταμένης διερεύνησης στη διεθνή βιβλιογραφία. Επιδημιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν σημαντική αύξηση της χρήσης του διαδικτύου στον φοιτητικό πληθυσμό τα τελευταία έτη, γεγονός που συχνά συνδέεται με την ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης. Η μειωμένη ικανότητα αυτορρύθμισης φαίνεται να λειτουργεί ως προγνωστικός δείκτης για την εμφάνιση εθισμού στο διαδίκτυο, ιδίως σε φοιτητές. Παρά την αναγνώριση των σχετικών κινδύνων, οι προληπτικές παρεμβάσεις που απευθύνονται στον συγκεκριμένο πληθυσμό παραμένουν περιορισμένες. Τεκμηριωμένα ευρήματα υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα των διαδικτυακών παρεμβάσεων στην προαγωγή της ψυχικής υγείας. Ωστόσο, η βιβλιογραφία εμφανίζει ερευνητικά κενά ως προς την αξιολόγηση της επίδρασής τους ειδικά στο πεδίο του εθισμού στο διαδίκτυο. Η παρούσα μελέτη διερευνά την αποτελεσματικότητα μιας διαδικτυακής παρέμβασης πρόληψης και διαχείρισης του εθισμού στο διαδίκτυο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το δείγμα απαρτιζόταν από 47 προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές (Ν = 47, Μ.Ο. ηλικίας = 21 έτη, Τ.Α. = 3), εκ των οποίων οι 24 συμμετείχαν στην πειραματική ομάδα και οι 23 στην ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν: α) το Τεστ Εθισμού στο Διαδίκτυο (Internet Addiction Test) και β) το ερωτηματολόγιο Αυτορρύθμισης (Self-Regulation Questionnaire), προκειμένου να αξιολογηθούν τα επίπεδα εθισμού και αυτορρύθμισης, αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν στατιστικά σημαντική αύξηση των επιπέδων αυτορρύθμισης και μείωση του εθισμού στο διαδίκτυο στην πειραματική ομάδα. Οι θετικές επιδράσεις διατηρήθηκαν και κατά την επαναξιολόγηση, η οποία πραγματοποιήθηκε 6 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη χρησιμότητα των διαδικτυακών παρεμβάσεων ως εργαλείων πρόληψης και αντιμετώπισης του εθισμού στο διαδίκτυο στον φοιτητικό πληθυσμό, αναδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω ερευνητική...



9:30 - 9:45

Η Επίδραση Της Σωματικής Άσκησης Στην Ψυχική Υγεία Στο Φοιτητικό Πληθυσμό Της Κύπρου

Κωνσταντίνος Καϊκκης, Μαριλένα Μουσουλίδου

Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου, Κύπρος

Η σωματική δραστηριότητα θεωρείται παγκοσμίως ως ένας πολύ σημαντικός σύμμαχος για την πρόληψη και αντιμετώπιση διαφορετικών ασθενειών ψυχικής υγείας όπως η νομοφοβία. Η νομοφοβία γνωστή και ως σύνδρομο στέρησης κινητού τηλεφώνου, αποτελεί ψυχολογική κατάσταση κατά την οποία το άτομο φοβάται την αποσύνδεση του από το κινητό τηλέφωνο.

Ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να εξετάσει την επίδραση της σωματικής άσκησης στην ψυχική υγεία εστιάζοντας στον φοιτητικό πληθυσμό της Κύπρου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο χρόνο που αφιερώνεται στην σωματική δραστηριότητα με τα επίπεδα άγχους, αυτοεκτίμησης και τη νομοφοβία. Το δείγμα αποτελείται από 350 άτομα, ελληνόφωνες φοιτητές και φοιτήτριες ηλικίας από 18 έως 29 ετών, οι οποίοι φοιτούν σε διάφορα πανεπιστήμια της Κύπρου και η συλλογή των δεδομένων έγινε με την μέθοδο δειγματοληψίας χιονοστοιβάδας. Επιπλέον, η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε μέσω της διαδικτυακής συμπλήρωσης ερωτηματολογίου, καταγράφοντας τα δημογραφικά στοιχεία των φοιτητών, την συχνότητα και διάρκεια της σωματικής δραστηριότητας, καθώς και τα επίπεδα του άγχους και της αυτοεκτίμησης. Τα ευρήματα αναμένεται να επιβεβαιώσουν προηγούμενες έρευνες που δείχνουν ότι: α) η σωματική δραστηριότητα μειώνει το άγχος, β) συνδέεται θετικά με την αυτοεκτίμηση, και γ) σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα νομοφοβίας. Η μελέτη επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία της σωματικής άσκησης ως παράγοντα ενίσχυσης της ψυχικής ευεξίας και πρόληψης σύγχρονων φαινομένων εξάρτησης, όπως η υπερβολική χρήση κινητών τηλεφώνων.

Εν κατακλείδι, είναι σημαντική η διερεύνηση της σωματικής άσκησης στον πληθυσμό της Κύπρου αφού χαρακτηρίζεται ως παράγοντας βελτίωσης της ψυχικής υγείας και θεωρείται αναγκαία η διερεύνηση του παράγοντα της νομοφοβίας, καθιστώντας αναγκαία τη προσοχή με την υπερβολική χρήση κινητών τηλεφώνων αφού συνδέεται με συμπτώματα άγχους, δυσκολίας ύπνου και με συμπεριφορές εθισμού.



9:45 - 10:00

Η Ευγνωμοσύνη στον Φοιτητικό Πληθυσμό: Φύλο, Ψυχική Ευημερία και Καθημερινές Επιδράσεις

Αικατερίνη Κοντοπούλου, Αικατερίνη Φλωρά

Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Η παρούσα έρευνα εξετάζει την έννοια της ευγνωμοσύνης στο πλαίσιο της Θετικής Ψυχολογίας, καθώς και την θετική επίδραση που η ίδια ασκεί στη ζωή των φοιτητών/φοιτητριών. Στόχος της ήταν να διερευνηθούν οι διαφορές που εντοπίζονται ανάμεσα στα δύο φύλα, αναφορικά με την έκφραση και ένταση της ευγνωμοσύνης, όπως επίσης και ο ρόλος της στην ψυχική ευημερία και την καθημερινότητα τους. Για την πραγματοποίηση της έρευνας αξιοποιήθηκε μικτή μεθοδολογία, με ποσοτικά δεδομένα από τη χορήγηση ενός ερωτηματολογίου και ποιοτικά από την διεξαγωγή ενός συνόλου ημι-δομημένων διαδικτυακών συνεντεύξεων. Τα ποσοτικά ευρήματα ανέδειξαν ότι οι γυναίκες φοιτήτριες εκφράζουν συχνότερα και εντονότερα την ευγνωμοσύνη τους συγκριτικά με τους άνδρες φοιτητές, ενώ η ποιοτική ανάλυση κατέδειξε την καθοριστική συμβολή της ευγνωμοσύνης στην ψυχική ευημερία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την ακαδημαϊκή πορεία και την ανθεκτικότητα του φοιτητικού πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας έτσι τη διεθνή βιβλιογραφία. Συμπερασματικά, καθίσταται σαφές ότι η ευγνωμοσύνη αναδεικνύεται ως εξαιρετικά καίριος προστατευτικός παράγοντας για την ψυχική υγεία και τη συνολική προσαρμογή των φοιτητών/φοιτητριών. Βάσει αυτών των ευρημάτων, λοιπόν, κρίνεται σημαντικό να αναπτυχθούν πρακτικές εφαρμογές, που θα ενισχύσουν την καλλιέργεια και την εξωτερίκευση της στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Ειδικότερα, τεχνικές όπως οι «Λίστες Ευγνωμοσύνης» και ο «Στοχασμός Ευγνωμοσύνης», κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες/συμμετέχουσες καταγράφουν ή αναλογίζονται σε καθημερινή βάση πράγματα ή γεγονότα που τους προκαλούν το αίσθημα της ευγνωμοσύνης, δύνανται να ενισχύσουν τα θετικά τους συναισθήματα και να περιορίσουν ενδεχόμενα αισθήματα άγχους, κοινωνικής πίεσης ή φόβου αποτυχίας.

 
9:00έως10:30Συνεδρία 11
Τοποθεσία: ΑΜΦ.5
 
Παρουσιάσεις
9:00 - 9:15

Το σχολείο και ο ρόλος του ενδοσχολικού συντονιστή: Το παράδειγμα του 23ου Δ.Σ. Πατρών

Βασιλική Ρεσβάνη, Γεωργία Ζώντου- Κίκινα

Υπουργείο Παιδείας

Στην εργασία θα παρουσιαστεί ο ρόλος του ενδοσχολικού συντονιστή μέσα από δράσεις που έλαβαν χώρα στο σχολείο τις χρονιές 2024-2026. Το σύγχρονο σχολείο αλλάζει, αναμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο ενίσχυσης μιας κουλτούρας συνεργασίας, υποστήριξης και επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών Όπως προβλέπεται από τον Ν. 4823/2021 και τις συναφείς υπουργικές αποφάσεις (Υ.Α. 108906/ΓΔ4/2021), ο ρόλος του ενδοσχολικού συντονιστή αποτελεί κρίσιμο πυλώνα ενίσχυσης της παιδαγωγικής ηγεσίας και βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου. Οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν από το σχολείο από την πλευρά της διεύθυνσης αλλά και οι απόψεις των εκπαιδευτικών από τα σχέδια δράσης αποτυπώνουν την συνολική προσέγγιση και δίνουν πολύτιμα στοιχεία για τη σημασία του έργου του στη σχολική μονάδα. Ο ενδοσχολικός συντονιστής λειτουργεί ενισχύει τη συνεργασία στον Σύλλογο Διδασκόντων και ενθαρρύνει την εφαρμογή καινοτόμων και διαφοροποιημένων πρακτικών σύμφωνα με τις νέες τεχνολογίες και όχι μόνο. Παράλληλα, υποστηρίζει τη συμπερίληψη και την ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών, ιδίως των ευάλωτων ομάδων, σε συνεργασία με το ΕΔΥ και την ευρύτερη κοινότητα. Στην πράξη, όπως διαφαίνεται και από την εμπειρία του 23ου Δημοτικού Σχολείου Πατρών, ο ενδοσχολικός συντονιστής συμβάλλει ουσιαστικά στην υλοποίηση σχεδίων δράσης, την παιδαγωγική καθοδήγηση και τη σύνδεση του σχολείου με κοινωνικούς φορείς, ενισχύοντας έτσι τον ολιστικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης.



9:15 - 9:30

Συνεργασία Σχολείου–Οικογένειας: Θεωρία και Πράξη, το παράδειγμα του 23ου Δημοτικού Σχολείου Πατρών

Βασιλική Ρεσβάνη, Γεωργία Ζώντου- Κίκινα

Υπουργείο Παιδείας

Η συνεργασία του σχολείου με την οικογένεια αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού. Στην παρούσα εργασία θα παρουσιαστεί ένα πρόγραμμα συνεργασίας του σχολείου και της οικογένειας. Καλές πρακτικές ενδυνάμωσης των σχέσεων μεταξύ του σχολείου και της οικογένειας μέσα από ένα πλαίσιο αλληλοϋποστήριξης και φροντίδας αποτυπώνουν το καλό κλίμα και την συνεργασία που υπάρχει σε ένα σχολείο που νοιάζεται και φροντίζει όλα τα μέλη του. Δράσεις γονεϊκής συμμετοχής (επισκέψεις, εκδηλώσεις), τα σχολικά συμβούλια και τις σχολές γονέων. Παράλληλα, η ενσωμάτωση πολιτισμικά ευαίσθητων στρατηγικών και η αξιοποίηση της τοπικής κοινότητας συμβάλλουν σε ένα πιο συμπεριληπτικό σχολικό περιβάλλον. Στην εργασία θα παρουσιαστούν τα αποτελέσματα ποσοτικά και ποιοτικά από την λειτουργία της σχολής γονέων της σχολικής μονάδας αλλά και το πλαίσιο των δράσεων και καλών πρακτικών που υλοποιούνται στο σχολείο, μια ολιστική προσέγγιση συνεργασίας. Εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδηλώσεις φιλαναγνωσίας, πολιτιστικές γιορτές, καθώς και συνεργασίες με φορείς, καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και η κοινότητα συνδιαμορφώνουν ένα ζωντανό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Επιπλέον, η διαμόρφωση σχολικών συμβολαίων, οι ψηφιακές πλατφόρμες και η συμμετοχή των γονέων σε αιμοδοσίες, επιβεβαιώνουν τη δυναμική αυτής της συνεργασίας στην πράξη. Η ενίσχυση της συνεργασίας σχολείου–οικογένειας δεν αποτελεί απλώς υποστηρικτικό εργαλείο, αλλά πυλώνα εκπαιδευτικής δημοκρατίας και πρόληψης ψυχοκοινωνικών δυσκολιών.



9:45 - 10:00

Πολυεπίπεδοι Προγνωστικοί Παράγοντες της Μη Συναινετικής Διακίνησης Ηλεκτρονικών Μηνυμάτων Σεξουαλικού Περιεχομένου: Μια Συγκριτική Μελέτη Μεταξύ Εφήβων Χωρίς και Με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες

Δημήτριος Χασάπης, Θάνος Τουλούπης

Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η παρούσα έρευνα μελέτησε συγκριτικά τη μη συναινετική διακίνηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων σεξουαλικού περιεχομένου (sexting) μεταξύ εφήβων χωρίς και με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (ΕΕΑ), εξετάζοντας παράλληλα μέσω ενός μοντέλου διαμεσολάβησης τον ρόλο των γονέων, των συνομηλίκων και ενδοατομικών χαρακτηριστικών. Συνολικά, 354 (58% κορίτσια) μαθητές/τριες χωρίς ΕΕΑ και 311 (51% κορίτσια) μαθητές/τριες με ΕΕΑ, που φοιτούσαν στην δευτέρα και τρίτη τάξη τυχαία επιλεγμένων δημόσιων Γυμνασιών γενικής αγωγής, συμπλήρωσαν δια ζώσης κλίμακες αυτοαναφοράς σχετικές με τους γονείς (ενεργή μεσολάβηση / περιορισμοί γονέων ως προς τη χρήση ηλεκτρονικών/ψηφιακών μέσων), τους συνομηλίκους (αποδοχή / πίεση συνομηλίκων) και το άτομο (ενσυναίσθηση, αυτοέλεγχος, μη συναινετικό sexting). Βάσει των αποτελεσμάτων, οι μαθητές/τριες με ΕΕΑ φάνηκε να εμπλέκονται στο μη συναινετικό sexting (ως αποστολείς/παραλήπτες) σε στατιστικώς σημαντικά υψηλότερο βαθμό, συγκριτικά με τους/τις μαθητές/τριες χωρίς ΕΕΑ. Επιπροσθέτως, για τους/τις μαθητές/τριες χωρίς ΕΕΑ, βρέθηκε πως η αντιλαμβανόμενη αποδοχή και πίεση των συνομηλίκων συμβάλλει στην εμπλοκή τους στο μη συναινετικό sexting μόνο έμμεσα διαμέσου της πλήρους διαμεσολάβησης της ενσυναίσθησης και του αυτοελέγχου. Αντιθέτως, για τους/τις μαθητές/τριες με ΕΕΑ, βρέθηκε πως οι εμπλεκόμενες μεταβλητές που σχετίζονται τόσο με τους συνομηλίκους όσο και με τους γονείς συμβάλλουν στην εμπλοκή τους στο μη συναινετικό sexting, όχι μόνο έμμεσα, αλλά και άμεσα διαμέσου της μερικής διαμεσολάβησης του αυτοελέγχου. Τέλος, το φύλο των μαθητών/ριών χωρίς και με ΕΕΑ δεν αποτέλεσε στατιστικώς σημαντικό διαφοροποιητικό παράγοντα της εμπλοκής τους στο οικείο φαινόμενο. Τα ευρήματα υποδεικνύουν την αναγκαιότητα σχεδιασμού/εντατικοποίησης σχολικών δράσεων πρόληψης εστιασμένων σε ριψοκίνδυνες διαδικτυακές σεξουαλικές συμπεριφορές στην εφηβεία. Σε αυτό το πλαίσιο, και υιοθετώντας μια ολιστική προσέγγιση, ο ρόλος των γονέων και των συνομηλίκων καθώς και η ενδυνάμωση της ενσυναίσθησης και του αυτοελέγχου των εφήβων θα πρέπει να προτεραιοποιηθούν. Οι παραπάνω προτεινόμενες δράσεις κρίνονται επιτακτικότερες για μαθητές/τριες με ΕΕΑ.



10:00 - 10:15

Η καταγραφή των απόψεων των εκπαιδευτικών Α/βάθμιας εκπαίδευσης για την αποτελεσματικότητά τους και τη γονική εμπλοκή- ποιοτική έρευνα

Ευγενία Κορίνα Περδίκη1, Αικατερίνη Βάσιου2

1: Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας; 2: Πανεπιστήμιο Κρήτης

Η έννοια της αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών έχει αντίκτυπο στην πρόοδο των μαθητών, στην ποιότητα της διδασκαλίας, στο εκπαιδευτικό έργο και στη συνολική νοοτροπία για την επαγγελματική σταδιοδρομία τους. Η αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών είναι δυναμική και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες κατά τη διάρκεια της διδακτικής σταδιοδρομίας τους. Μία από τις σημαντικότερες επιρροές είναι η γονική εμπλοκή καθώς ο ρόλος που διαδραματίζουν οι γονείς στην εκπαίδευση των παιδιών τους έχει αποτελέσει σημαντικό αντικείμενο μελέτης, λόγω του ευρέος φάσματος των θετικών στοιχείων που προσφέρει η γονική εμπλοκή στα κοινωνικά και γνωστικά πλαίσια.

Η παρούσα εργασία έχει επικεντρωθεί στο να μελετήσει και να καταγράψει τις απόψεις των εκπαιδευτικών Α/βάθμιας εκπαίδευσης στη σχέση μεταξύ των εκπαιδευτικών σχετικά με τη συμμετοχή των γονέων και την επίδραση στην αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού έργου. Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι σημαντικά όχι μόνο από θεωρητική αλλά και από πρακτική άποψη, διότι αναδεικνύουν παράγοντες που ενισχύουν την αίσθηση αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών, τους τρόπους γονικής εμπλοκής που επιδιώκουν οι εκπαιδευτικοί στο έργο τους, καθώς και τους τρόπους γονικής εμπλοκής που συμβάλλουν στην αίσθηση της αποτελεσματικότητά τους. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της σχέσης εκπαιδευτικών-γονέων στην εκπαιδευτική διαδικασία

 
10:30έως11:00Διάλειμμα Καφέ Ι Συνεδρία Αναρτημένων Ανακοινώσεων 2
Στο Αίθριο δίπλα στο ΑΜΦ. 1.1
 
Παρουσιάσεις

ΑΑΣ_1 | Επισκόπηση αιτιών και ανάλυση γονικών απόψεων σχετικά με την κινητική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές

Ηλίας Κάτσης1, Δημήτρης Σαρρής1, Παναγούλα Παπαδημητροπούλου2, Κυριάκος Τσόδουλος1

1: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων; 2: ΑΣΠΑΙΤΕ Πάτρας

Το παρόν θέμα πραγματεύεται την αναπτυξιακή διαταραχή του αυτισμού και επιχειρεί να διερευνήσει τους αιτιώδεις παράγοντες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, μέσω της βιβλιογραφικής και ερευνητικής προσέγγισης. Σημαντική έμφαση δίνεται στους αιτιώδεις παράγοντες της διαταραχής, μέσα από την παρουσίαση θεωριών που σχετίζονται με γενετικούς, ψυχογενείς, νευρολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Παρά τις πολλαπλές ερευνητικές προσπάθειες, δεν έχει διατυπωθεί μια ενιαία θεωρία που να επεξηγεί ακριβώς και πλήρως την εμφάνιση του αυτισμού.

Στο πρώτο μέρος, παρατίθεται εκτενής βιβλιογραφική ανασκόπηση αναφορικά με την έννοια του αυτισμού, τις μορφές του (αυτισμός Kanner, σύνδρομο Asperger, σύνδρομο Rett) και ιστορική αναδρομή. Επιπλέον, αναφέρονται οι διαγνωστικές κατηγορίες, όπως προτείνονται από το ICD-10 και DSM-V σχετικά με τις διαφορές φύλου και τα επιδημιολογικά δεδομένα που φανερώνουν τη ραγδαία αύξηση της εμφάνισής του κατά τα τελευταία έτη.

Στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζεται μια ποιοτική έρευνα μέσα από ερωτηματολόγια προς γονείς παιδιών με αυτισμό, με σκοπό να αντληθούν δεδομένα αναφορικά με τις παρατηρήσεις, τις εμπειρίες και τις ανάγκες των παιδιών με αυτισμό. Τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων τίθενται σε σύγκριση με επίσημες γνωματεύσεις του ΚΕΔΔΥ, ώστε να γίνουν κατανοητές οι εμπειρίες των γονέων και να διαπιστωθεί η ακρίβεια των διαγνωστικών εργαλείων.

Τα αποτελέσματα της μελέτης φανερώνουν τη σημασία της έγκαιρης και έγκυρης διάγνωσης, της ενίσχυσης του ρόλου των γονέων και την αναγκαιότητα ενός υποστηρικτικού και προβλέψιμου περιβάλλοντος για αυτιστικά παιδιά. Συμπερασματικά, το άρθρο συνδράμει στην κατανόηση της φύσης του αυτισμού και φανερώνει προοπτικές για την καλύτερη υποστήριξη των ίδιων των παιδιών και των οικογενειών τους. Συμπερασματικά, η ερευνητική διαδικασία καταλήγει στο γεγονός ότι η σωστή αναγνώριση και υποστήριξη του ατόμου με αυτισμού συνδέεται άρρηκτα με τον ενεργό ρόλο της οικογένειας και την ανάδειξη της ανάγκης για κοινωνική ευαισθητοποίηση.



ΑΑΣ_2 | Πρόγραμμα Παρέμβασης Συμβουλευτικής Ψυχολογίας σε ενήλικες με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, λήπτες φαρμακευτικής αγωγής

Γιώργος Κουτσουραδής, Ειρήνη Καρακασίδου

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τα προγράμματα κοινωνικοποίησης απευθύνονται σε ενήλικα άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και στοχεύουν στην καθημερινή απασχόληση, στη συνεχή θεραπευτική υποστήριξη, στην πρόληψη των υποτροπών, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στην κοινωνική ένταξη και επαγγελματική αποκατάσταση, καθώς και στην καταπολέμηση του στίγματος και της κοινωνικής απόσυρσης. Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στην ενίσχυση της αυτοσυμπόνιας, της ικανότητας για δημιουργία σχέσεων και της ενσυνειδητότητας. Επιπλέον, διερευνά τον ρόλο της συμβουλευτικής ψυχολογίας και των θετικών παρεμβάσεων σε πληθυσμό με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, μέσω της εφαρμογής συγκεκριμένων ασκήσεων και τεχνικών.

Το πρόγραμμα είχε ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα και διήρκεσε οκτώ εβδομάδες, με εβδομαδιαίες συναντήσεις διάρκειας 50 λεπτών. Υλοποιήθηκε σε δύο ομάδες ωφελούμενων (σύνολο 16 άτομα) σε Κέντρο Ημέρας στην Αττική. Οι παρεμβάσεις περιλάμβαναν τεχνικές ενσυνειδητότητας, αυτοσυμπόνιας, ευγνωμοσύνης, απόλαυσης της καθημερινότητας και ενίσχυσης των δυνάμεων χαρακτήρα. Η αξιολόγηση έγινε με τη χρήση τεσσάρων ψυχομετρικών εργαλείων σε τρία στάδια: πριν την παρέμβαση, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της και σε επαναληπτική μέτρηση έξι μήνες αργότερα. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, με στόχο την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας της παρέμβασης σε μεταβλητές όπως τα θετικά και αρνητικά συναισθήματα, η ενσυνειδητότητα, η ευγνωμοσύνη και η ποιότητα ζωής των συμμετεχόντων.



ΑΑΣ_3 | Προτάσεις Βελτίωσης Και Ανατροφοδότηση Αναφορικά Με Την Υλοποίηση Σχολικών Προγραμμάτων Επιμόρφωσης Σε Θέματα Συμβουλευτικής Γονέων Εφήβων

Φιλομένη Μανωλοπούλου1, Δημήτριος Τσολακίδης2, Δημήτριος Τσιούκας3

1: Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας MSc, Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης; 2: Διευθυντής 3ου Γυμνασίου Πολίχνης MSc; 3: Σχολικός Νοσηλευτής

Η έρευνα εξετάζει τις εκτιμήσεις και τις προτάσεις των γονέων για χρήσιμες πρακτικές και αποδοτική μεθοδολογία για αποτελεσματικότερα οφέλη από την επιμόρφωση σε θέματα συμβουλευτικής για την εφηβεία. Οι γονείς μαθητών γυμνασίου της Θεσσαλονίκης μετά την ολοκλήρωση 3 τρίωρων επιμορφωτικών συναντήσεων, που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο σχολικών δράσεων, κλήθηκαν να απαντήσουν σε ανώνυμο ερωτηματολόγιο. Οι 38 συμμετέχοντες, στην πλειοψηφία τους μητέρες, εξέφρασαν σε ποσοστό 65,8% τη μέγιστη ικανοποίησή τους για τις συναντήσεις και αξιολόγησαν τη μεθοδολογία και τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν ως προς συχνότητα και την αποτελεσματικότητά τους με την προώθηση της ενεργής συμμετοχής με ερωταπαντήσεις να ξεχωρίζει ως προτίμηση (78,9%), ενώ ακολουθούν η χρήση εποπτικών μέσων (63,2%), η ενσωμάτωση πρακτικών παραδειγμάτων και ρεαλιστικών σεναρίων (57,9%) και η εφαρμογή βιωματικών δραστηριοτήτων (31,6%). Οι γονείς δήλωσαν την επιθυμία για δια ζώσης μελλοντικές συναντήσεις (63,2%) με συχνότητα μία φορά το μήνα (68,4%), ενώ θεωρούν πως θα ωφελούσε ιδιαίτερα η από κοινού συμμετοχή και των δύο γονέων (92,1%). Οι προτάσεις που διατύπωσαν για τη βέλτιστη διεξαγωγή επιμορφωτικών συναντήσεων συμβουλευτικής αφορούν την υλοποίηση μεγαλύτερου αριθμού συναντήσεων σε περισσότερες θεματικές (57,9%), την ευρεία χρήση τεχνολογικών μέσων (26,3%), βιωματικές προσεγγίσεις (21,1%), χρόνος για αλληλεπίδραση με τους επιμορφωτές (15,8%), πρόσκληση επαγγελματιών με εξειδίκευση σε συγκεκριμένα θέματα (10,5%), ενώ το 13,2% θεωρεί πως δεν χρειάζονται τροποποιήσεις. Η μελέτη καταδεικνύει την ανάγκη για αυξημένες, καθώς και επικοινωνιακά και τεχνολογικά ενισχυμένες παρεμβάσεις, οι οποίες στοχεύουν στην ενεργή και ποιοτική εμπλοκή των γονέων στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των εφήβων και καθιστούν τις συναντήσεις συμβουλευτικής ουσιαστικό πλαίσιο στήριξης και ενδυνάμωσης της γονεϊκής τους ταυτότητας.



ΑΑΣ_4 | Στάσεις Και Εμπειρίες Γονέων Από Τη Συμμετοχή Τους Σε Επιμορφωτικές Συναντήσεις Σε Θέματα Συμβουλευτικής Εφήβων

Φιλομένη Μανωλοπούλου1, Δημήτριος Τσολακίδης2, Δημήτριος Τσιούκας3

1: Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας MSc, Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης; 2: Διευθυντής 3ου Γυμνασίου Πολίχνης MSc; 3: Σχολικός Νοσηλευτής

Η εργασία διερευνά τις στάσεις και τις εμπειρίες γονέων από τη συμμετοχή τους σε επιμορφωτικές συναντήσεις συμβουλευτικής, που έλαβαν χώρα σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, με σκοπό την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους στην αλληλεπίδραση με τους εφήβους τους. Οι γονείς των μαθητών ενημερώθηκαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την πραγματοποίηση των 3 τρίωρων δια ζώσης συναντήσεων, που περιελάμβαναν εισηγήσεις και βιωματικές δραστηριότητες. Δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του επιμορφωτικού προγράμματος συμπλήρωσαν ένα ανώνυμο ερωτηματολόγιο μέσω Google Forms. 38 γονείς παρευρέθηκαν έστω σε μία συνάντηση, εκ των οποίων 28 ήταν μητέρες. Όσοι δεν παρακολούθησαν όλες τις συναντήσεις ανέφεραν ως λόγους απουσίας τις εργασιακές και οικογενειακές υποχρεώσεις και την έλλειψη χρόνου. Ωστόσο, όλοι εκδήλωσαν την προθυμία για παρακολούθηση επιμορφώσεων στο μέλλον. Αναφορικά με την υποστήριξη του γονεϊκού τους ρόλου, με βαθμό 5 (κλίμακα Likert), ως πάρα πολύ χρήσιμη αξιολογήθηκε η "Ασφαλής πλοήγηση στο διαδίκτυο" με 89,5%, η "Αποτελεσματική επικοινωνία γονέων και εφήβων" με 78,9% και τα "Όρια και εφηβεία" με 76,3%. Το 86,9% των γονέων ανέφερε ότι επηρεάστηκε σημαντικά η ποιότητα της σχέσης με τον/την έφηβο και συγκεκριμένα παρατηρήθηκε βελτίωση στην αποτελεσματική επικοινωνία (42,1%), στην ψηφιακή ασφάλεια (31,6%), στη θέσπιση ορίων, την κατανόηση των χαρακτηριστικών της εφηβείας και τη συνεργασία με το σχολείο με 26,3% αντίστοιχα, ενώ ταυτόχρονα σε όλους τους παραπάνω τομείς 44,7%. Η συμμετοχή γονέων εφήβων σε επιμορφωτικές συναντήσεις συμβουλευτικής κρίνεται ιδιαίτερα ωφέλιμη και προτείνεται η υλοποίηση αντίστοιχων παρεμβάσεων, που ενδυναμώνουν και ενισχύουν τη γονεϊκή επάρκεια με θεωρητικά εφόδια και πρακτικές εφαρμογές που στοχεύουν στη διαχείριση των σύγχρονων προκλήσεων της εφηβείας.



ΑΑΣ_5 | Νηπιαγωγείο και Οικογένεια ως Σύμμαχοι: Ο Συμβουλευτικός Ρόλος στις Διαδρομές Πρώιμης Ψυχοσυναισθηματικής Υποστήριξης

Αθηνά Δρούμπαλη

ΕΚΙΣΥΠ

Η παρούσα γραπτή ανακοίνωση επικεντρώνεται στη συμβολή της συνεργασίας μεταξύ νηπιαγωγείου και οικογένειας στην υποστήριξη της πρώιμης ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Στόχος είναι να αναδειχθεί η σημασία των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων, όπως η συναισθηματική αυτορρύθμιση και η κοινωνική σύνδεση, όχι μόνο ως προβλεπτικών παραγόντων για τη μελλοντική σχολική προσαρμογή, αλλά και ως βασικών συνθηκών για την αναπτυξιακή ολότητα του παιδιού στο παρόν. Η μεθοδολογική προσέγγιση συνδυάζει βιωματική παρατήρηση από νηπιαγωγείο ένταξης στο Μόναχο με ερευνητικά δεδομένα που τεκμηριώνουν δυσκολίες γονεϊκής αποδοχής πρώιμων συναισθηματικών και κοινωνικών αναγκών. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι η προτεραιότητα που δίνεται συχνά σε γλωσσικές και γνωστικές δεξιότητες συνοδεύεται από υποτίμηση της σημασίας των κοινωνικοσυναισθηματικών. Επιπλέον, παρατηρείται ότι ακόμη και οι εκπαιδευτικοί δεν διαθέτουν πάντα επαρκή επιμόρφωση ή παιδαγωγική κατεύθυνση ώστε να αναγνωρίσουν, να υποστηρίξουν και να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά αυτές τις ανάγκες προς γονείς. Παράλληλα, εντοπίζεται έλλειψη κοινής γλώσσας μεταξύ σχολείου και οικογένειας για την αναγνώριση και διαχείριση συναισθημάτων του παιδιού, γεγονός που συχνά οδηγεί σε παρερμηνείες ή υποτίμηση της συμπεριφοράς του. Σημαντικό είναι ότι παιδιά που δεν λαμβάνουν επαρκή ενίσχυση στο συναισθηματικό τους ρεπερτόριο είναι πιθανό να εκδηλώσουν δυσκολίες στις σχέσεις με συνομηλίκους, μειωμένη αυτοεκτίμηση ή δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά. Συμπερασματικά, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης του σχολείου ως φορέα ψυχοκοινωνικής πρόληψης, με διεύρυνση της συμβουλευτικής λειτουργίας και θεσμική παρουσία εκπαιδευτικών ψυχολόγων με καθήκοντα που στοχεύουν στην πρόληψη και την ενδυνάμωση. Πρακτικά προτείνονται η δημιουργία προγραμμάτων βιωματικής ευαισθητοποίησης γονέων, η ανάπτυξη παιδοκεντρικών υποστηρικτικών δράσεων και η ουσιαστική επιμόρφωση εκπαιδευτικών σε θέματα κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης και συμβουλευτικής πρακτικής.



ΑΑΣ_6 | Φεμινιστική Ψυχολογία: Οι στάσεις φοιτητριών για το κίνημα του Φεμινισμού

Κωνσταντίνα Κλουκινιώτη, Ζούπη Φιλιώ, Κωνσταντοπούλου Γεωργία

Πανεπιστήμιο Πατρών

Η Φεμινιστική Ψυχολογία αμφισβητεί τις παραδοσιακές προσεγγίσεις της Ψυχολογίας, εστιάζοντας στις έμφυλες ταυτότητες, τις κοινωνικές δυναμικές φύλου και την ενδυνάμωση των γυναικών. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση των στάσεων φοιτητριών απέναντι στη φεμινιστική ταυτότητα, με έμφαση στο βαθμό αποδοχής ή απόρριψής της. Η μελέτη βασίστηκε στο μοντέλο των 5 σταδίων της Ανάπτυξης Φεμινιστικής Ταυτότητας, το οποίο περιλαμβάνει: Παθητική Αποδοχή, Ανακάλυψη- Αποκάλυψη, Σταδιακή Ενσωμάτωση, Σύνθεση και Ενεργό Δέσμευση. Με ποσοτική μεθοδολογία και με μη πιθανοθεωρητική δειγματοληψία ευκολίας το ερωτηματολόγιο- κλίμακα: Feminist Identity Development Scale (FIDS), συμπληρώθηκε σε έναν προέλεγxο από 211 φοιτήτριες, ηλικίας 18 και άνω. Τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν μέσω ανώνυμου ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου και αναλύθηκαν με περιγραφική στατιστική ανάλυση μέσω του SPSSv.29. Η πλειοψηφία του δείγματος (58%) εντοπίστηκε στο 4ο στάδιο τη Σύνθεση Φεμινιστικής Ταυτότητας (mean = 46,69, min = 28, max = 58), ενώ το στάδιο με τη χαμηλότερη συμφωνία ήταν το 1ο: Παθητική Αποδοχή. Παράλληλα, το 73,4% των συμμετεχουσών εξέφρασε αποδοχή ως προς τον αυτοπροσδιορισμό τους ως φεμινίστριες, υποδηλώνοντας σε μεγάλο βαθμό θετική στάση απέναντι στο φεμινιστικό κίνημα και υψηλή ενσωμάτωση φεμινιστικών αξιών. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι οι περισσότερες φοιτήτριες εμφανίζουν προχωρημένο στάδιο φεμινιστικής ταυτότητας και υψηλή αποδοχή του αυτοπροσδιορισμού ως φεμινίστριας. Υπογραμμίζουν, επίσης, τη σημασία ευαισθητοποίησης σε ζητήματα ισότητας φύλων, ενώ μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να εξετάσουν πιο ετερογενή δείγματα για πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου. Ταυτοχρόνως, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό μαθημάτων ή και προγραμμάτων σπουδών σχετικών με τις γυναικείες σπουδές και τον φεμινισμό καθώς και για την ανάπτυξη συμβουλευτικών παρεμβάσεων ενδυνάμωσης φοιτητριών.



ΑΑΣ_7 | Ο Ρόλος Των Σχολικών Δράσεων Συμβουλευτικής Γονέων Ως Καταλύτης Στην Αποτελεσματική Σύνδεση Και Συνεργασία Με Την Οικογένεια

Δημήτριος Τσολακίδης1, Φιλομένη Μανωλοπούλου2, Δημήτριος Τσιούκας3

1: Διευθυντής 3ου Γυμνασίου Πολίχνης MSc; 2: Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας MSc, Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης; 3: Σχολικός Νοσηλευτής

Η μελέτη διερευνά πώς οι γονείς αντιλαμβάνονται τη σύνδεση και τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας μετά τη συμμετοχή τους σε τρεις επιμορφωτικές συναντήσεις συμβουλευτικής σε θέματα σχετικά με την εφηβεία. Η έρευνα βασίστηκε σε ανώνυμο ερωτηματολόγιο, το οποίο συμπλήρωσαν γονείς μαθητών Γυμνασίου της Θεσσαλονίκης, καταγράφοντας στάσεις, εμπειρίες και προτάσεις. Συμμετείχαν 38 γονείς, οι οποίοι παρακολούθησαν έστω μία συνάντηση, με πλειοψηφία των μητέρων. Οι γονείς ανέφεραν ως οφέλη από τη συμμετοχή τους την ευαισθητοποίηση και απόκτηση νέων γνώσεων (31,6%), την ενίσχυση της σχέσης και της επικοινωνίας με τον/την έφηβο (31,6%), την αίσθηση στήριξης και ενδυνάμωσης ως γονέα (28,9%), την καλύτερη συνεργασία και σύνδεση με το σχολείο (21,1%), την ανάπτυξη δεξιοτήτων (18,4%), ενώ για όλα συνολικά σε ποσοστό 50%. Το 65,8% αποκόμισε ιδιαίτερα θετική εικόνα για το ρόλο του σχολείου, το 63,2% εκτίμησε τη συνεργασία και τη σύνδεση με το σχολείο ως άριστη και το 84,2% θεωρεί πως το σχολείο προωθεί την αλληλεπίδραση με τους γονείς υλοποιώντας επιμορφωτικές δράσεις. Το 89,5% δήλωσε πως η αποτελεσματικότερη σύμπραξη επιτυγχάνεται με την από κοινού συμμετοχή σε προγράμματα συμβουλευτικής γονέων, εκπαιδευτικών, μαθητών και ειδικού εκπαιδευτικού/επιστημονικού προσωπικού (ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, σχολικός νοσηλευτής). Οι επιμορφωτικές δράσεις αποδεικνύονται ισχυρό εργαλείο οικοδόμησης και ενίσχυσης της σχέσης σχολείου και οικογένειας μέσω της λειτουργικής συνεργασίας των γονέων και όλων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας. Επιπλέον, επιβεβαιώνεται ότι η συμβουλευτική κινητοποιώντας, ενισχύοντας και ενδυναμώνοντας τους γονείς, μέσω της απόκτησης γνώσεων, της καλλιέργειας δεξιοτήτων και της προαγωγής του ρόλου τους μπορεί να τους οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη αλληλεπίδραση, καθοδήγηση και υποστήριξη των εφήβων.



ΑΑΣ_8 | Διερεύνηση της γονικής ανθεκτικότητας και ανάπτυξη κλίμακας για τη μέτρησή της

Ιωάννα Κολλάρα, Ανδρέας Μπρούζος

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η γονικότητα δύναται να συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση του νοήματος ζωής του ατόμου, καθώς και στην αύξηση της συναισθηματικής του ευζωίας μέσω της εμπειρίας θετικών συναισθημάτων. Ωστόσο, στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο, με τις ολοένα αυξανόμενες προκλήσεις, η άσκηση του γονικού ρόλου έχει αποδειχθεί μια ιδιαιτέρως αγχωτική και σύνθετη διαδικασία. Οι γονείς συχνά έρχονται αντιμέτωποι με καθημερινές δυσκολίες και αντιξοότητες, οι οποίες επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογική τους ευζωία. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των γονέων, μέσω της αξιοποίησης ατομικών και κοινωνικών πόρων καθώς και της διατήρησης ισορροπίας μεταξύ παραγόντων επικινδυνότητας και προστατευτικών παραγόντων, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ευέλικτη και προσαρμοστική αντιμετώπιση των καθημερινών προκλήσεων της γονικότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στην παροχή ποιοτικής γονικής μέριμνας. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της έννοιας της ψυχικής ανθεκτικότητας στο πλαίσιο της γονικότητας, με την περιγραφή των διαστάσεών της και την κατασκευή ενός αξιόπιστου και έγκυρου ψυχομετρικού εργαλείου για τη μέτρησή της. Η έρευνα απευθύνεται σε γονείς του γενικού πληθυσμού με παιδιά ηλικίας 2 έως 18 ετών και αναμένεται να προσφέρει σημαντικά στοιχεία στην εμβάθυνση της κατανόησης της έννοιας της γονικής ανθεκτικότητας. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και τα ευρήματα θα παρουσιαστούν στο συνέδριο. Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται, αφενός, να συμβάλουν στην ανάδειξη των παραγόντων που ενισχύουν την ανθεκτικότητα στους γονείς και, αφετέρου, να αξιοποιηθούν μελλοντικά στον σχεδιασμό και την υλοποίηση στοχευμένων παρεμβάσεων, με πιθανές εφαρμογές στον τομέα της συμβουλευτικής υποστήριξης γονέων με αυξημένες ανάγκες.



ΑΑΣ_9 | Ο Ρόλος της Συμβουλευτικής στην Κατανόηση του Σεξουαλικού Προσανατολισμού και του Προσδιορισμού της Ταυτότητας Φύλου των Παιδιών Ομογονεϊκών Οικογενειών: Θεματική Ανάλυση Ελληνικών Αναρτήσεων στην Πλατφόρμα X (πρώην Twitter)

Άνθεια Κωνσταντέλλου, Ευανθία Γκανέτσου

Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος-DEREE

Η νομιμοποίηση του γάμου και της υιοθεσίας από άτομα του ίδιου φύλου στην Ελλάδα το 2024 σηματοδότησε μια κρίσιμη τομή στο κοινωνικό τοπίο. Παρατηρήθηκε ένας έντονος δημόσιος διάλογος γύρω από την ομογονεϊκότητα και τις επιπτώσεις της στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Η παρούσα έρευνα επιδιώκει να διερευνήσει τις πεποιθήσεις που εκφράζουν Έλληνες χρήστες στην πλατφόρμα X (πρώην Twitter), εστιάζοντας στους τομείς του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου παιδιών που μεγαλώνουν με ομόφυλους γονείς. Ακολουθώντας διεπιστημονικές οδούς ποιοτικής έρευνας, πραγματοποιήθηκε θεματική ανάλυση 122 αναρτήσεων. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν οτι η πλειoνότητα των φωνών τείνει να αποδομεί τον μύθο ότι η σεξουαλικότητα των γονέων καθορίζει τον σεξουαλικό προσανατολισμό των παιδιών, αναδεικνύοντας μια πρόοδο προς την αποδοχή της διαφορετικότητας. Αντίθετα, ένα μεγάλο ποσοστό προέβαλε τη συνεχιζόμενη παρουσία εδραιωμένων ετεροκανονικών πεποιθήσεων και κοινωνικών φόβων που εστιάζουν σε παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο και προβάλουν την ταυτότητα φύλου πλήρως εξαρτώμενη από τα γονεϊκά πρότυπα. Στους μηχανισμούς επίδρασης συμπεριλαμβάνονται οι μέθοδοι διαπαιδαγώγησης, η επιρροή των γονεϊκών προτύπων, η μίμηση και εξοικείωση, καθώς και η περιβαλλοντολογική και γενετική προδιάθεση, με εμφανή απουσία επιστημονικής τεκμηρίωσης γύρω από αυτούς τους κρίσιμους αναπτυξιακούς τομείς. Η έρευνα αναδεικνύει την σημασία της Συμβουλευτικής στην αντιμετώπιση των πολύπλευρων δυσκολιών που βιώνουν τα παιδιά ομογονεϊκών οικογενειών στο να κατανοήσουν την εναλλακτική δομή της οικογένειάς τους και την αρνητική κοινωνική αντιμετώπιση. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για ενίσχυση της ψυχοεκπαίδευσης, τόσο στο επίπεδο της επαγγελματικής πρακτικής όσο και στη δημόσια ενημέρωση, με βασικό στόχο την προαγωγή γνώσεων γύρω από αυτούς τους δύο αναπτυξιακούς τομείς.



ΑΑΣ_10 | Η Αναπτυξιακή Διαταραχή Κινητικού Συντονισμού ως Προγνωστικός Παράγοντας Χαμηλής Αυτοεκτίμησης σε Παιδιά με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος

Κυριάκος Τσόδουλος

ΥΠΑΙΘΑ

Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) αποτελεί ένα πολύπλοκο νευροαναπτυξιακό φάσμα με ποικίλες επιπτώσεις στην κοινωνική, συναισθηματική και κινητική λειτουργία των ατόμων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συχνή συννοσηρότητα με την Αναπτυξιακή Διαταραχή Κινητικού Συντονισμού (ΑΔΣ), η οποία δύναται να επηρεάσει αρνητικά την καθημερινή λειτουργικότητα και την αυτοεκτίμηση. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της ΑΔΣ στην αυτοεκτίμηση παιδιών και εφήβων με ΔΑΦ.

Ακολουθώντας μικτή μεθοδολογική προσέγγιση, συλλέχθηκαν δεδομένα μέσω τυποποιημένων εργαλείων (Rosenberg Self-Esteem Scale, Κλίμακες Κινητικού Ελέγχου και Κοινωνικής Συμπεριφοράς) από 153 εκπαιδευτικούς Ειδικής Αγωγής σε πανελλαδικό δείγμα. Η ανάλυση αξιοπιστίας επιβεβαίωσε τη στατιστική εγκυρότητα των εργαλείων (Cronbach α > 0,90 στους περισσότερους δείκτες), ενώ η πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση ανέδειξε τον «τύπο αυτισμού» και την «προτίμηση σε παιχνίδι» ως βασικούς προγνωστικούς παράγοντες για την ένταση των συμπτωμάτων ΑΔΣ. Επίσης, αναδείχθηκε αρνητική συσχέτιση της ΑΔΣ με κοινωνικές συμπεριφορές και θετικούς δείκτες αυτοεκτίμησης.

Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία στοχευμένων παρεμβάσεων που ενισχύουν την κινητικότητα και την κοινωνική ένταξη. Η ένταξη δομημένων σωματικών δραστηριοτήτων και η δημιουργία υποστηρικτικών σχολικών περιβαλλόντων μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά για την ψυχολογική ευημερία παιδιών με ΔΑΦ. Η μελέτη συνεισφέρει στη διεπιστημονική κατανόηση του πλαισίου της αυτοεκτίμησης, φωτίζοντας το ρόλο της κινητικής ανάπτυξης στη συνολική παιδική ευημερία.



ΑΑΣ_11 | Η Δυναμική Των Συναδελφικών Σχέσεων Ως Επανορθωτική Εμπειρία Στην Παράλληλη Θεραπεία Μελών Της Ίδιας Οικογένειας

Μαρία Αποστολοπούλου, Μαρία Γιαννοπούλου, Δανάη Παπαδοπούλου - Λιασή, Αλεξία Παπαχριστοπούλου

in-between I Κέντρο Ψυχοθεραπείας

Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζει στη θεραπευτική πορεία τριών μελών της ίδιας οικογένειας, τα οποία εργάζονται ψυχοθεραπευτικά με διαφορετικές θεραπεύτριες εντός του ίδιου θεραπευτικού θεσμού. Στόχος είναι να αναδειχθεί πώς η ψυχοθεραπεία που εκτυλίσσεται «κάτω από την ίδια στέγη» μπορεί να αποτελέσει επανορθωτική εμπειρία απέναντι σε πρώιμα τραύματα συναισθηματικής εγκατάλειψης και στην απουσία μιας «αρκετά καλής» συμβολικής μητρικής παρουσίας. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η ενδιάμεση θεραπευτική περιοχή – δηλαδή το κοινό θεραπευτικό πλαίσιο – ως πεδίο υποδοχής και επεξεργασίας διαγενεακών και ατομικών ναρκισσιστικών πληγών. Η μεθοδολογία βασίζεται σε αναστοχαστική μελέτη περίπτωσης και στηρίζεται σε βιβλιογραφική ανασκόπηση. Οι ιστορίες του Κώστα, της Κατερίνας και της Μάρθας αναδεικνύουν κοινές ρίζες ψυχικού πόνου, αλλά και διαφορετικές εκφράσεις του τραύματος. Ο Κώστας διχάζεται ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στη ναρκισσιστική ευθύνη διατήρησης της οικογένειας. Η Κατερίνα, στο φάσμα του αυτισμού, βρίσκει για πρώτη φορά χώρο να εκφράσει τη συναισθηματική της ζωή. Η Μάρθα παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτοκαταστροφικές τάσεις και σε μια φιλόδοξη, αλλά αποσυνδεδεμένη ταυτότητα. Κοινή εμπειρία και για τους τρεις αποτελεί η σταθεροποιητική και επιδιορθωτική λειτουργία του κοινού θεραπευτικού πλαισίου. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία των ασφαλών σχέσεων, της συνεργασίας μεταξύ θεραπευτριών και της ανάλυσης των αναδυόμενων ομαδικών δυναμικών ως θεμέλιο επανόρθωσης και ψυχικής ανάπτυξης των θεραπευόμενων. Η ενσωμάτωση τέτοιων θεραπευτικών μοντέλων μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για δομές ψυχικής υγείας που εργάζονται με οικογένειες και με θεραπευμένους που φέρουν πολλαπλούς ρόλους και συσχετίσεις.

 
11:00έως11:30Τιμητική Εκδήλωση
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
(ζωντανή αναμετάδοση στο ΑΜΦ. 1.2)
11:30έως12:30Κεντρική Ομιλία 3
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
(ζωντανή αναμετάδοση στο ΑΜΦ. 1.2)
 
Παρουσιάσεις

Are the Facts Friendly? A Review of Psychotherapy Research Findings and Latest Developments

Mick Cooper

Professor of Counselling Psychology, Department of Psychology, University of Roehampton, UK

This talk will present an overview of the latest evidence for the effectiveness of psychotherapy and the factors that drive therapeutic change. The talk will look at the role of client, therapist, relationship, and technique factors; and go on to ask what difference the psychotherapist’s orientation makes. The latest research on outcomes across client characteristics will also be discussed, and recent innovations in the field summarised. By the end of the talk, attendees will have a comprehensive understanding of contemporary research findings in psychotherapy, and a critical awareness of how such data may inform their clinical practice.

 
12:30έως12:45Διάλειμμα
12:45έως14:15Συμπόσιο 14
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
 
Παρουσιάσεις

Αναστοχαστικότητα στη Θεραπευτική Διαδρομή: Από την Ενσυναίσθηση στη Συγκρότηση της Ταυτότητας

Προεδρείο/α: Βασιλική Υψηλάντη (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Συζητητές/τριες: Βασιλική Υψηλάντη (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Η αναστοχαστικότητα στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί μόνο τεχνικό εργαλείο, αλλά και μια βιωματική στάση που διαμορφώνει τον τρόπο ύπαρξης του θεραπευτή εντός θεραπευτικού πεδίου. Σκοπός του παρόντος πάνελ είναι να προσεγγίσει την αναστοχαστικότητα μέσα από τέσσερις διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες σχεσιακές ψυχαναλυτικές παραμέτρους, τη ζωντανή συσχέτιση στο εδώ και τώρα, μέσω της ευαλωτότητας, την αντίσταση, τον θεσμικό χώρο ως μήτρα ταυτότητας, και το ασυνείδητο reverie. Οι εργασίες αποτελούνται πιο συγκεκριμένα από κλινικά παραδείγματα και σχετική βιβλιογραφική τεκμηρίωση όσων πραγματεύονται. Ξεκινώντας, η πρώτη εργασία εστιάζει στην έννοια του reverie, ως μια ασυνείδητη και ενσώματη μορφή «ακρόασης» που υπερβαίνει τον λόγο, μετατρέπεται σε μια εσωτερική ανταπόκριση και επιτρέπει στη θεραπεύτρια να παραμένει στην αβεβαιότητα. Αυτή η εμπειρία μεταφέρει ίχνη του ασυνειδήτου του θεραπευόμενου, ενισχύει τη θεραπευτική σχέση και αναδεικνύεται ως εργαλείο κατανόησης και δημιουργικού αναστοχασμού. Η δεύτερη εργασία διερευνά τη διάκριση μεταξύ αμοιβαιότητας και ταύτισης μεταξύ θεραπευτή-θεραπευόμενου και τις αμυντικές στάσεις νέων θεραπευτών απέναντι στην ευαλωτότητά τους. Μέσα από κλινικά παραδείγματα αναδεικνύονται τρόποι που η ευαλωτότητα μπορεί να λειτουργήσει επιδιορθωτικά, ενισχύοντας την αμοιβαιότητα αντί της ταύτισης και συμβάλλοντας στην υπέρβαση θεραπευτικών αδιεξόδων. Η τρίτη εργασία εξετάζει τη σημασία του «ανήκειν» σε έναν θεσμό, όταν οι πρώτες θεραπευτικές εμπειρίες της θεραπεύτριας συναντούν την αρνητική μεταβίβαση. Υπογραμμίζονται οι προκλήσεις που αναδύονται στη θεραπευτική δυάδα όταν απαρτίζεται από δύο θεραπευτές, έναν έμπειρο θεραπευτή στη θέση του θεραπευόμενου και μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια. Αναδεικνύεται ο εκπαιδευτικός θεσμός ως ασφαλές πεδίο αναστοχασμού, ζύμωσης και συγκρότησης θεραπευτικής ταυτότητας. Η τέταρτη εργασία αναδεικνύει τη σημασία του αναστοχασμού μέσα από τη βιωμένη εμπειρία των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που έχουν καθίσει τόσο στην καρέκλα του θεραπευόμενου όσο και του θεραπευτή. Η διπλή αυτή θέση συμβάλλει στη διαμόρφωση της κλινικής ταυτότητας και ενισχύει τη θεραπευτική λειτουργία. Συνολικά, το πάνελ αναδεικνύει την αναστοχαστικότητα ως διαρκή, ζωντανή πράξη συνάντησης, με τον θεραπευόμενο, με τον εαυτό, με τον θεσμό και το ασυνείδητο.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Ονειρικές Εικόνες και Σιωπηλές Συνδέσεις: Η Reverie ως Αναστοχαστικό Βίωμα στη Θεραπευτική Πράξη

Βασιλική Υψηλάντη
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η reverie, κατά Bion, συνιστά μια ψυχική λειτουργία πρόσληψης και μετατροπής του άρρητου ψυχικού υλικού. Δεν περιορίζεται σε τεχνικές παρατήρησης ή γνωστικές επεξεργασίες, αλλά συγκροτεί μια μορφή ενσώματης, προλεκτικής ακρόασης, όπου ο ψυχισμός της θεραπεύτριας γίνεται αγωγός του ασυνείδητου του θεραπευόμενου και της ενδιάμεσης συνθετικής ψυχικής μήτρας. Ως μεταβατικός χώρος, η reverie εκφράζεται μέσω αταξινόμητων αισθήσεων, εσωτερικών εικόνων χωρίς εμφανή αιτιακή συνοχή, ασώματων σκέψεων ή σωματοποιημένων εντυπώσεων, οι οποίες δεν ανήκουν στην ψυχοδυναμική κατάσταση της θεραπεύτριας, αλλά ενοικούν στο διυποκειμενικό θεραπευτικό πεδίο ως φορείς ασυνείδητης μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης. Η αναστοχαστικότητα επανανοηματοδοτείται όχι ως διαδικασία εννοιολόγησης του βιώματος, αλλά ως ικανότητα παραμονής στον ενδιάμεσο ψυχικό χώρο, όπου κυριαρχεί η ασάφεια, η αμφισημία και η απουσία νοήματος. Είναι η ψυχική δυνατότητα της θεραπεύτριας να ενσαρκώσει την παρουσία εντός του κενού, να συνυπάρξει με το μη-γνώριμο, χωρίς να επισπεύσει ερμηνείες. Η ενδοψυχική αυτή ονειρική κατάσταση, που μπορεί να παραπέμπει σε δευτερογενή επεξεργασία ή φαντασίωση, φέρει ενδοψυχικά ίχνη του θεραπευόμενου αλλά και αποτυπώματα της θεραπευτικής συνδημιουργίας. Η reverie λειτουργεί ως ενδιάμεσος σχηματισμός (intermediate formation), ένα ψυχικό παράγωγο του πεδίου, μέσα από το οποίο ενεργοποιείται το δυναμικό για ψυχική κατανόηση και εμβάθυνση στη θεραπευτική σχέση. Όταν η θεραπεύτρια επιτρέψει στον εαυτό της να κινηθεί εντός αυτού του πεδίου, η reverie μεταμορφώνεται σε εργαλείο ασυνείδητης επαφής, φωτίζοντας τις σκιές της θεραπευτικής διαδικασίας. Μέσα από κλινικές αναφορές, σκοπός είναι να καταδειχθεί πώς οι αφανείς αυτές εμπειρίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ερμηνευτικοί μίτοι στον λαβύρινθο της ψυχικής διεργασίας, αναδεικνύοντας αθέατες διαστάσεις της ενδοψυχικής κατάστασης και της σχεσιακής λειτουργίας. Προτείνεται μια νέα νοηματοδότηση της reverie, όχι ως αξιολογικό αναστοχασμό της συνεδρίας, αλλά ως ενσώματη, δημιουργική ψυχική λειτουργία, ικανή να διαμορφώσει γέφυρες μεταξύ της ασυνείδητης εγγραφής και της συνειδητής ενσυναίσθησης. Ένα εργαλείο κατανόησης που δεν στοχεύει στη απόδοση νοήματος, αλλά στη δυναμική χαρτογράφηση του άδηλου ψυχικού τοπίου.

 

«Αν είσαι τέλειος θα νιώθω πάντα λίγος»: Η Ευαλωτότητα του Θεραπευτή και η Αμοιβαιότητα ως Διέξοδος από το Θεραπευτικό Αδιέξοδο

Ανδρέας Τζερεμές
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία η έννοια της αμοιβαιότητας εντός της θεραπευτικής δυάδας είναι αντίρροπη από αυτήν της ταύτισης. Ενώ η αμοιβαιότητα αφορά στην συμμετρική αναγνώριση του άλλου ως ξεχωριστή και αυτόνομη οντότητα εντός θεραπευτικού δωματίου, η έννοια της ταύτισης παραπέμπει στην εξάλειψη των ατομικών διαφορών, δημιουργώντας τάσεις συγχώνευσης στην θεραπευτική σχέση. Ένα συχνό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι νέοι θεραπευτές είναι η δυσκολία διαχωρισμού ανάμεσα στην ταύτιση και την αμοιβαιότητα που συχνά οδηγεί σε προσφυγή προς την ασφάλεια της αυθεντίας του ρόλου και οδηγεί τη θεραπευτική σχέση σε αδιέξοδο. Όταν η ευαλωτότητα ενός νέου θεραπευτή βιώνεται ως ευθραυστότητα, τότε ο κίνδυνος αφανισμού μέσω της ταύτισης μεγιστοποιείται και η προσφυγή στην αυθεντία του ρόλου γίνεται δελεαστική. Στην προσπάθεια δηλαδή να αποφευχθεί ο συγχωνευτικός κίνδυνος αφανισμού της ατομικότητας του θεραπευτή παρατηρείται η τάση για αντιδραστική ενίσχυση της διαφοράς του: μέσω της απόστασης που προσφέρει η «καρέκλα του θεραπευτή», της υπεροχής που απορρέει από τον ρόλο και της επιδίωξης αψεγάδιαστων παρεμβάσεων. Μέσα από την παρουσίαση κλινικών παραδειγμάτων η παρούσα εργασία θα επιχειρήσει να διαφωτίσει το πως αντί του καταφυγίου της αυθεντίας, η ίδια η ευαλωτότητα του θεραπευτή μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός διεξόδου από το θεραπευτικό αδιέξοδο χωρίς να γίνει ευθραυστότητα. Το πώς δηλαδή εντός ενός αδιέξοδου διπόλου συγχώνευσης και αυθεντίας, η ευαλωτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατική δίοδος για έναν τρίτο χώρο, αυτόν της αμοιβαίας αναγνώρισης ανάμεσα στη δυάδα. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν διλήμματα και δυσκολίες που προκύπτουν γύρω από την αυτοαποκάλυψη της ευαλωτότητας ενός νέου θεραπευτή στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης της θεραπευτικής του ταυτότητας.

 

Όταν ο Θεραπευόμενος Χτυπά και ο Θεσμός Κρατά: Αρνητική Μεταβίβαση και Αναστοχασμός στα Πρώτα Θεραπευτικά Βήματα

Αικατερίνη Καλαντζοπούλου
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η διαμόρφωση θεραπευτικής ταυτότητας δεν ακολουθεί μια γραμμική και σταθερή πορεία, αλλά αποτελεί μια διαδικασία πολυδιάστατη, που απαιτεί συνεχή αναστοχασμό. Τι σημαίνει όμως να συγκροτείται η θεραπευτική ταυτότητα την ίδια στιγμή που διακυβεύεται; Η συνάντηση με την επιθετικότητα και το φθόνο μπορεί να αποβεί τραυματική για μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια που διανύει τις πρώτες θεραπευτικές της διαδρομές. Όταν αυτή η συνάντηση λαμβάνει χώρα μέσα σε έναν θεσμό που μπορεί να εμπεριέξει, να «κρατήσει» και να οριοθετήσει, η εμπειρία της αρνητικής μεταβίβασης δύναται να εξελιχθεί σε ένα πολύτιμο εργαλείο, διευρύνοντας το πεδίο για εποπτικό και θεραπευτικό αναστοχασμό, κατανόηση και εξέλιξη. Παρουσιάζεται η περίπτωση του Νικόλα, ενός θεραπευόμενου σε σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία με μια ειδικευόμενη θεραπεύτρια, όντας και ο ίδιος θεραπευτής. Συγκεκριμένα, αναλύονται ζητήματα αμφισβήτησης της θεραπεύτριας και ανταγωνισμού στη θεραπευτική δυάδα, ενώ βάσει της θεωρίας του Χαραλαμπίδη, εξετάζεται η παρουσία του φθόνου στη θεραπευτική σχέση και το πώς οι διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις του θεραπευόμενου για τη θεραπεύτρια την ανακινούν ψυχικά. Στο θεραπευτικό δωμάτιο η δυάδα δεν υπάρχει ως «λευκός καμβάς», αλλά φέρει ψυχικά μαζί της την προσωπική ιστορία των μελών που την απαρτίζουν και τις σημαντικές ομάδες στις οποίες κάθε μέλος εντάσσεται. Η εργασία επιχειρεί να αναδείξει το θεσμό, όχι ως ιδανική, αλλά πραγματική κοινότητα που μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικός χώρος συν-διαμόρφωσης του θεραπευτή προσφέροντάς του ένα πλαίσιο αναστοχαστικότητας, για να ανακτά την επιθυμία του για θεραπευτική πρόοδο και εξέλιξη, ακόμη και όταν αυτή δοκιμάζεται σε πολλαπλά επίπεδα. Μπορεί άραγε ένας θεσμός να λειτουργήσει ως μια «περιβάλλουσα μητέρα» που παρέχει στον ειδικευόμενο ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο του επιτρέπει να αναστοχαστεί, να απορρίψει, να αφομοιώσει και τελικά να ζυμώσει τη θεραπευτική του ταυτότητα, χωρίς να αναστέλλει τη δημιουργικότητά του;

 

Από την Καρέκλα της Θεραπευόμενης στην Καρέκλα της Θεραπεύτριας: Αναστοχασμός και Συγκρότηση της Κλινικής Ταυτότητας

Χρυσάνθη Βασιλείου
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να φωτίσει το πώς η προϋπάρχουσα και ταυτόχρονη εμπειρία ειδικευόμενης ψυχοθεραπεύτριας και ως θεραπευόμενης επαναπροσδιορίζει την κλινική ταυτότητά της. Το πολυετές ταξίδι της συγγραφέως στον κόσμο της ψυχοθεραπείας, ακολουθώντας ποικίλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις ως θεραπευόμενη, οδήγησε τελικά στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία και την Ομαδική Ψυχοθεραπεία κατά IrvinYalom. Κατά τη διαδρομή από την Καρέκλα της Θεραπευόμενης στην Καρέκλα της Θεραπεύτριας, ως παράλληλη διαδικασία, μέσω αναστοχαστικής ανάλυσης και επεξεργασίας, αναδύθηκαν προκλήσεις αλλά κυρίως οφέλη. Η αρχική θέση της Αναλυόμενης και έπειτα η μετάβαση στη θέση της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπεύτριας βοήθησε αλλά και δυσκόλεψε σε διαφορετικούς τομείς. Συγκεκριμένα, στο Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, όπου έχω εκπαιδευτεί, έχει καταστεί σαφής η σπουδαιότητα της προσωπικής θεραπείας και της εποπτείας ενός ψυχοθεραπευτή αλλά και η συμμετοχή σε ομάδες και η επαφή με ομαδικά δυναμικά. Οι πυλώνες δηλαδή της συγκρότησης της κλινικής ταυτότητας ενός θεραπευτή αποτελούνται από το τρίπτυχο Θεραπεία, Εκπαίδευση και Εποπτεία,, το οποίο συμβάλλει ουσιαστικά στη διάκριση των δύο ρόλων, περιορίζοντας τις αρχικές εσωτερικές συγκρούσεις που μπορεί να βιώσει ένας νέος θεραπευτής κατά τους πρώτους μήνες της πρακτικής του άσκησης. Μέσα από σύντομες αναφορές σε κλινικά παραδείγματα από την πρακτική μου άσκηση, έννοιες όπως η εκπραξία (enactment), η αυτοαποκάλυψη, η συνδημιουργία της θεραπευτικής σχέσης, το ασυνείδητο, η μεταβίβαση-αντιμεταβίβαση, η αντίσταση στη θεραπεία, η εξιδανίκευση και η φαντασίωση της παντοδυναμίας του ψυχοθεραπευτή, επανανοηματοδοτούνται αφού βιώνονται και από τις δύο καρέκλες. Η εργασία αυτή ενθαρρύνει τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας για την συνύπαρξη και στις δυο καρέκλες, όπως και τον διαρκή αναστοχασμό, ο οποίος είναι απαραίτητος για την εξελικτική πορεία του επαγγέλματος. Η προϋπάρχουσα και παράλληλη εμπειρία ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας ως θεραπευόμενου, μπορεί να μετασχηματιστεί σε κλινικό πλεονέκτημα, εφόσον πλαισιώνεται από συνεχή εποπτεία και εκπαίδευση, ενισχύοντας έτσι την αυθεντικότητα, την ενσυναίσθηση και την οριοθέτηση.

 
12:45έως14:15Συμπόσιο 15
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.2
 
Παρουσιάσεις

Η Σχεσιακή Ομαδική Εποπτεία ως Πεδίο Ρήξης και Επανόρθωσης: Τραύμα, Πλαίσιο και Αναστοχασμός

Προεδρείο/α: Ανδρέας Σαβράμης (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Συζητητές/τριες: Ανδρέας Σαβράμης (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Η ομαδική εποπτεία στην σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν δυναμικό χώρο αναστοχασμού, στον οποίο αναδύονται προσωπικά και διαπροσωπικά τραύματα, ρήξεις στη θεραπευτική σχέση αλλά και δυνατότητες επανόρθωσης. Ο εποπτικός χώρος λειτουργεί ταυτόχρονα ως καθρέφτης και ως πεδίο ενσώματης, σχεσιακής επανεκδραμάτισης, όπου η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση προσλαμβάνονται όχι απλώς ως ενδείξεις αλλά ως εργαλεία συν-νόησης της θεραπευτικής εμπλοκής. Η σχεσιακή στάση διαφοροποιείται από την ουδετερότητα της κλασικής ψυχανάλυσης, τονίζοντας τη σημασία της ενεργούς συμμετοχής του θεραπευτή στη διεργασία νοηματοδότησης και μετασχηματισμού. Η κατανόηση του θεραπευόμενου προκύπτει μέσα από την αξιοποίηση των συναισθημάτων και των αντιμεταβιβάσεων του εποπτευόμενου. Ο θεραπευτής ναρκισσιστικά οχυρωμένος πίσω από την ασφάλεια του θεραπευτικού συμβολαίου και πλαισίου, ανακαλύπτει τα τυφλά αντιμεταβιβαστικά του σημεία όπου η εποπτική ομάδα «ως όλον» καθρεφτίζει στην μετά-ανάλυση της επικοινωνίας του με τον θεραπευόμενο. Επιπλέον, το εποπτικό γκρουπ δύναται να αναβιώσει τα τραύματα που διαπραγματεύεται η θεραπεία, αναδεικνύοντας όμως ένα νέο επανορθωτικό παράδειγμα, αυτή τη φορά σε έναν χώρο διαθέσιμο για εμπερίεξη, όχι μόνο του θεραπευόμενου αλλά και του θεραπευτή που μπορεί να αναβιώνει δικές του τραυματικές εμπειρίες καθώς βάλλεται από ισχυρές προβλητικές ταυτίσεις. Η εποπτεία, επομένως, καλείται να αποκαταστήσει τη διαθεσιμότητα του ψυχικού χώρου του θεραπευτή. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία αναδεικνύεται όχι μόνο ως αναστοχαστική πρακτική, αλλά ως μια ανοιχτή, βιωματική διεργασία, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ εποπτευόμενου, ομάδας και εποπτών γίνεται ο φορέας ψυχικής μεταβολής. Η διαθεσιμότητα του θεραπευτή δεν θεωρείται δεδομένη αλλά, καλλιεργείται μέσα από την επώδυνη και αναγεννητική συνάντηση με τον Άλλον, εντός και εκτός θεραπευτικής σχέσης. Μέσα από κλινικά παραδείγματα παρουσιάζονται περιπτώσεις όπου το εποπτικό πεδίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θεραπεία. Λειτουργεί ως χώρος ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της θεραπευτικής σχέσης, την πρόοδο της διαδικασίας και την ενίσχυση της αναστοχαστικής ικανότητας του θεραπευτή.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Από την Ναρκισσιστική Οχύρωση στην Ρήξη και Επιδιόρθωση: Η Ομαδική Εποπτεία ως Αναστοχαστικός Τόπος

Λένα Τυλιγάδη
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Στην παρούσα εργασία διερευνάται πώς το εποπτικό γκρουπ και οι αναδυόμενες ρήξεις και επανoρθώσεις συμβάλλουν στην αναστοχαστική ικανότητα του θεραπευτή στο πλαίσιο της ομαδικής εποπτείας. Η εποπτεία, όπως εφαρμόζεται στα Ψυχαναλυτικά Ινστιτούτα, αποτελεί μια διαδικασία μάθησης και αναγνώρισης των αντιστάσεων του θεραπευτή. Είναι, επίσης, ένας χώρος όπου, μέσα από την πολλαπλότητα των αντανακλάσεων των μελών του εποπτικού γκρουπ, επανεξετάζεται το ψυχικό “δοχείο” του θεραπευτή, δηλαδή η ικανότητά του να υποδέχεται και να μεταβολίζει το υλικό του θεραπευόμενου. Τα θεωρητικά μοντέλα δομημένης ομαδικής εποπτείας των Wilbur, Borders και McAuliffe δίνουν έμφαση στην αναλυτική παρουσίαση περιστατικών και στον σχεδιασμό θεραπευτικού πλάνου. Αντίθετα, η ομαδική εποπτεία βασισμένη στην σχεσιακή ψυχαναλυτική θεώρηση , με επιρροές από αναλυτικά και βιωματικά μοντέλα, επικεντρώνεται στην κατανόηση του θεραπευόμενου, μέσα από την αξιοποίηση των αντιμεταβιβάσεων και των συναισθημάτων του εποπτευόμενου, των μελών του γκρουπ και της “ομάδας ως όλον”. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία, βασισμένη στις θεωρίες του Winnicott, του Bion και των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, γίνεται πεδίο όπου ο θεραπευτής, ο επόπτης και οι συνεποπτευόμενοι συν-δημιουργούν έναν "αναλυτικό τρίτο", έναν χώρο συνάντησης και αντανάκλασης της σχέσης θεραπευτή-θεραπευόμενου. Μέσα από αυτήν τη πολύ-υποκειμενική μήτρα διαμορφώνεται ένας πολυπρισματικός τρόπος θέασης της θεραπευτικής εμπλοκής. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μία βινιέτα ομαδικής εποπτείας, όπου ο έμπειρος θεραπευτής ναρκισσιστικά οχυρωμένος πίσω από την ασφάλεια του θεραπευτικού συμβολαίου και πλαισίου, ανακαλύπτει τα τυφλά αντιμεταβιβαστικά του σημεία που η «ομάδα ως όλον» καθρεφτίζει στην μετά-ανάλυση της επικοινωνίας του με τον θεραπευόμενο. Αναστοχαζόμενος τα δικά του εσωτερικευμένα αντικείμενα έρχεται σε ρήξη με αυτά. Εικόνες, φαντασιώσεις και συναισθήματα που αναδύονται στην εποπτική ομάδα, μαζί με την εμπερίεξη του θεραπευτή από τη δυάδα γκρουπ–επόπτρια/μητέρα, συγκροτούν μια ψυχική μήτρα. Μέσα σε αυτήν φιλοξενείται ο ασφαλής χώρος, στον οποίο ο θεραπευτής μπορεί να επιτύχει την επανόρθωση της εσωτερικευμένης αναπαράστασης της σχέσης του με τον θεραπευόμενο.

 

Όταν η Εποπτική Ομάδα Αντηχεί τον Μη Εμπεριεκτικό Γονέα: Πρώιμα Τραύματα και Συλλογικό Ηolding στην Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ομαδική Εποπτεία ως Αναστοχαστικός Τόπος

Ελισάβετ Αβραμιώτη
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η εποπτική ομάδα, ως μικρογραφία της θεραπευτικής σχέσης και ως πεδίο έντονων μεταβιβαστικών κινήσεων, συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης εκείνων των εσωτερικευμένων σχέσεων που παραμένουν σιωπηλές, αλλά ενεργές εντός της δυναμικής του θεραπευτικού δεσμού. Από τη σκοπιά της σχεσιακής ψυχαναλυτικής σκέψης, η εποπτική ομάδα δεν αποτελεί απλώς τεχνικό υποστήριγμα, αλλά χώρο όπου οι ασυνείδητες δυναμικές του θεραπευτή ενεργοποιούνται μέσα από τη σχέση με την ομάδα και τον επόπτη. Ο θεραπευτής δεν προσέρχεται μόνος στην εποπτεία· φέρνει μαζί του εσωτερικευμένα αντικείμενα και φωνές από το δικό του παρελθόν και από το ψυχικό υλικό των θεραπευόμενων του. Η παρούσα εργασία εστιάζει στην εποπτική διεργασία ως πεδίο ενσώματης αναβίωσης και επανεγγραφής πρώιμων τραυματικών εμπειριών του θεραπευτή ή εποπτευόμενου. Τέτοιες συνθήκες αναδύονται μέσα από φαινόμενα προβλητικής ταύτισης, τα οποία, όταν ιδωθούν όχι ως “παρεκκλίσεις” αλλά ως αναπαραστάσεις γονεϊκών αντικειμένων, μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες ευκαιρίες για βαθύ αναστοχασμό. Μέσα από την περίπτωση της θεραπεύτριας Άννας, εξετάζεται πώς μια μη διαθέσιμη και αποστασιοποιημένη στάση του επόπτη μπορεί να αγγίξει ένα τραυματικό αποτύπωμα, εκείνο ενός μη εμπεριεκτικού γονέα, που ενυπάρχει στην ιστορία του θεραπευόμενου. Αυτό μεταδίδει σημαντικές πληροφορίες για την εσωτερικευμένη γονεϊκή απουσία και ενεργοποιεί ταυτίσεις με τη μητρική αποστροφή. Παράλληλα, η εποπτική ομάδα μετατρέπεται σε ένα ψυχικό «δοχείο» άμορφων και έντονων συναισθηματικών φορτίων που φιλοξενεί τη ρήξη και εργάζεται μέσα από την επανόρθωση. Το εποπτικό πλαίσιο μετατρέπεται έτσι σε ψυχικό τόπο συλλογικής ρύθμισης, εμπεριεκτικότητας και δημιουργίας νοήματος, προσφέροντας στην ομάδα τη λειτουργία ενός “αρκετά καλού γονέα”. Η σχεσιακή ψυχαναλυτική ομαδική εποπτεία λειτουργεί ως ενδιάμεσος, συν διαμορφούμενος χώρος κατανόησης και επεξεργασίας του τραύματος. Μέσα σε αυτόν, ο θεραπευτής αναπτύσσει την ικανότητά του για αναστοχαστική και δημιουργική παρουσία, ενώ ενισχύει την επαγρύπνησή του απέναντι στις ασυνείδητες διεργασίες που διαμορφώνουν και συντηρούν τη διαλεκτική σχέση με τον ασθενή.

 

Μεταβιβαστικά και Αντιμεταβιβαστικά Τοπία: Ο Αναστοχασμός ως Κοινός Τόπος Θεραπείας και Εποπτείας

Ειρήνη Μάτα
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η παρούσα εργασία εξετάζει τις μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές δυναμικές που αναδύονται μέσα από τη μελέτη μιας κλινικής περίπτωσης, στο πλαίσιο της σχεσιακής ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον αναστοχασμό, ως εργαλείο κατανόησης τόσο της θεραπευτικής σχέσης όσο και της εποπτικής διαδικασίας. Η Ελπίδα, μια γυναίκα διχασμένη ανάμεσα σε έναν παιδικό και έναν ενήλικο εαυτό, προσέρχεται στη θεραπεία ζητώντας να κατανοήσει τις δυσκολίες που σχετίζονται με τη συναισθηματική της αυτονόμηση και την ικανότητά της να συνάπτει ουσιαστικές σχέσεις. Καθώς προχωρά η θεραπευτική διαδικασία, περιγράφει το βίωμα μιας βαθιάς κοινωνικής ευαλωτότητας και ασυνέχειας στον τρόπο που νιώθει τον εαυτό της. Αναδύεται επίσης μια παιδικότητα που ζητά φροντίδα, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί αμηχανία και ταυτοτική ασάφεια. Οι μεταβιβάσεις και αντιμεταβιβάσεις που αναδύονται προσεγγίζονται ως βασικό εργαλείο κατανόησης της διαδικασίας. Το κλινικό υλικό προσεγγίζεται μέσα από τη θεωρία του Steven Mitchell, ο οποίος τονίζει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο αμοιβαίας εμπλοκής και συνδιαμόρφωσης της υποκειμενικότητας. Απομακρύνεται από τη μονόπλευρη ερμηνεία της μεταβίβασης ως αναπαράστασης παρελθόντος, και την κατανοεί ως αποτέλεσμα αλληλεπιδραστικών και παροντικών διεργασιών. Η θεραπεύτρια είναι ενεργά εμπλεκόμενη στη θεραπευτική εμπειρία, σε αντίθεση με την ουδέτερη και αποστασιοποιημένη στάση της κλασικής ψυχανάλυσης. Η ομαδική εποπτεία λειτουργεί ως πολλαπλός καθρέφτης για τον αναστοχασμό, φωτίζοντας τη σημασία της αβεβαιότητας και της ενσώματης συμμετοχής του θεραπευτή, σύμφωνα με τον Thomas Ogden. Παράλληλα, όπως αναφέρει ο Bromberg, αναδύονται απρόσμενες όψεις του εαυτού μέσα από τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Η εργασία αυτή επιχειρεί να αναδείξει την πολυπλοκότητα της θεραπευτικής εμπειρίας, εστιάζοντας στη δυναμική της σχέσης και στη σημασία του αναστοχασμού ως εργαλείου κατανόησης και μετασχηματισμού.

 

Παραβίαση Πλαισίου και Τραύμα: Η Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Εποπτεία ως Διέξοδος Αναστοχαστικής Επεξεργασίας

Ανδρέας Σαβράμης
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η ικανότητα του θεραπευτή για αναστοχασμό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία απέναντι στις προκλήσεις της θεραπευτικής διαδικασίας. Η καθαρή σκέψη και η διαθεσιμότητα ψυχικού χώρου είναι προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, ιδιαίτερα όταν οι ρόλοι και οι συνθήκες μεταβάλλονται καθώς η σχέση εμβαθύνει, οδηγώντας θεραπευτή και θεραπευόμενο σε ανεξερεύνητα ψυχικά τοπία. Αναπόφευκτα, η προσωπική ιστορία του θεραπευόμενου θα επαναληφθεί εντός θεραπευτικού πλαισίου· παραβιάσεις ορίων και αναβιώσεις τραύματος εμφανίζονται σε μορφές που συχνά παραμένουν ασαφείς ή συγκεχυμένες για τον θεραπευτή. Σε αυτές τις στιγμές, καλείται να εμπεριέξει και να μεταβολίσει το ψυχικό υλικό διατηρώντας μία στοχαστική, αλλά όχι αποστασιοποιημένη, ουδετερότητα. Κεντρικό στοιχείο της σχεσιακής ψυχανάλυσης είναι η δυνατότητα του θεραπευτή να παραμένει ταυτόχρονα σε επαφή με τον εαυτό του και διαθέσιμος ως σχεσιακό υποκείμενο για τον θεραπευόμενο. Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Πώς μπορεί ο θεραπευτής να διατηρήσει την επαφή με τη δημιουργικότητά του, απέναντι στις ασυνείδητες επιθέσεις, σε προβολές και αντιστάσεις που ενεργοποιούνται στη θεραπευτική σχέση; Η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία προσφέρει μια κρίσιμη διέξοδο. Είτε πραγματοποιείται ατομικά είτε σε πλαίσιο ομάδας, λειτουργεί ως βιωματικός, συμμετοχικός και ενσυναισθητικός χώρος, με στόχο τη βαθύτερη κατανόηση της υποκειμενικής εμπειρίας του θεραπευτή. Σε αντίθεση με παραδοσιακά μοντέλα, η σχεσιακή ψυχαναλυτική εποπτεία δεν αντιλαμβάνεται τη σχέση εποπτευόμενου-επόπτη ως μονόδρομη, αλλά ως πεδίο αμοιβαίας επεξεργασίας και αυθεντικής συνάντησης. Η εποπτεία έτσι λειτουργεί ως ένα «δεύτερο θεραπευτικό πλαίσιο», μέσα στο οποίο ο θεραπευτής έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τις συναισθηματικές αντιδράσεις, να αποκαταστήσει νόημα σε εμπειρίες παραβίασης, ασάφειας ή ψυχικής ασυνέχειας, και να ενισχυθεί ως υποκείμενο-σε-σχέση. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, ο εποπτευόμενος διαμορφώνει σταδιακά έναν αυθεντικό τρόπο να ασκεί τον θεραπευτικό του ρόλο, μαθαίνει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται την ευαλωτότητά του, και ενδυναμώνει τη δυνατότητα αναστοχασμού. Καθώς αυξάνεται η ψυχική ανθεκτικότητα, ενισχύεται και η διαθεσιμότητά του να σχετίζεται δημιουργικά και υπεύθυνα με τους θεραπευόμενους.

 
12:45έως14:15Συμπόσιο 16
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1
 
Παρουσιάσεις

Σχεδιάζοντας το μέλλον: δρόμοι βιώσιμης σταδιοδρομίας μέσα από τα μονοπάτια της συμβουλευτικής και του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Προεδρείο/α: Αικατερίνη Αργυροπούλου (Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Συζητητές/τριες: Ασπασία (Σίσσυ) Καραβία (Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Η βιωσιμότητα της σταδιοδρομίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που πραγματεύεται το επιστημονικό πεδίο της συμβουλευτικής για τη σταδιοδρομία και του επαγγελματικού προσανατολισμού. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία οι βιώσιμες σταδιοδρομίες περιγράφονται ως μια ακολουθία εμπειριών σταδιοδρομίας (θέσεις εργασίας, εργασιακά καθήκοντα, επαγγελματικές επιλογές και αποφάσεις) που αναδεικνύονται μέσα από μια ποικιλία μοτίβων συνέχειας με την πάροδο του χρόνου, διαπερνώντας διάφορους κοινωνικούς χώρους, που χαρακτηρίζονται από ατομική δράση και υποκειμενικές ερμηνείες απέναντι σε ζητήματα και παραμέτρους διαχείρισης της επαγγελματικής πορείας. Μέσω της διαδικασίας αυτής, το άτομο διαχειρίζεται τη σταδιοδρομία του μέσα από την εμπειρία και την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον ανταποκρινόμενο στις ευκαιρίες που του παρουσιάζονται και προσαρμοζόμενο στις συνεχόμενες προκλήσεις, ώστε να καθίσταται απασχολήσιμο. Η συμβουλευτική για τη σταδιοδρομία μπορεί να συμβάλλει στην καθιέρωση μιας κουλτούρας βιώσιμης ανάπτυξης ενδυναμώνοντας την προσωπική και επαγγελματική ταυτότητα του υποκειμένου, τους πόρους και τις δυνάμεις, τη στοχοθεσία και τα κίνητρά του, εξατομικεύοντας τα μελλοντικά σχέδια ζωής και σταδιοδρομίας και λαμβάνοντας, ταυτόχρονα υπόψη το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι επαγγελματικές διαδρομές των ατόμων επιτρέπουν στο άτομο όχι μόνο «να γνωρίζει πώς να κάνει κάτι», αλλά και «να γνωρίζει πώς να είναι», καθώς και «να γνωρίζει πώς να γίνει». Οι σύμβουλοι σταδιοδρομίας μπορούν να αξιοποιήσουν την πολυδιάστατη προοπτική της βιώσιμης επαγγελματικής ανάπτυξης, ως πρωτογενή πρόληψη για να βοηθήσουν τους ωφελούμενους να διαμορφώνουν έναν ελπιδοφόρο πυρήνα καινοτόμων συμπεριφορών επιβίωσης και επιτυχίας σε πολλαπλά εργασιακά περιβάλλοντα συνεισφέροντας έτσι ουσιαστικά τόσο στον εαυτό τους όσο και στην κοινωνία.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Οι μαθητές μιλούν για τα πρότυπά τους: Μια ποιοτική ανάλυση σε σχέση με τον εαυτό και τη θεώρησή του ως βιώσιμο σχέδιο σταδιοδρομίας.

Ασπασία (Σίσσυ) Καραβία
Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η βιώσιμη επαγγελματική ανάπτυξη, αποτελεί μια συνεχή, αναστοχαστική διαδικασία, η οποία, μεταξύ άλλων, προάγει την αυτογνωσία και περιβαλλοντογνωσία του ατόμου, ενώ ενισχύει την κοινωνική του ευθύνη και τις αυθεντικές του αξίες, τόσο στη διερεύνηση των επαγγελματικών του αναζητήσεων όσο και στον προσανατολισμό που επιθυμεί να έχει στη ζωή του. Η αυτογνωσία και η περιβαλλοντογνωσία συμβάλλουν στην ικανότητα διαχείρισης σύνθετων προβλημάτων και αποφάσεων, με την οποία το άτομο καλείται να ανταποκριθεί στις προσωπικές του ανάγκες, βάσει των προσωπικών και επαγγελματικών του αξιών, του προσωπικού νοήματος και του σκοπού ζωής που έχει προσδιορίσει. Μέσα από το εργαλείο «Η Επαγγελματική μου ιστορία» (Savickas & Hartung, 2022), οι σύμβουλοι Σχεδιασμού Ζωής διερευνούν τα πρότυπα των ωφελούμενων, επειδή αυτά επηρεάζουν την πρώτη επαγγελματική επιλογή. Τα πρότυπα είναι ευφάνταστες πηγές, που χρησιμοποιούν τα άτομα, για να αναπτύξουν τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά. Η επιλογή των προτύπων υποδηλώνει αποφάσεις σχετικά με την αυτοεικόνα και τα χαρακτηριστικά, που τα άτομα πιστεύουν ότι πρέπει να αναπτύξουν. Οι απαντήσεις στην ερώτηση για τα πρότυπα περιλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, τα οποία ο ωφελούμενος χρησιμοποιεί ως σχέδιο για την κατασκευή εαυτού. Κατά την όψιμη εφηβεία, τα άτομα ενσωματώνουν αυτά τα χαρακτηριστικά ή κομμάτια ταυτότητάς σε μία αρχική επαγγελματική ταυτότητα. 15 μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχολεία της Αττικής συμπλήρωσαν την ενότητα «τα πρότυπά μου» του εργαλείου «Η Επαγγελματική μου ιστορία με στόχο να διερευνηθεί τόσο η επιλογή και η χρήση των προτύπων αυτών για τη δημιουργία μιας πρώτης επαγγελματικής ταυτότητας, όσο και τα στοιχεία βιώσιμης επαγγελματικής ανάπτυξης που αναδεικνύονται ή όχι από τις ταυτότητες αυτές. Η ποιοτική ερμηνευτική ανάλυση, ανέδειξε τις μορφές και τα χαρακτηριστικά της επαγγελματικής ταυτότητας που οι έφηβοι δομούν σε μια πρώτη απόπειρα σύνθεσης, αλλά και πρόσφερε στοιχεία σχετικά με τα πρότυπα που επηρεάζουν αυτή σύνθεση

 

Κοινωνικές Παρεμβάσεις σε Γεωγραφικά Απομακρυσμένες Περιοχές: Προάγοντας Βιώσιμες Σταδιοδρομίες με Κοινωνικό Αντίκτυπο

Ολυμπία Χαϊδεμενάκη
Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Υιοθετώντας ως βασικό άξονα δράσης την ενεργοποίηση των μαθητών και μαθητριών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για ανάληψη δράσης και τη διασφάλιση βιώσιμων σταδιοδρομιών, η παρούσα εισήγηση παρουσιάζει καινοτόμες παρεμβάσεις επαγγελματικού προσανατολισμού και ενημέρωσης που πραγματοποιήθηκαν σε σχολεία απομακρυσμένων γεωγραφικά περιοχών, όπως η Σύρος, η Σκιάθος, τα Κύθηρα, η Ικαρία, η Ιθάκη, η Κέρκυρα, η Κέα, η Ίος, η Αμοργός, η Σύμη, η Λήμνος και η Τήνος. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ως στόχο την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των μαθητών/-τριών, την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και την προετοιμασία τους για επαγγέλματα που υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του πλανήτη. Εναρμονισμένες με τους 17 στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης της UNESCO (United Nations, 2015), οι κοινωνικές αυτές δράσεις προάγουν την ένταξη των «πράσινων» επαγγελμάτων στην επαγγελματική καθοδήγηση προετοιμάζοντάς τους μαθητές/-τριες για βιώσιμες μελλοντικές σταδιοδρομίες. Στο πλαίσιο της δράσης οι ωφελούμενοι ενθαρρύνονται στη λήψη ενημερωμένων και βιώσιμων επαγγελματικών επιλογών, τη διερεύνηση διαφορετικών επαγγελματικών ευκαιριών που προσφέρει η μη αστική διαβίωση και την ανάπτυξη «πράσινων», «οικολογικών» δεξιοτήτων για τη διαμόρφωση ευέλικτων επαγγελματικών προοπτικών. Η αξιολόγηση της επίδρασης των παρεμβάσεων αυτών πραγματοποιήθηκε μέσω ερωτηματολογίων και ομαδικών εστιασμένων συναντήσεων (focus groups). Τα αποτελέσματα της ποιοτικής ανάλυσης των δεδομένων, αναδεικνύουν μια ουσιαστική σύνδεση μεταξύ των επαγγελματικών επιλογών των μαθητών και του αειφόρου προτύπου σταδιοδρομίας, ενώ ταυτόχρονα προβάλουν την ανάγκη καλλιέργειας στάσεων και συμπεριφορών προσανατολισμένων σε βιώσιμες πρακτικές, κοινωνικές αξίες, δημιουργικότητα και το κοινό καλό.

 

Η Σύνδεση με τη Φύση και η Κοινωνική Δικαιοσύνη ως προγνωστικοί δείκτες βιώσιμης σταδιοδρομίας για προπτυχιακούς φοιτητές: Εφαρμογές στην Επαγγελματική Συμβουλευτική

Αναστασία Βρεττού
Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η επιλογή βιώσιμης σταδιοδρομίας αποτελεί κεντρικό ζήτημα στη σύγχρονη συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό, καθώς οι αέναες κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές αλλαγές απαιτούν νέες προσεγγίσεις για την επαγγελματική ανάπτυξη (Savickas, 2013). Η επαγγελματική πορεία δεν είναι στατική αλλά χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα, ανάπτυξη δεξιοτήτων και ισορροπία εργασιακής και προσωπικής ζωής (De Vos κ.α., 2020). H παρούσα έρευνα διερευνά τη συμβολή της σύνδεσης με τη φύση και των αξιών κοινωνικής δικαιοσύνης στη διαμόρφωση ανθεκτικών και βιώσιμων επαγγελματικών διαδρομών σε δείγμα προπτυχιακών φοιτητών. Βασισμένη σε ποσοτικά δεδομένα, η έρευνα αξιοποιεί δύο ψυχομετρικά εργαλεία: την Κλίμακα Connectedness to Nature Scale - CNS (Mayer & Frantz, 2004), Ερωτηματολόγιο Συνδεσιμότητας με τη Φύση, (Αργυροπούλου, Καραβία, Μπέλκη & Μουράτογλου, 2023) και την Κλίμακα Κοινωνικής Δικαιοσύνης (Social Justice Scale - SJS) (Torres-Harding et al., 2012). Η πρώτη μετρά τον βαθμό στον οποίο ένα άτομο αισθάνεται συνδεδεμένο με το φυσικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη αξιολογεί τη δέσμευση ενός ατόμου σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Μέσα από τα αποτελέσματα αυτών των εργαλείων, εξετάζεται ο τρόπος που η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση και η κοινωνική δικαιοσύνη επηρεάζουν τις επαγγελματικές επιλογές των ατόμων ικανών να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος και στην νέα διαμορφωμένη αγορά εργασίας. Η έρευνα εστιάζει στον ρόλο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας ως μέσο προώθησης βιώσιμων επαγγελματικών διαδρομών. Οι σύμβουλοι σταδιοδρομίας μπορούν να ενισχύσουν την προσωπική και επαγγελματική ταυτότητα των ατόμων, παρέχοντας εξατομικευμένες στρατηγικές που ενσωματώνουν την οικολογική και κοινωνική διάσταση στην επαγγελματική ανάπτυξη (Blustein, 2006).

 

Κάνοντας πράξη τη Βιώσιμη Σταδιοδρομία. Οι μαθητές- τριες ανακαλύπτουν τον τρόπο παίζοντας – σοβαρά - με lego

Πηνελόπη Μπέλκη
Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι δεξιότητες είναι το νόμισμα του μέλλοντος της εργασίας τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους οργανισμούς. Ωστόσο, μια επισκόπηση των δεξιοτήτων που χρειάζονται οι μαθητές για να αποκτήσουν μια βιώσιμη καριέρα είναι απούσα (Karaca-Atik et al., 2023). Εξάλλου, η ενσωμάτωση θεμάτων αειφορίας σε επίσημα εκπαιδευτικά προγράμματα και η άτυπη κατάρτιση ευθυγραμμίζεται με την εκπαίδευση για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Abina et al., 2025). Η αειφορία, επιπλέον, αποτελεί ένα διεπιστημονικό πλαίσιο που περιλαμβάνει όλες τις επιστήμες με στόχο την προαγωγή της ανθρώπινης ευημερίας και ποιότητας ζωής (Μουράτογλου κ.ά., 2020). Στο πλαίσιο αυτό, η πρόοδος στην καριέρα μπορεί να είναι τόσο δραματική, όσο η απόκτηση μιας νέας εξειδίκευσης και η εκμάθηση μιας εντελώς νέας βιομηχανίας. ή μπορεί να είναι τόσο απλή, όσο η απόκτηση μιας νέας δεξιότητας που κάνει τον τρέχοντα ρόλο του εργαζόμενου πιο παραγωγικό ή ευχάριστο αλλά, κυρίως συμβατό με τις δεδομένα του περιβάλλοντος. Για να γίνει το γεγονός αυτό κατανοητό στην πράξη, αξιοποιήσαμε το μοντέλο Lego Serious Play (LSP) σε 23 μαθητές-τριες της Β’ λυκείου στο ιδιωτικό ΓΕΛ «Γεννάδειος Σχολή». Συγκεκριμένα, εφαρμόσαμε τα πέντε πρώτα στάδια του μοντέλου (Α1 έως Α5),τα οποία περιλαμβάνουν: την κατασκευή με στοιχεία lego της εργασίας που επιθυμούν να ασκήσουν στο μέλλον (Α1), την επανακατασκευή της με κομμάτια από μοντέλα άλλων παιδιών για τη βελτιστοποίησή της (Α2), την κατασκευή του περιβάλλοντος χώρου (συνθήκες, δεδομένα εποχής) (Α3), την αναγνώριση των παραγόντων που μπορούν να επιδράσουν στην καριέρα τους και, τέλος, τον μετασχηματισμό της κατασκευής υπό την επίδραση κάποιου-ων παράγοντα-ων απ’ αυτούς που υπάρχουν γύρω τους. Με αυτόν τον τρόπο, προσδοκούμε να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές -τριες την ανάγκη συνεχούς διαχείρισης της αλλαγής στις εκάστοτε συνθήκες, την ανθεκτικότητα που οφείλουν να επιδείξουν για να παραμείνουν απασχολήσιμοι και την ανάγκη επιτυχούς μετάβασης από τη μια εργασιακή κατάσταση στην άλλη, στο πλαίσιο μιας βιώσιμης σταδιοδρομίας.

 
12:45έως14:15Συμπόσιο 17
Τοποθεσία: ΑΜΦ.2
 
Παρουσιάσεις

Ομαδική και Ατομική Συμβουλευτική Ομοτίμων: Εφαρμοσμένα Παραδείγματα με Διαφορετικές Ομάδες - Στόχο

Προεδρείο/α: Άννυ Μπενέτου (Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων)

Συζητητές/τριες: Δωροθέα Λοΐζου (Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων)

Η συμβουλευτική ομηλίκων/ομοτίμων (Σ.Ο) είναι ένα σύστημα προσφοράς και αποδοχής βοήθειας μεταξύ ατόμων σε παρόμοια φάση ζωής και με παρόμοια προβλήματα. Στηρίζεται στις βασικές αρχές του αμοιβαίου σεβασμού, της υπευθυνότητας και της κατανόησης. Αποτελεί μια πηγή κοινωνικής στήριξης που συμβάλει στα ήδη διαθέσιμα δίκτυα κοινωνικής στήριξης των ομότιμων. Σύμβουλοι ομηλίκων/ομοτίμων υπάρχουν και λειτουργούν με όλες τις ομάδες ηλικιών και για ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινων καταστάσεων. Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων (Ε.ΣΥ.ΟΜ) στα 10 και πλέον χρόνια της λειτουργίας της, υποστηρίζει τη δημιουργία και λειτουργία προγραμμάτων Συμβουλευτικής Ομοτίμων, ομαδικών και ατομικών, είτε ως αυτοτελείς δράσεις της οργάνωσης είτε σε συνεργασία με άλλους κοινωνικούς φορείς. Στο παρόν συμπόσιο, θα παρουσιαστούν μία σειρά από νέα καινοτόμα προγράμματα Σ.Ο που υλοποιούνται αυτή την περίοδο. Στην πρώτη εισήγηση αναλύεται το πρόγραμμα “We Support our MS” – WSOMS, ένα πρόγραμμα που διοργανώθηκε και υλοποιείται από την Ελληνική Εταιρία για τη Σκλήρυνσης κατά Πλάκας με την εποπτεία της Ε.ΣΥ.ΟΜ και απευθύνεται σε ασθενείς με Πολλαπλή Σκλήρυνση (Π.Σ). Η δεύτερη εισήγηση παρουσιάζει τον τρόπο δουλειάς και τη μεθοδολογία της Ε.ΣΥ.ΟΜ για την βελτίωση και ενδυνάμωση υπαρχόντων προγραμμάτων Σ.Ο σε διάφορους φορείς. Στην τρίτη εισήγηση, γίνεται αναφορά στο παράδειγμα μίας ομάδας ομοτίμων για ψυχοθεραπευτές. Θα παρουσιαστούν τα ερευνητικά δεδομένα από την ποιοτική ανάλυση των βιωματικών καταγραφών των ειδικών ψυχικής υγείας που συμμετείχαν στην ομάδα. Τέλος, θα παρουσιαστεί πώς εφαρμόζεται ατομικά η Συμβουλευτική Ομοτίμων για διαφορετικούς πληθυσμούς στόχο και τα βήματα που χρειάζονται να γίνουν σε διάφορα επίπεδα για να διασφαλιστεί η διαδικασία.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Στήσιμο Προγραμμάτων Συμβουλευτικής Ομοτίμων: Το Παράδειγμα της Συμβουλευτικής Ομοτίμων Ασθενών με πολλαπλή Σκλήρυνση κατά Πλάκας

Ελπίδα Γκουτσέλη1; Χαρίκλεια Κρούπη2; Σοφία Θεοδώρου1; Δωροθέα Λοΐζου3
1: Ελληνική Εταιρία για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας & Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων; 2: Ελληνική Εταιρία για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας; 3: Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων

Η Πολλαπλή Σκλήρυνση (ΠΣ) αποτελεί μια χρόνια νευρολογική νόσο που επηρεάζει σημαντικά την ψυχοκοινωνική ευημερία των ατόμων που νοσούν. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει την ανάπτυξη και πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος συμβουλευτικής ομοτίμων, “We Support our MS” – WSOMS, της Ελληνικής Εταιρείας για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας που δημιουργήθηκε και εφαρμόζεται υπό την εποπτεία της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρίας Συμβουλευτικής Ομηλίκων (Ε.ΣΥ.ΟΜ). Το πρόγραμμα βασίζεται στην αξιοποίηση της εμπειρίας ατόμων που ζουν με ΠΣ, με στόχο την ενδυνάμωση ομοτίμων τους μέσω ατομικών συνεδριών. Σχεδιάστηκε δίνοντας έμφαση στην ισότιμη σχέση, τη βιωματική κατανόηση και τις αρχές της αποτελεσματικής επικοινωνίας. Η φιλοσοφία της συμβουλευτικής ομοτίμων βασίζεται στην αρχή ότι τα άτομα που έχουν κοινές εμπειρίες μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική υποστήριξη μεταξύ τους, προάγοντας την αποδοχή και την αυτονομία, συμβάλλοντας στη μείωση του αισθήματος απομόνωσης και οδηγώντας κατ’ επέκταση στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Στην εισήγηση παρουσιάζονται αναλυτικά τα βασικά χαρακτηριστικά του προγράμματος, οι αρχές που το διέπουν και η διαδικασία εκπαίδευσης των peer mentors, και θα παρουσιαστούν τα δεδομένα αξιολόγησης της Α' φάσης, που περιελάμβανε την εκπαίδευση των συμβούλων. Η δράση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της συμβουλευτικής ομοτίμων στον χώρο των χρόνιων παθήσεων, αναδεικνύοντας τη σημασία της συμμετοχής των ίδιων των ασθενών στον σχεδιασμό και υλοποίηση προγραμμάτων υποστήριξης, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην αυτοδιαχείριση της νόσου.

 

Αναδιαμόρφωση Προγραμμάτων Συμβουλευτικής Ομοτίμων: μια Στρατηγική Προσέγγιση για την Ενίσχυση της Συμβουλευτικής Ομοτίμων σε Συνεργασία με Κοινωνικούς Φορείς

Γιώργος Σύρακας; Άννυ Μπενέτου; Δωροθέα Λοΐζου
Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Συμβουλευτικής Ομηλίκων (Ε.ΣΥ.ΟΜ), με πολυετή εμπειρία στον σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων ομότιμης υποστήριξης, έχει αναπτύξει μια δυναμική μεθοδολογική προσέγγιση για τη συνεργασία με φορείς που δραστηριοποιούνται σε ευάλωτους πληθυσμούς και επιθυμούν να ενδυναμώσουν και να εμπλουτίσουν υπάρχουσες υπηρεσίες Συμβουλευτικής Ομοτίμων στον οργανισμό τους. Με μία σειρά από βήματα, η Ε.ΣΥ.ΟΜ ενισχύει αυτό που ήδη λειτουργεί στον εκάστοτε φορέα, το εμπλουτίζει και το ενδυναμώνει με βάση την επιστημονική τεκμηρίωση. Αφετηρία της συνεργασίας αποτελεί μία αρχική αναλυτική συζήτηση με τους υπευθύνους της υπηρεσίας, όπου αποσαφηνίζονται τα σημεία που χρήζουν επανασχεδιασμό στο προϋπάρχον σχήμα συμβουλευτικής ομοτίμων. Επόμενο βήμα είναι η συγκρότηση μικτής ομάδας διαχείρισης με μέλη του εκάστοτε φορέα και της Ε.ΣΥ.ΟΜ, με αρμοδιότητα τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση της διαδικασίας. Στο τελικό στάδιο της καταγραφής αναγκών, αξιοποιείται η μεθοδολογία της Καταξιωτικής Διερεύνησης (Appreciative Inquiry). Μέσα από συμμετοχικές και βιωματικές συναντήσεις με όλους τους εμπλεκόμενους, με εστίαση στο τι λειτουργεί ήδη καλά στον οργανισμό, με έμφαση στα θετικά στοιχεία, διαμορφώνεται εκ νέου το υφιστάμενο πρόγραμμα Συμβουλευτικής Ομοτίμων, με ανανεωμένη κατεύθυνση και ένα συλλογικό όραμα που συνδιαμορφώνεται και από τις δύο οργανώσεις. Στη συνέχεια, με βάση το τι θα προκύψει από την παραπάνω διαδικασία, η Ε.ΣΥ.ΟΜ ενδέχεται να συμβάλει στον εμπλουτισμό και την ανανέωση της εκπαίδευσης των συμβούλων καθώς και στην οργάνωση και την υλοποίηση σταθερής εποπτείας τόσο των συμβούλων όσο και της υπηρεσίας συνολικά. Στην παρουσίαση θα καταδειχθούν τα επιμέρους βήματα που ακολουθούνται με βάση την παραπάνω διαδικασία.

 

Ομαδική Συμβουλευτική Ομοτίμων: το Παράδειγμα της Ομάδας Ομοτίμων Ψυχοθεραπευτών

Αγγελική Σουρλαντζή; Άννυ Μπενέτου
Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων

Μια ομάδα ομοτίμων θεραπευτών αποτελείται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας που συναντώνται τακτικά με σκοπό την ανταλλαγή εμπειριών και την αλληλοϋποστήριξη. Τα μέλη ανταλλάσσουν συναισθήματα και σκέψεις για την δουλειά τους μέσα σε ένα πλαίσιο αποδοχής, ζεστασιάς και ενσυναίσθησης. Η συμμετοχή σε μια ομάδα ομοτίμων ενισχύει την αυτογνωσία, την εξέλιξη και μειώνει το ενδεχόμενο επαγγελματικής εξουθένωσης. Η παρουσίαση, θα καταδείξει το πλαίσιο λειτουργίας μίας τέτοιας ομάδας ομοτίμων που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα της Ε.ΣΥ.ΟΜ. Συμμετείχαν πέντε θεραπεύτριες οι οποίες είχαν τουλάχιστον 10 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας. Οι συμμετέχουσες, με την ολοκλήρωση της ομάδας, κατέγραψαν το βίωμα τους από την εμπειρία τους στην πορεία της ομάδας. Οι βιωματικές καταγραφές αναλύθηκαν ποιοτικά με τη μέθοδο της Ερμηνευτικής Φαινομενολογικής Ανάλυσης (IPA). Η ανάλυση του βιώματος με τη μέθοδο της IPA εστιάζει στην εις βάθος κατανόηση της υποκειμενικής εμπειρίας των ατόμων όπως αυτή καταγράφεται μέσα από προσωπικές αφηγήσεις. Με τη συστηματική μελέτη των γραπτών βιωματικών καταχωρήσεων, η IPA επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχοντες νοηματοδοτούν τα βιώματά τους, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το εκφράζουν. Θα παρουσιαστούν οι ενότητες που προέκυψαν από την ανάλυση, συσχετισμένες με τη βιβλιογραφία της Συμβουλευτικής Ομοτίμων καθώς και προτάσεις για πολλαπλασιασμό της παρούσας δράσης με ποικίλους τρόπους.

 

Ατομική Συμβουλευτική Ομοτίμων

Γιώργος Κουτσουραδής; Γιώργος Σύρακας; Αγγελική Σωτηρίου
Ελληνική Επιστημονική Εταιρία Συμβουλευτικής Ομηλίκων

Η Συμβουλευτική Ομοτίμων αποτελεί μια μορφή ενδυνάμωσης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, που παρέχεται από εκπαιδευμένους εθελοντές – συχνά μη επαγγελματίες – με δεξιότητες ενεργητικής ακρόασης, συμβουλευτικής και αποτελεσματικής επικοινωνίας. Βασίζεται στην ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση με άτομα που βρίσκονται σε παρόμοια φάση ζωής ή έχουν κοινές εμπειρίες, ανησυχίες και προκλήσεις. Αν και η ομαδική συμβουλευτική αποτελεί βασικό άξονα της δράσης της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Συμβουλευτικής Ομηλίκων (Ε.ΣΥ.ΟΜ), τελευταία αναπτύσσεται δυναμικά και η ατομική συμβουλευτική ομηλίκων/ομοτίμων σε ενήλικα άτομα. Στην Ελλάδα, η ατομική συμβουλευτική ομοτίμων είχε ξεκινήσει να εφαρμόζεται από το 1995 στο Συμβουλευτικό Κέντρο Ομηλίκων του ΕΚΠΑ, όπου εκπαιδευμένοι φοιτητές προσέφεραν ατομική ή ομαδική συμβουλευτική σε συμφοιτητές τους. Η ανάγκη κάποιων συμβουλευόμενων για ατομική, πιο εστιασμένη υποστήριξη σε συνδυασμό με τη διάθεση των μελών της Ε.ΣΥ.ΟΜ να προσφέρουν υποστήριξη μέσα από τις προσωπικές τους εμπειρίες, οδήγησε στη θεσμοθέτηση της ατομικής πρακτικής. Στην παρουσίαση θα αναπτυχθούν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η δράση σε συγκεκριμένες θεματικές περιοχές (π.χ. χωρισμένοι γονείς, νέοι σε επαγγελματική μετάβαση, γονείς ενήλικων παιδιών κ.ά.), η διαδικασία συντονισμού της δράσης -από την υποβολή αιτημάτων μέσω της ιστοσελίδας της ΕΣΥΟΜ έως τη σύζευξη συμβουλευόμενου-συμβούλου-, το εγχειρίδιο Ατομικής Συμβουλευτικής Ομοτίμων, το οποίο δημιουργήθηκε βάσει διεθνούς βιβλιογραφίας και τέλος, η ομαδική εποπτεία και ο ρόλος της για την διασφάλιση της ποιότητας της υποστήριξης, της διαρκούς ανατροφοδότησης και βελτίωσης της πρακτικής. Η παρουσίαση στοχεύει να αναδείξει την αξία της ατομικής συμβουλευτικής μεταξύ ομοτίμων ως εργαλείο πρόληψης, ενδυνάμωσης και ανάπτυξης, σε ένα πλήρως δομημένο και εποπτευόμενο πλαίσιο.

 
12:45έως14:15Συνεδρία 12
Τοποθεσία: ΑΜΦ.3
 
Παρουσιάσεις
12:45 - 13:00

Παράγοντες επίδρασης βίαιων συμπεριφορών έφηβων μαθητών στην ψυχοσωματική ανάπτυξη και τη σχολική τους επίδοση

Ελένη Χουλάκη, Ιγνατία Φαρμακοπούλου, Βασιλική Μπαλτσιώτη

ΤΕπΕΚΕ, Πανεπιστήμιο Πατρών

Η εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών από ανήλικους, τόσο στο σχολικό όσο και στο οικογενειακό πλαίσιο, έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό και σύνθετο κοινωνικό ζήτημα. Το φαινόμενο παρουσιάζει σταθερά αυξητική τάση, ενώ παρατηρείται συσχέτιση μεταξύ της βίαιης στάσης των εφήβων και της μειωμένης απόδοσής τους στο σχολείο. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση κοινωνικών και ψυχολογικών παραμέτρων που πυροδοτούν βίαιες συμπεριφορές έφηβων μαθητών. Τελικός στόχος της έρευνας είναι η κατάρτιση Καλών Πρακτικών για μια αποτελεσματική προσέγγιση στη διαχείριση βίαιων περιστατικών εντός της σχολικής κοινότητας. Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίζεται σε ποσοτική ανάλυση, με τη χρήση δομημένων και σταθμισμένων ερωτηματολογίων. Το ερευνητικό δείγμα περιλαμβάνει μαθητές από τέσσερις Σχολικές Μονάδες (δύο Γυμνάσια και δύο Λύκεια) του Νομού Ηρακλείου, τους Γονείς τους, τους Εκπαιδευτικούς, Σχολικούς Ψυχολόγους, Κοινωνικούς Λειτουργούς και τους Διευθυντές των Σχολείων. Η εν εξελίξει έρευνα καταδεικνύει μια σύνδεση ανάμεσα στην εμπειρία βίας στο οικογενειακό περιβάλλον και την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς στο σχολείο, αλλά και με την πτώση της σχολικής επίδοσης. Συμπερασματικά, απαιτείται η υιοθέτηση προληπτικών στρατηγικών και η υλοποίηση εξειδικευμένων παρεμβάσεων στο οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον. Η αποτελεσματική διαχείριση της εφηβικής βίας επιβάλλει τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, με σκοπό τον περιορισμό αυτού του κοινωνικού φαινομένου που εγκυμονεί κινδύνους για την ψυχική υγεία και τη μαθησιακή εξέλιξη των έφηβων μαθητών.



13:00 - 13:15

Ολιστική Προσέγγιση στην Υποστήριξη Μαθητών: Διεπιστημονική Παρέμβαση και Συνεργασία Ε.Δ.Υ. στο Σχολείο.

Δήμητρα Χαριτίδου1, Ιωάννα Παπανάνου2

1: 2ο ΚΕΔΑΣΥ Β Αθήνας, Ελλάδα; 2: 2ο Δημοτικό Σχολείο Λυκόβρυσης

Η παρούσα εισήγηση διερευνά τη σημασία και την εφαρμογή μιας ολιστικής προσέγγισης για την υποστήριξη των μαθητών στο σύγχρονο σχολικό περιβάλλον. Αναγνωρίζοντας ότι οι μαθησιακές, συναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες των μαθητών είναι αλληλένδετες, το μοντέλο της ολιστικής υποστήριξης προτείνει τη μετάβαση από αποσπασματικές παρεμβάσεις σε ένα συνεκτικό πλαίσιο συνεργασίας. Κεντρικός άξονας της προσέγγισης αυτής είναι η διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ σχολικών ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, εκπαιδευτικών, ειδικών παιδαγωγών και γονέων, με στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου υποστήριξης για κάθε μαθητή, σύμφωνα και με το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των Ε.Δ.Υ. στο δημόσιο σχολείο. Η εισήγηση αναλύει πώς η συνέργεια διαφορετικών ειδικοτήτων ενισχύει την έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών, επιτρέπει τον σχεδιασμό εξατομικευμένων παρεμβάσεων και προάγει μια κουλτούρα συμπερίληψης και αποδοχής στη σχολική κοινότητα. Βασιζόμενη σε μελέτη πρακτικών παραδειγμάτων αλλά και σε μια τεκμηριωμένη καλή πρακτική που εφαρμόστηκε επιτυχώς σε σχολική μονάδα κατά το σχολικό έτος 2024-2025, η εισήγηση αναδεικνύει ότι η διεπιστημονική ομάδα μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα σύνθετα ζητήματα, όπως ο σχολικός εκφοβισμός, οι μαθησιακές δυσκολίες και οι προκλήσεις ψυχικής υγείας. Η υιοθέτηση ενός τέτοιου συνεργατικού μοντέλου δεν ωφελεί μόνο τους μαθητές, αλλά ενδυναμώνει και τους ίδιους τους επαγγελματίες, προωθώντας την ανταλλαγή γνώσεων και τη συνεχή επαγγελματική τους ανάπτυξη. Καταλήγοντας, η εισήγηση τονίζει την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης της ολιστικής, διεπιστημονικής προσέγγισης στις δομές της εκπαίδευσης, ως μια σύγχρονη, ουσιαστική και αναγκαία απάντηση στις σύνθετες και διαρκώς εξελισσόμενες ανάγκες της μαθητικής κοινότητας.



13:15 - 13:30

Perceptions And Experiences Of School Bullying Among Adolescents: A Qualitative Study

Παρασκευή Νικηφόρου1, Ioulia Papageorgi2

1: Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Ηρακλείου; 2: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Κύπρος

School bullying has become a global threat among adolescents. The aim of the present study, based on a qualitative methodology, is to investigate the perspectives and experiences of adolescents on school bullying in Crete and Cyprus. Individual semi-interviews were conducted with 10 adolescents aged 12-15 across urban and rural areas. The research team prepared a semi-structured interview form for data collection. Thematic analysis was used for data analysis. The analysis was facilitated by QSR-NVivo. The perceptions and experiences of adolescents on school bullying was categorizes into four main categories based on qualitative content analysis. Emerged categories were the meaning of school bullying were forms, emotions, attitudes and seeking help. Moreover, the findings highlighted the need for educational actions (i.e., prevention and intervention strategies) on awareness, preventing, and coping with school bullying. This study is intended to assist all parties including adolescents, parents, teachers, and mental health professionals.



13:30 - 13:45

Αντιλαμβανόμενο Σχολικό Κλίμα, Προθυμία των Εκπαιδευτικών να Παρέμβουν και Συμπεριφορά των Παρευρισκόμενων σε Περιστατικά Σχολικού Εκφοβισμού σε ένα Αντιπροσωπευτικό Εθνικό Δείγμα Μαθητών/τριών

Θεόδωρος Γιοβαζολιάς1, Έλλη Σπυροπούλου1, Στέφανος Πλεξουσάκης1, Παυλίνα Χαραλαμπίδου2, Παναγιώτης Πήλιουρας2

1: Πανεπιστήμιο Κρήτης; 2: Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Η παρούσα έρευνα εξετάζει τη σχέση μεταξύ της αντίληψης για το σχολικό κλίμα, της προθυμίας των εκπαιδευτικών να παρέμβουν και της συμπεριφοράς των παρευρισκόμενων σε περιστατικά εκφοβισμού σε ένα μεγάλο, γεωγραφικά διαφοροποιημένο δείγμα μαθητών στην Ελλάδα. Χρησιμοποιώντας συγχρονικά δεδομένα, διερευνάται πώς η αντίληψη για το σχολικό κλίμα και η προθυμία των εκπαιδευτικών να παρέμβουν επηρεάζουν την υιοθέτηση διαφορετικών ρόλων από τους μαθητές που παρευρίσκονται σε περιστατικά εκφοβισμού (βοηθός, παθητικός παρευρισκόμενος, υπερασπιστής). Επιπλέον, οι ρόλοι των παρευρισκόμενων εξετάστηκαν σε σχέση με διάφορα ατομικά χαρακτηριστικά, όπως το φύλο, η σχολική τάξη, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, η οικογενειακή δομή και η χώρα γέννησης των μαθητών/τριών. Το δείγμα αποτελείτο από 16.639 μαθητές (Mηλικία = 12,52 έτη, SD = 1,38; 53,2% κορίτσια) από 1.674 σχολικές μονάδες σε όλες τις εκπαιδευτικές περιφέρειες της Ελλάδας. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση αυτοσυμπληρούμενων ερωτηματολογίων, τα οποία μέτρησαν το αντιλαμβανόμενο σχολικό κλίμα, την προθυμία των εκπαιδευτικών να παρέμβουν σε περιστατικά εκφοβισμού, τους τύπους παρευρισκόμενων και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά. Στα δεδομένα της μελέτης εφαρμόστηκαν περιγραφικές στατιστικές (συχνότητες, μέσοι όροι), το κριτήριο χ2 για τη σύγκριση των μέσων όρων των ομάδων στις μεταβλητές που εξετάστηκαν, καθώς και διχοτομική και πολυωνυμική λογιστική παλινδρόμηση. Η ανάλυση αποκάλυψε ότι η χώρα γέννησης, το θετικό σχολικό κλίμα και η αντίληψη των μαθητών ότι έχουν έναν υποστηρικτικό και πρόθυμο εκπαιδευτικό συμβάλλουν στην ενεργό συμμετοχή τους αναλαμβάνοντας το ρόλο του υπερασπιστή σε περιστατικά εκφοβισμού. Από την άλλη πλευρά, το φύλο, η σχολική τάξη, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και η οικογενειακή δομή δεν προέβλεπαν τη συμπεριφορά των μαθητών ως παθητικών παρατηρητών. Η μελέτη επισημαίνει βασικούς τομείς ατομικών και συγκυριακών παραγόντων που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παρευρισκόμενων, και τα ευρήματά της συζητούνται στο πλαίσιο στρατηγικών πρόληψης που θα ενισχύσουν την ενεργό παρέμβαση σε περιπτώσεις εκφοβισμού.



13:45 - 14:00

Η Συμβολή της Ολιστικής Δι-Επιστημονικής Προσέγγισης στην Υγιή Ψυχοκοινωνική Ανάπτυξη και Αποφυγή Κρίσεων Μαθητών με Παιδοψυχιατρικές Διαταραχές

Βασιλική Μπαλτσιώτη, Ιγνατία Φαρμακοπούλου, Ελένη Χουλάκη

Πανεπιστήμιο Πατρών

Ο αριθμός των μαθητών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρουσιάζουν παιδοψυχιατρικές διαταραχές παγκοσμίως είναι αυξανόμενος με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη τους, όπου ενίοτε τέτοιες καταστάσεις οδηγούν σε σχολική κρίση. Η παρούσα εργασία βασίζεται σε μια μετα-διδακτορική έρευνα που έχει ως σκοπό τη διερεύνηση της δι-επιστημονικής και δι-υπηρεσιακής συνεργασίας μεταξύ Μελών της ΕΔΥ, Γονέων και Φορέων της Κοινότητας στην ανίχνευση τέτοιων περιστατικών. Απώτερος στόχος της μελέτης είναι να συμβάλλει στην ολιστική διαχείριση και ψυχοκοινωνική υποστήριξη των συγκεκριμένων μαθητών από την ΕΔΥ μέσω της έγκαιρης και έγκυρης ανίχνευσης. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται είναι η ποιοτική με την αξιοποίηση της γενικότερης Μελέτης Περίπτωσης σε πέντε (5) Γενικά Σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης των Περιφερειακών Διευθύνσεων Αττικής και Στερεάς Ελλάδας. Διεξάγονται ημι-δομημένες συνεντεύξεις οι οποίες αναλύονται μέσω της Θεματικής Ανάλυσης. Συμμετέχοντες είναι οι Διευθυντές των Δημοτικών σχολείων, οι Σχολικοί Κοινωνικοί Λειτουργοί και Ψυχολόγοι και το υπόλοιπο εκπαιδευτικό προσωπικό, οι Γονείς των μαθητών που παρουσιάζουν παιδοψυχιατρικές διαταραχές, οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών, οι Κοινοτικοί Ψυχίατροι παιδιών και οι Δημοτικοί Κοινωνικοί Λειτουργοί. Η εν εξελίξει έρευνα καταδεικνύει την σημασία και αναγκαιότητα των ολιστικών δι-επιστημονικών και δι-υπηρεσιακών συνεργατικών σχέσεων για τη προαγωγή της υγιούς ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των μαθητών με παιδοψυχιατρικές διαταραχές και τη θεμελίωση της ψυχικής τους ανθεκτικότητας.



14:00 - 14:15

Η Φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Καντ και η Συμβουλευτική Κοινωνική Εργασία για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού

Θεοδώρα Μελίστα, Βασίλειος Χριστοδουλάκης

ΕΛΜΕΠΑ

Εισαγωγή. Η ηθική φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Κάντ, με έμφαση στην αυτόνομη βούληση, την καθολικευσιμότητα και τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, παρέχει ένα γόνιμο θεωρητικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού μέσω της Συμβουλευτικής Κοινωνικής Εργασίας.

Μεθοδολογία. Η καντιανή κατηγορική προσταγή υπογραμμίζει την ανάγκη να αντιμετωπίζουμε τους άλλους πάντα ως σκοπούς και ποτέ μονάχα ως μέσα. Με αυτήν ως βάση προωθείται μια κουλτούρα σεβασμού και αμοιβαίας κατανόησης στο σχολικό περιβάλλον, με έμφαση στην εσωτερική ηθική υποχρέωση και όχι στην επιδίωξη της ευτυχίας, η οποία συχνά οδηγεί σε αδιέξοδα και αντιφάσεις. Επιπλέον, η καντιανή φιλοσοφία του δικαίου, όπως αναπτύχθηκε στη «Θεωρία του Δικαίου», θέτει περιορισμούς στην άσκηση της κυριαρχίας, προστατεύοντας την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των ατόμων. Αυτή η προστασία είναι υψίστης σημασίας όταν εξετάζουμε καταστάσεις σχολικού εκφοβισμού, όπου οι ευάλωτοι μαθητές χρειάζονται υποστήριξη και προστασία από καταχρηστικές συμπεριφορές.

Συμπεράσματα- Πρακτική Εφαρμογή στο Πεδίο. Η κατανόηση και ενσωμάτωση της καντιανής ηθικής μπορεί να βοηθήσει τους Κοινωνικούς Λειτουργούς να αναπτύξουν παρεμβάσεις που ενθαρρύνουν την ενσυναίσθηση, την υπευθυνότητα και την ηθική συνείδηση στους μαθητές, τόσο στα θύματα όσο και στους θύτες. Η εφαρμογή της καντιανής ηθικής στην Κοινωνική Εργασία απαιτεί μια βαθιά κατανόηση των βασικών αρχών της, καθώς και των τρόπων με τους οποίους αυτές μπορούν να μεταφραστούν σε πρακτικές στρατηγικές και παρεμβάσεις. Η καντιανή προσέγγιση στην Κοινωνική Εργασία προτεραιοποιεί την αυτονομία και την αξιοπρέπεια κάθε ατόμου, οδηγώντας σε μια προσέγγιση που επικεντρώνεται στην ενδυνάμωση των ατόμων και στην προώθηση της αυτονομίας τους, παρά στην απλή παροχή βοήθειας ή στην επιβολή εξωτερικών λύσεων.

 
12:45έως14:15Συνεδρία 13
Τοποθεσία: ΑΜΦ.5
 
Παρουσιάσεις
12:45 - 13:00

Πρόληψη και Έγκαιρη παρέμβαση της Παιδικής Κακοποίησης στο Σχολείο : ο Λόγος των Εκπαιδευτικών και των Μελών της Επιτροπής Διεπιστημονικής Υποστήριξης (Ε.Δ.Υ.)

Νικολέτα Δούνα

Σχολική Ψυχολόγος

Η παρούσα ερευνητική εργασία με τίτλο « Πρόληψη και έγκαιρη Παρέμβαση της Παιδικής Κακοποίησης στο Σχολείο : ο λόγος των εκπαιδευτικών και των μελών της Επιτροπής Διεπιστημονικής Υποστήριξης (Ε.Δ.Υ.)» μελετά το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης εστιάζοντας στα ζητήματα της ευαισθητοποίησης και της έγκαιρης παρέμβασης, στην πρόληψη του φαινομένου στο σχολείο, με τα προγράμματα πρόληψης υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων των παιδιών και της λειτουργίας της συστηματικής διεπιστημονικής συνεργασίας. Η έρευνα που υλοποιείται βασίζεται σε ποιοτική μεθοδολογία, αξιοποιεί την ημιδομημένη συνέντευξη και τη θεματική ανάλυση δεδομένων επιχειρώντας να αναδείξει το λόγο και την εμπειρία των εκπαιδευτικών, σχολικών κοινωνικών λειτουργών και σχολικών ψυχολόγων ως προς αυτά. Το δείγμα αποτέλεσαν 11 επαγγελματίες (κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, εκπαιδευτικοί) που εργάζονται στο χώρο της εκπαίδευσης υπό το πρίσμα της διεπιστημονικής ομάδας. Από την ανάλυση των συνεντεύξεων, παρουσιάστηκαν οι απόψεις των επαγγελματιών γύρω από τα σημάδια κακοποίησης, ενέργειες και προτάσεις πρόληψης καθώς και τρόπους παρέμβασης σε περιστατικά κακοποίησης στο σχολικό περιβάλλον. Αναδείχθηκε επίσης η εμπειρία των επαγγελματιών από τη συνεργασία τους με την διεπιστημονική ομάδα, καθώς και οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν στο υποστηρικτικό και εκπαιδευτικό τους έργο. Τέλος, συζητήθηκε η εμπειρία της πανδημίας και της τηλεκπαίδευσης σημειώνοντας την επίδραση τους στην πρόληψη και την παρέμβαση του φαινομένου.



13:00 - 13:15

Ο ρόλος των Επιτροπών Διεπιστημονικής Υποστήριξης (ΕΔΥ) στην παροχή ψυχολογικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών στο σχολικό περιβάλλον: Εμπειρική έρευνα

Ελένη Νικολάου, Κυριακή Τάσιου

Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η παρούσα εργασία παρουσιάζει ευρήματα μιας ποιοτικής εμπειρικής έρευνας που στόχο είχε τη διερεύνηση του ρόλου των Επιτροπών Διεπιστημονικής Υποστήριξης (ΕΔΥ) στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με έμφαση τόσο στην ψυχολογική υποστήριξη των μαθητών όσο και στην ενίσχυση και καθοδήγηση των εκπαιδευτικών, των γονέων και του ευρύτερου εκπαιδευτικού προσωπικού στο σχολικό περιβάλλον. Η μελέτη βασίστηκε σε ημιδομημένες συνεντεύξεις με δεκαπέντε (15) εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι περιέγραψαν την εμπειρία και την άποψή τους σχετικά με τη λειτουργία των ΕΔΥ στα σχολεία τους. Η παρουσίαση εστιάζει στον ρόλο των μελών της ΕΔΥ – του σχολικού ψυχολόγου, του κοινωνικού λειτουργού και του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής – και τη συμβολή τους στην κάλυψη των συχνότερων ψυχολογικών και μαθησιακών αναγκών των μαθητών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα προβλήματα που καλούνται να διαχειριστούν, όπως ψυχολογικής φύσης δυσκολίες, προβλήματα προσαρμογής, επιθετική συμπεριφορά, μαθησιακές δυσκολίες και ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων και ενδοοικογενειακής βίας. Η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τα μέλη της ΕΔΥ αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματική υποστήριξη των μαθητών. Οι συμμετέχοντες αναφέρουν τόσο τα οφέλη της συνεργασίας όσο και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, επισημαίνοντας την ανάγκη για συχνότερη επικοινωνία, στελέχωση με μόνιμο, εξειδικευμένο και σταθερό προσωπικό, καλύτερο συντονισμό και επαρκέστερη στελέχωση των ομάδων. Τέλος, παρουσιάζονται προτάσεις βελτίωσης που διατυπώθηκαν από τους εκπαιδευτικούς, με σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ΕΔΥ στη σχολική κοινότητα, ενισχύοντας έτσι τον υποστηρικτικό τους ρόλο, ιδιαίτερα σε θέματα ψυχοκοινωνικής προσαρμογής.



13:15 - 13:30

Θετική Ενίσχυση Συμπεριφοράς Μαθητών: Δεδομένα από την Εφαρμογή ενός Προγράμματος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και τη Συμβουλευτική Πλαισίωση Εκπαιδευτικών και Γονέων

Βασιλική Γεωργαντά, Ηλίας Κουρκούτας

Πανεπιστήμιο Κρήτης

Το Σχολικό Σύστημα Προαγωγής Θετικής Συμπεριφοράς (ΣΣΠΘΣ) αποτελεί ένα πρόγραμμα εφαρμογής θετικών συμπεριφορικών παρεμβάσεων και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης όλων των μαθητών ιδιαίτερα εκείνων που παρουσιάζουν δυσλειτουργικές συμπεριφορές. Στην παρούσα εισήγηση παρουσιάζονται δεδομένα από την επίδραση της εφαρμογής του προγράμματος ΣΣΠΘΣ στην συμπεριφορά και στην ψυχοκοινωνική λειτουργία των μαθητών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της παρέμβασης στην βελτίωση της συμπεριφοράς και στη ρύθμιση της ψυχοκοινωνικής και συναισθηματικής ισορροπίας των μαθητών. Η έρευνα βασίστηκε σε ημι-πειραματικό σχεδιασμό με συμμετοχή δύο σχολείων: ενός πειραματικού και ενός σχολείου ελέγχου. Η παρέμβαση του ΣΣΠΘΣ που περιλαμβάνει κυρίως τεχνικές διδασκαλίας της συμπεριφοράς, καθώς και ενίσχυση και επιβράβευση των μαθητών, εφαρμόστηκε καθολικά στο πειραματικό σχολείο, ενώ το σχολείο ελέγχου συνέχισε με παραδοσιακές πρακτικές διαχείρισης της σχολικής τάξης. Τα εργαλεία αξιολόγησης ήταν το Ερωτηματολόγιο Δυνατοτήτων και Δυσκολιών (ΕΔΔ) και το «Έντυπο καταγραφής ήπιων-μέτριων συμπεριφορών». Η εφαρμογή του ΣΣΠΘΣ είχε θετική επίδραση σε όλες τις συνιστώσες του ΕΔΔ. Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της Θετικής Κοινωνικής συμπεριφοράς και στατιστικά σημαντική μείωση της Υπερκινητικότητας, των Διαταραχών Συναισθήματος, των Σχέσεων με Συνομηλίκους και των Διαταραχών Διαγωγής. Η συμπεριφορά των μαθητών βελτιώθηκε μόνο στην πειραματική ομάδα και όχι στην ομάδα ελέγχου. Θα παρουσιαστούν επίσης δεδομένα από τη συμβουλευτική πλαισίωση εκπαιδευτικών και γονέων της πειραματικής ομάδας, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για την επιτυχή εφαρμογή. Η μελέτη δείχνει ότι η εφαρμογή του ΣΣΠΘΣ μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη σχολική κοινότητα, συμβάλλοντας στη βελτίωση της συμπεριφοράς, στη συναισθηματική ρύθμιση και στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής ευημερίας των παιδιών, όταν συνοδεύεται από υποστήριξη γονέων και εκπαιδευτικών



13:30 - 13:45

Η Σύμπραξη Ψυχολόγου Και Κοινωνικού Λειτουργού Στο Σχολικό Πλαίσιο: Μια Μελέτη Περίπτωσης Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Χρυσούλα Σαρρή, Βασιλική Μπαλτσιώτη

Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Η παρούσα ανακοίνωση πραγματεύεται τη σύμπραξη ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού στο σχολικό πλαίσιο, μέσα από τη μελέτη περίπτωσης μαθητή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με διάγνωση Αντικοινωνικής Διαταραχής Συμπεριφοράς και με το χαρακτήρα της διαχείρισης κρίσεως. Σκοπός της είναι να αναδειχθεί η καθοριστική σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας στην αποτελεσματική διαχείριση και αντιμετώπιση σύνθετων και απαιτητικών περιστατικών που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας και έχουν προεκτάσεις στην ευρύτερη κοινότητα. Η μεθοδολογική προσέγγιση που ακολουθήθηκε περιλαμβάνει τη συστηματική παρακολούθηση και ανάλυση της πορείας του μαθητή στο σχολικό, οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο, καθώς και το σχεδιασμό και την εφαρμογή κοινών παρεμβάσεων με έμφαση στην επικοινωνία με την οικογένεια, την ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας του παιδιού, καθώς και τη στήριξη των εκπαιδευτικών στη συνεργασία τους με το μαθητή και την οικογένεια. Τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων κατέδειξαν μείωση των επεισοδίων επιθετικότητας, βελτίωση στον τομέα των κοινωνικών δεξιοτήτων, αύξηση της σχολικής εμπλοκής όχι μόνο του μαθητή, αλλά και του οικογενειακού του συστήματος, καθώς και ενίσχυση της συνοχής της σχολικής κοινότητας, με υψηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στους ενταξιακούς θεσμούς και μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας. Ως προς τα συμπεράσματα που εξήχθησαν, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η σύμπλευση ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού, όπου με διακριτούς αλλά αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους, μπορεί να μετασχηματίσει το πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, από αποσπασματικές ενέργειες μεμονωμένων περιστατικών, σε ουσιαστικές και στοχευμένες συστηματικές παρεμβάσεις, με κύριο πυλώνα την πρόληψη. Το προτεινόμενο μοντέλο συνεργασίας προσφέρεται ως εφαρμοστέο εργαλείο για επαγγελματίες που καλούνται να διαχειριστούν παρόμοιες προκλήσεις, οι οποίες καταγράφονται με αυξητική τάση στον ελλαδικό σχολικό χώρο, ήδη από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.



13:45 - 14:00

Ο Ρόλος των Κοινωνικών Λειτουργών στη Διαχείριση Κρίσεων στη Σχολική Κοινότητα

Νικολίτσα Βίτσου, Θεώνη Μαυρόγιαννη

Πανεπιστήμιο Πατρών

Οι κρίσεις στο σχολικό περιβάλλον συνιστούν πολυπαραγοντικά φαινόμενα που επηρεάζουν όχι μόνο το σύνολο των μαθητών/τριών, αλλά και το εκπαιδευτικό προσωπικό, τους γονείς και την ευρύτερη κοινότητα. Σκοπός της παρούσας ποιοτικής έρευνας ήταν η διερεύνηση του ρόλου των Κοινωνικών Λειτουργών στη διαχείριση κρίσεων στο σχολικό πλαίσιο, με έμφαση στις στρατηγικές που υιοθετούν και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Στην έρευνα συμμετείχαν 20 Κοινωνικές/οί Λειτουργοί, των οποίων οι απαντήσεις σε ημιδομημένες συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω θεματικής ανάλυσης.

Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι οι Κοινωνικές/οί Λειτουργοί καλούνται συχνά να διαχειριστούν περιστατικά εκφοβισμού και βίας, συγκρούσεις μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών, ζητήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, καθώς και περιπτώσεις θανάτου ή αυτοκτονίας. Οι στρατηγικές που εφαρμόζουν περιλαμβάνουν την παροχή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης μέσω ατομικών και ομαδικών παρεμβάσεων, σε συνεργασία με ψυχολόγους, τόσο στο πλαίσιο της πρόληψης όσο και της διαχείρισης κρίσεων.

Ωστόσο, επισημάνθηκαν σημαντικές προκλήσεις, όπως η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης και η απουσία θεσμοθετημένων πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Αναδείχθηκε, συνεπώς, η ανάγκη για συνεχή επιμόρφωση των Κοινωνικών Λειτουργών και για την καθιέρωση ολοκληρωμένων πρωτοκόλλων που να περιλαμβάνουν: (α) σχεδιασμό, (β) επικοινωνιακές διαδικασίες, (γ) πρωτόκολλα άμεσης παρέμβασης και (δ) εξειδικευμένες κατευθυντήριες γραμμές για διαφορετικούς τύπους σχολικών κρίσεων.

Τέλος, από την ανάλυση των δεδομένων αναδύθηκε η σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας και της συγκρότησης σχολικών ομάδων διαχείρισης κρίσεων, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη και την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών, ενισχύοντας τη συνοχή και την ευημερία της σχολικής κοινότητας προς όφελος όλων των μελών της.

 
14:15έως15:15Μεσημεριανό Διάλειμμα
15:15έως16:45Συμπόσιο 18
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
 
Παρουσιάσεις

Από το Ατομικό στο Συλλογικό: Γονεϊκή Οδύνη και Ομαδικές Αναπαραστάσεις εντός Θεσμών

Προεδρείο/α: Σεβαστή Γκιόκα (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Συζητητές/τριες: Σεβαστή Γκιόκα (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Το παρόν συμπόσιο αποτελεί μία τριπλή ανάγνωση της επίδρασης των γονεϊκών, αδελφικών, και οικογενειακών αναπαραστάσεων όπως αυτές αναδύονται και μετασχηματίζονται εντός της θεσμικής πραγματικότητας. Στην πρώτη εργασία φωτίζεται η κοινωνία ως θεσμός που εμπεριέχει ή αποκλείει τις οικογένειες ατόμων με αναπηρία και την Μεγάλη Ομάδα ως ενδιάμεσο διαμεσολαβητικό χώρο. Το αμετάκλητο μιας κατάστασης τραύματος, όπως η αναπηρία, μέσα στο πρώτο σύστημα της οικογένειας, αποτελεί την έναρξη μιας σειράς εκδραματίσεων εντός και εκτός θεσμού οικογένειας σε άλλα πλαίσια, θεσμούς και κοινωνία. Η θεραπεύτρια καλείται να αφουγκραστεί το ρυθμό της μεγάλης ομάδας των γονέων παιδιών με αναπηρία και να αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς, ελπίδας, εμπιστοσύνης και γέφυρας μεταξύ γονέα και κοινωνίας. Η δεύτερη εργασία διερευνά την πολυεπίπεδη ψυχική και θεσμική θέση της θεραπεύτριας ως συμβολικής γονεϊκής μορφής στο πλαίσιο της θεραπευτικής ομάδας, όπου ενεργοποιούνται φαντασιωτικές προβολές, μεταβιβαστικές εκφορτίσεις, ψυχικά τραύματα και θεσμικές απαιτήσεις. Η θεραπεύτρια καθίσταται φορέας αντιφατικών ρόλων, ενώ η αναστοχαστική πρακτική και η θεσμική εμπερίεξη αναδεικνύονται ως κρίσιμοι μηχανισμοί ψυχικής ανθεκτικότητας και ερμηνευτικής παρουσίας. Η αποδοχή της μη ουδετερότητας μετατρέπεται σε πεδίο δυναμικής νοηματοδότησης εντός τραυματισμένων θεραπευτικών πλαισίων. Στην τρίτη εργασία εστιάζουμε στον εκπαιδευτικό και αναστοχαστικό χαρακτήρα της Μεγάλης Ομάδας ως χώρο ανάδειξης, εμπερίεξης και επεξεργασίας των θεσμικών δυναμικών εντός ψυχοθεραπευτικών εκπαιδευτικών φορέων. Στόχος είναι μέσω βινιετών θεσμικών Μεγάλων Ομάδων να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι μεταβιβάσεις και αντιμεταβιβάσεις που διαμείβονται μεταξύ ειδικευόμενων, εκπαιδευτών, αναλυτών και ψυχοθεραπευτών αναπαριστούν πτυχές του προσωπικού και κοινωνικού ασυνείδητου. Έτσι λοιπόν, μέσα από τις παρουσιάσεις θα εξηγήσουμε τον τρόπο που η σχεσιακή και θεσμική πραγματικότητα πυροδοτεί συμβολικά οικογενειακά δυναμικά και θα αναδείξουμε τεχνικές ώστε η ομάδα με τη βοήθεια των συντονιστών να παραμείνει σε επαφή με την θεσμική πραγματικότητα αξιοποιώντας τον διάλογο μεταξύ συμβολικού και πραγματικού.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Γένεση του Τραύματος και τα Δυναμικά της Μεγάλης Ομάδας σε Γονείς Παιδιών με Αναπηρία

Κατερίνα Παπαθανασίου
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η πρώτη επαφή με τη πραγματικότητα της αναπηρίας για τον γονέα ενός παιδιού με αναπηρία, οδηγεί σε άρνηση. Η οικογένεια, πρέπει να αποδεχθεί το αμετάκλητο της κατάστασης και να «πενθήσει» είτε το υγιές παιδί που δεν μπόρεσε να φέρει στον κόσμο, είτε μια προηγούμενη πιο εύκολη ζωή, με ένα μέλος της οικογένειας υγιές και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Πριν όμως κατορθώσει να φτάσει αυτό το στάδιο της αποδοχής, η γονεϊκότητα, περνά από τη φάση της άρνησης της αναπηρίας και επιδίδεται σε έναν αγώνα «εξαφάνισής» της. Το θαύμα της γέννησης θα ανταμώσει το τραύμα της αναπηρίας και οι γονείς θα κληθούν να συνυπάρξουν και να ωριμάσουν μέσα από τη συνάντηση αυτή. Μέσω βινιετών από Μεγάλες Ομάδες υποστήριξης γονέων παιδιών με αναπηρία επιχειρούμε να συστήσουμε τη σημασία των ομάδων αυτών. Ο μεγάλος αριθμός γονέων παιδιών με αναπηρία που απαρτίζει μία τέτοια ομάδα σηματοδοτεί ένα πολυτραυματισμένο σύστημα όπου συναντούμε σημαντικά δυναμικά και διαφορές. Η κοινή εμπειρία απαλύνει την ένταση και ισχυροποιεί τη συνεκτικότητα της ομάδας. Το συνεπές, ισότιμο πλαίσιο αυτής αξιοποιείται ως δεξαμενή αυτοβοήθειας, εποικοδομητικής σύγκρισης και έμπνευσης για τους συμμετέχοντες χωρίς την ανάγκη εξωτερικών ειδικών. Αυτό το δυναμικό, αποτελεί ισχυρό κίνητρο για την επαφή του συγκεκριμένου πληθυσμού με τους κοινωνικούς θεσμούς σε θεμελιώδη θέματα και δικαιώματα. Όπως θα αναλυθεί το «δούναι και λαβείν» σε κάθε επαφή μεταξύ κοινωνίας και ευάλωτου πληθυσμού έχει στις πλείστες των περιπτώσεων μόνο μία όψη, αυτή της στέρησης δικαιώματος. Αυτή η συνιστώσα επηρεάζει ποικιλοτρόπως τις μεγάλες ομάδες και άλλοτε αποτελεί ενωτική κινητήρια δύναμη, άλλοτε πάλι εσωτερικό καταφύγιο από μία καταδιωκτική κοινωνία.

 

Θεσμικά Πλαίσια και το Ψυχικό Βάρος της Γονεϊκής Φροντίδας

Βασιλική Υψηλάντη
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Στον μεταβατικό, πολυεπίπεδο χώρο της θεραπευτικής ομάδας, η ανάδυση της θεραπεύτριας ως συμβολικής γονεϊκής φιγούρας συνιστά μια σύνθετη ψυχική και θεσμική θέση, εμπλουτισμένη από δυναμικά ασυνείδητης μεταβίβασης, εσωτερικής ασάφειας και φαντασιακής επένδυσης. Η εργασία αυτή εστιάζει στο ψυχικό φορτίο της ενσάρκωσης αυτής της «γονεϊκής» θέσης, και διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η συμβολική γονεϊκότητα επηρεάζει τις λειτουργίες φροντίδας, οριοθέτησης και κρατήματος στο πλαίσιο της θεραπευτικής ομάδας. Με προσέγγιση που συνδυάζει in vivo ακρόαση του θεραπευτικού πεδίου, ερμηνευτική διεργασία και αναστοχαστική εμπλοκή της θεραπεύτριας σε θεραπευτικές ομάδες, αναδεικνύεται πώς η υιοθέτηση της γονεϊκής θέσης ενεργοποιεί πρωτογενή βιώματα εξάρτησης, εγκατάλειψης και τραυματικής εμπλοκής, ενώ ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί τα ατομικά αποτυπώματα της θεραπεύτριας ως παιδική, θεσμική και επαγγελματική ύπαρξη. Η εσωτερική δυναμική αυτής της θέσης καθορίζεται από την τομή ανάμεσα σε προσωπικές ενδοψυχικές εγγραφές και συλλογικές μεταβιβαστικές εκφορτίσεις, όπως η ομαδική προβολή ενοχής, το άγχος αφοσίωσης, η επιθετική διεκδίκηση καθοδήγησης και η απογοήτευση από την ατελή γονική φροντίδα. Η θεραπεύτρια εγκαθίσταται ως ασυνείδητος αποδέκτης αντιθετικών φαντασιώσεων, φέρουσα ταυτόχρονα τις ιδιότητες του σωτήρα, του συνενόχου και του αποτυχημένου γονέα. Η ταυτότητα του «συμβολικού γονιού» διατηρεί ρευστότητα και αστάθεια, όντας διαρκώς υπό διαπραγμάτευση μεταξύ προσωπικών αποθεμάτων ανθεκτικότητας και θεσμικών επιταγών, ενώ αντανακλά το ασυνείδητο ιστορικό της ίδιας της θεραπεύτριας, ιδίως σε ότι αφορά τη βιωμένη εμπειρία γονεϊκότητας, ως παιδί, ως μέλος ομάδων και ως επαγγελματίας σε πλαίσια που φέρουν ίχνη άκαμπτων, παραβιαστικών ή παραμελητικών δομών. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναστοχαστική πρακτική αποκτά χαρακτήρα όχι απλώς δεοντολογικής επιμέλειας, αλλά αναγκαίας εμπερίεξης της ψυχικής έκθεσης και της θεσμικής ευαλωτότητας της θεραπεύτριας. Η αποδοχή της μη ουδετερότητας της θεραπευτικής θέσης και η αναγνώριση της μεταβλητότητάς της συνιστούν όχι σημεία ρήξης αλλά πεδία δυναμικής νοηματοδότησης. Εφόσον επεξεργαστούν εντός εποπτείας και θεσμικής φροντίδας, μπορούν να λειτουργήσουν ως ψυχικοί μηχανισμοί ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της θεραπεύτριας και ως καταλύτες για την ερμηνευτική παρουσία της μέσα σε τραυματισμένες θεραπευτικές ομάδες.

 

Η Οικογένεια στα Ινστιτούτα: Αναπαραστάσεις και Ενδοθεσμική Επεξεργασία στη Μεγάλη Ομάδα

Σεβαστή Γκιόκα
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Ενώ η εξοικείωση με την ομαδική ψυχοθεραπεία και η εφαρμογή της αυξάνονται στη χώρα μας, λίγες είναι οι αναφορές στη λειτουργία των Μεγάλων Ομάδων ως εμπεριέκτες και εκφραστές θεσμικών και κοινωνικών, συνειδητών και ασυνείδητων, δυναμικών εντός οργανισμών. Σκοπός της παρούσας ομιλίας είναι η εξοικείωση με τη λειτουργία και τη χρησιμότητα της Μεγάλης Ομάδας εντός ψυχοθεραπευτικών εκπαιδευτικών φορέων ως εργαλείο εμπερίεξης και αναστοχασμού του ίδιου του φορέα και των μελών του. Πιο συγκεκριμένα, μια θεσμική Μεγάλη Ομάδα αποτελείται από τουλάχιστον 40 μέλη, στην πλειοψηφία τους εκπαιδευόμενοι ψυχοθεραπευτές ή απόφοιτοι του φορέα, επόπτες, εκπαιδευτές, διοικητικά στελέχη, και 2 ή 3 συν-συντονιστές που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους για λιγότερο από 90 λεπτά, ακολουθούμενη από συζήτηση θεωρητικής τεκμηρίωσης όλων όσων συνέβησαν στη διάρκειά της. Στόχοι της θεσμικής Μεγάλης Ομάδας, μεταξύ άλλων, είναι η δημιουργία χώρου για την έκφραση συνειδητών και ασυνείδητων ενδοθεσμικών σχεσιακών δυναμικών (π.χ. ανάδειξη πιθανών συγκρουσιακών δυναμικών, ελλιπή συντονισμού και σύγχυσης ρόλων μεταξύ διαφόρων υποομάδων), η διερεύνηση και πιθανή επαναπροσέγγιση του αισθήματος συνοχής, αλλά και η βιωματική εκπαίδευση των ειδικευόμενων στα ομαδικά δυναμικά και την έκφραση του συλλογικού ασυνειδήτου. Ακολουθώντας περιγραφική, ερμηνευτική μεθοδολογία και μέσω κλινικών παραδειγμάτων από Μεγάλες Ομάδες που έχουν διεξαχθεί στο Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ) θα ασχοληθούμε με τους πολλαπλούς ρόλους που φέρουν τα μέλη του θεσμού (συνάδελφοι, εκπαιδευτές/εκπαιδευόμενοι, επόπτες/εποπτευόμενοι), τις “αδελφικές” και “γονεϊκές” σχέσεις μεταξύ τους και τους τρόπους που αυτές επηρεάζουν την αλληλεπίδραση της ομάδας-ως-όλον στο εδώ-και-τώρα της Μεγάλης Ομάδας. Επιπλέον, θα αναλύσουμε τους τρόπους με τους οποίους αναδιαμορφώνεται το θεσμικό ασυνείδητο και οι σχέσεις μεταξύ των μελών μέσω της επεξεργασίας των διαδραματίσεων (enactments) προσωπικών και συλλογικών οικογενειακών αναπαραστάσεων εντός της Μεγάλης Ομάδας.

 
15:15έως16:45Συμπόσιο 19
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.2
 
Παρουσιάσεις

Σώμα και Ψυχή σε Κίνηση: Συμβουλευτική και Θεραπευτική Άσκηση για Ογκολογικούς Ασθενείς

Προεδρείο/α: Φλώρα Παπίτση (Sports Excellence); Παναγιώτης Κουλουβάρης (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνώ)

Συζητητές/τριες: Ιωάννης Ψαρέλης (Sports Excellence)

Το παρόν συμπόσιο παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα υποστήριξης ογκολογικών ασθενών, το οποίο υλοποιείται από το Sports Excellence - Τμήμα Αθλητικής Αριστείας της Α΄ Πανεπιστημιακής Ορθοπαιδικής Κλινικής, ΕΚΠΑ, το οποίο λειτουργεί με αποκλειστική δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Το πρόγραμμα συνδυάζει τη θεραπευτική άσκηση με τη συμβουλευτική ψυχολογική υποστήριξη ακολουθώντας μια βιοψυχοκοινωνική προσέγγιση που απαντά στις σύνθετες ανάγκες αυτής της ευάλωτης πληθυσμιακής ομάδας. Το συμπόσιο περιλαμβάνει τέσσερις προφορικές ανακοινώσεις που αποτυπώνουν τη φιλοσοφία και την εφαρμογή του προγράμματος. Η πρώτη εστιάζει στο προφίλ των συμμετεχόντων και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και υλοποιείται η διαδικασία της ένταξης στο πρόγραμμα. Η δεύτερη επικεντρώνεται στον ρόλο της θεραπευτικής άσκησης, τη δομή των συνεδριών και τους στόχους που εξυπηρετούνται μέσα από τη σωματική δραστηριότητα. Η τρίτη ανακοίνωση αναδεικνύει τον ρόλο της συμβουλευτικής ψυχολογίας, καθώς και τα ψυχολογικά οφέλη της παροχής υποστήριξης μέσα από ατομικές συνεδρίες. Τέλος, παρουσιάζεται μία μελέτη περίπτωσης, που αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η παρέμβαση επηρεάζει τη συνολική πορεία και εμπειρία ενός θεραπευόμενου. Στόχος του συμποσίου είναι να αναδείξει τη δύναμη των ολιστικών παρεμβάσεων στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της αυτοεικόνας και της επανανοηματοδότησης της ζωής μετά τον καρκίνο, φέρνοντας στο προσκήνιο την αξία της διεπιστημονικής συνεργασίας στην πράξη.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Πρόγραμμα Θεραπευτική Άσκηση | Action for Cancer

Απόστολος Σκούρας
Sports Excellence

Η παρούσα εισήγηση περιγράφει το προφίλ των ατόμων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Θεραπευτική Άσκηση | Action for Cancer, το οποίο απευθύνεται σε ογκολογικούς ασθενείς και εστιάζει στην ενίσχυση της συνολικής λειτουργικότητας και ψυχοκοινωνικής αποκατάσταση τους. Μέσα από την καταγραφή βασικών δημογραφικών, ιατρικών και ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων, αναδεικνύονται τα κυρίαρχα αιτήματα που εκφράζονται κατά την ένταξη τους στο πρόγραμμα. Η διαδικασία ένταξης περιλαμβάνει αξιολόγηση από διεπιστημονική ομάδα, διαμόρφωση εξατομικευμένου πλάνου παρέμβασης και ενίσχυσης της ενεργού συμμετοχής των ασθενών. Οι συμμετέχοντες είναι ενήλικες που συχνά βιώνουν κόπωση, μείωση φυσικής απόδοσης, άγχος και δυσκολίες προσαρμογής στην καθημερινότητα. Στόχος της εισήγησης είναι να παρουσιάσει πώς ένα πρόγραμμα ανοιχτό στην κοινότητα μπορεί να ανταποκριθεί με ευαισθησία και δομή στις σύνθετες ανάγκες μιας ιδιαίτερης πληθυσμιακής ομάδας, αναδεικνύοντας τη σημασία της εξατομικευμένης φροντίδας και της εμπιστοσύνης ανάμεσα σε επαγγελματίες και συμμετέχοντες.

 

Ο ρόλος της Θεραπευτικής Άσκησης στη Σωματική και Ψυχική Υγεία και Ενδυνάμωση των Ογκολογικών Ασθενών

Κωνσταντίνα Καρνάρου
Sports Excellence

Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζει στο ρόλο της θεραπευτικής άσκησης ως βασικός πυλώνα παρέμβασης στο πρόγραμμα Θεραπευτική Άσκηση | Action for Cancer. Η άσκηση αξιοποιείται ως μέσο αποκατάστασης της φυσικής κατάστασης και ενίσχυσης της λειτουργικότητας, με ταυτόχρονα θετικές επιδράσεις στην ψυχολογία των ασθενών. Οι συνεδρίες σχεδιάζονται και υλοποιούνται από εξειδικευμένους καθηγητές φυσικής αγωγής και φυσικοθεραπευτές, προσαρμόζονται στις δυνατότητες και τους στόχους του κάθε συμμετέχοντα και υλοποιούνται είτε ατομικά είτε σε μικρές ομάδες. Εκτός από τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της κινητικότητας, παρατηρείται σημαντική ενίσχυση της ποιότητας ζωής, της αυτοεικόνας, της αυτοπεποίθησης και της αίσθησης ελέγχου που βιώνουν οι συμμετέχοντες. Η άσκηση προσεγγίζεται όχι ως υποχρέωση, αλλά ως τρόπος επανασύνδεσης με το σώμα και επανάκτησης της αίσθησης του εαυτού. Παράλληλα, οι συνεδρίες γίνονται αφορμή κοινωνικοποίησης και αλληλεπίδρασης με άλλους συμμετέχοντες που έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Η ανακοίνωση παρουσιάζει τη δομή, τους στόχους και τα άμεσα αποτελέσματα της θεραπευτικής άσκησης, αναδεικνύοντας την προστιθέμενη αξία της ως αναπόσπαστου μέρους της ολιστικής προσέγγισης.

 

Η Συμβουλευτική Ψυχολογία στην Αποκατάσταση των Ογκολογικών Ασθενών

Φλώρα Παπίτση
Sports Excellence

Η ανακοίνωση αυτή παρουσιάζει το ρόλο της συμβουλευτικής ψυχολογίας στο πλαίσιο του προγράμματος Θεραπευτική Άσκηση | Action for Cancer, όπου προσφέρονται εβδομαδιαίες ατομικές συνεδρίες. Η συμβουλευτική επικεντρώνεται στην υποστήριξη των ατόμων στην προσπάθεια τους να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους μετά τη διάγνωση και κατά την θεραπεία, να διαχειριστούν συναισθήματα άγχους, απώλειας, φόβου και μοναξιάς και να επανακτήσουν την αίσθηση του εαυτού τους. Οι συνεδρίες βασίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης και ακολουθούν προσωποκεντρικές και συμπεριφορικές αρχές. Ταυτόχρονα, χορηγούνται συγκεκριμένα τεστ αξιολόγησης στην αρχή της θεραπείας και ακολουθούνται συγκεκριμένες θεραπευτικές στρατηγικές που έχουν αναδειχθεί μέσα από τη βιβλιογραφία ως αποτελεσματικές για την θεραπευτική παρέμβαση σε παρόμοιες πληθυσμιακές ομάδες. Στόχος της παρέμβασης είναι να αναδειχθεί πως η ψυχολογική υποστήριξη σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να προσφέρει βαθιά και ουσιαστική φροντίδα.

 

Μελέτη Περίπτωσης – Σώμα, Ταυτότητα και Υπαρξιακά Ζητήματα στη Ζωή με τον Καρκίνο

Κωνσταντίνος Χέλιος
Deree - The American College of Greece

Η παρούσα μελέτη περίπτωσης αφορά μια 35χρονη γυναίκα, μητέρα ενός παιδιού η οποία συμμετέχει στο πρόγραμμα Θεραπευτική Άσκηση | Action for Cancer. Η θεραπευόμενη έχει ιστορικό διπολικής διαταραχής και ψυχωτικού επεισοδίου που την οδήγησε σε νοσηλεία και προηγούμενη διάγνωση καρκίνου στον θυροειδή. Τα τελευταία χρόνια διαγνώσθηκε με καρκίνο στην παρωτίδα – μια σπάνια και πολύπλοκη μορφή καρκίνου των σιελογόνων αδένων που απαιτεί επαναλαμβανόμενα και δύσκολα χειρουργεία. Οι συχνές χειρουργικές επεμβάσεις έχουν επηρεάσει τα νεύρα στο πρόσωπο της, δημιουργώντας μερική παραμόρφωση, και μια βαθιά αίσθηση απώλειας, ιδίως σε σχέση με την θηλυκότητα και την εικόνα του σώματος της. Η συμμετοχή της στο πρόγραμμα περιλαμβάνει τόσο σωματική θεραπευτική άσκηση όσο και ατομικές συνεδρίες συμβουλευτικής. Στην εισήγηση θα παρουσιαστεί το θεραπευτικό της ταξίδι το οποίο ξεκινά με την υπαρξιακή της αγωνία, την αμφιθυμία απέναντι στις ιατρικές παρεμβάσεις και το αίσθημα αποξένωσης από το σώμα της και την ίδια της την ύπαρξη. Θα τονιστεί ο σκοπός της συμβουλευτικής διαδικασίας, που περιλαμβάνει τη διερεύνηση των βιωμάτων απώλειας, την ενίσχυση της προσωπικής της ανθεκτικότητας, την δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου για έκφραση και την ενθάρρυνση για επανανοηματοδότηση. Θα παρουσιαστούν αποσπασματικά γραπτοί διάλογοι από τις συνεδρίες, οι δυσκολίες που προέκυψαν αλλά και οι θεραπευτικοί στόχοι που επιτεύχθηκαν. Η περίπτωση αυτή φωτίζει την ανάγκη για ολιστικές και προσωποκεντρικές παρεμβάσεις σε ογκολογικούς ασθενείς και την αξία της αποκατάστασης όχι μόνο της λειτουργικότητας αλλά και της ταυτότητας του ατόμου.

 
15:15έως16:45Συμπόσιο 20
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1
 
Παρουσιάσεις

Παιδιά, Έφηβοι Και Οικογένειες Σε Μετάβαση: Η Συμβουλευτική Συνάντηση Ως Πράξη Νοήματος και Συνύπαρξης

Προεδρείο/α: Μαρίνα Βελώνια (ΕΚΙΣΥΠ, Greece)

Συζητητές/τριες: Μαρία Τσουρακάκη (ΕΚΙΣΥΠ)

Από την στιγμή που κάποιος γίνεται γονιός, ξεκινά και το «ταξίδι» διερεύνησης του. Όλο και περισσότεροι γονείς δυστυχώς ζουν αμφιταλαντευόμενοι μεταξύ άγνοιας και ενοχής. Η σύγκρουση αξιών, ηθικής,πεποιθήσεων καθώς και οι αλλαγές που έχουν επέλθει στο θεσμό της οικογένειας δημιουργούν την ανάγκη της συνδρομής συμβουλευτικής, ώστε να βοηθηθούν οι γονείς να αντιμετωπίσουν τα αναπτυξιακά ορόσημα από την παιδική στην εφηβική ηλικία. Σε μια εποχή συνεχών κοινωνικών, συναισθηματικών και αναπτυξιακών μεταβάσεων, η συμβουλευτική συνάντηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως χώρος δημιουργίας νοήματος και συνύπαρξης. Μέσα από μια συνθετική προσέγγιση που σέβεται τη νευροαναπτυξιακή διαφορετικότητα, ο θεραπευτής καλείται να οικοδομήσει μια σχέση κατανόησης, στην οποία η πολυπλοκότητα κάθε παιδιού και οικογένειας δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, αλλά ως δυναμικό πεδίο ανάπτυξης. Η θετική πειθαρχία επανατοποθετείται ως πράξη εσωτερικής οργάνωσης και όχι επιβολής, εκεί όπου τα όρια συναντούν την ενσυναίσθηση και γίνονται γέφυρες σχέσης. Ο δεσμός ανάμεσα σε παιδί, έφηβο και σύμβουλο διαμορφώνεται ως χώρος ασφαλούς συνάντησης, μέσα στον οποίο η απογοήτευση και η προσδοκία δεν αποκλείονται, αλλά συνυπάρχουν, ενισχύοντας μια σχέση που αντέχει στο χρόνο και στις ψυχοσυναισθηματικές εντάσεις. Η ψυχοεκπαίδευση, όχι ως μεταβίβαση γνώσης αλλά ως σχέση φροντίδας και πρόληψης, ενδυναμώνει την οικογένεια και τη συλλογική της ανθεκτικότητα. Ο Σύμβουλος δεν λειτουργεί ως αυθεντία, αλλά ως συνοδοιπόρος που συνδημιουργεί μαζί με την οικογένεια νέους τρόπους κατανόησης και προσαρμογής. Η συμβουλευτική συνάντηση γίνεται, έτσι, ένα πεδίο επανοηματοδότησης, όπου η ετερότητα γίνεται αποδεκτή και η συνύπαρξη αποκτά ριζώματα εντός της σχέσης. Η θεραπευτική πράξη θεωρείται όχι μόνο τεχνική παρέμβαση, αλλά ανθρώπινη πράξη βαθιάς σχέσης, εμπιστοσύνης και δημιουργικής συν-ύπαρξης, μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο παιδικό και οικογενειακό τοπίο.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Συνθετική Προσέγγιση Ως Σχέση Κατανόησης: Νευροαναπτυξιακή Διαφορετικότητα Και Ο Ρόλος Του Θεραπευτή

Μαρία Τσουρακάκη
ΕΚΙΣΥΠ

Ο όρος Νευροαναπτυξιακή διαφορετικότητα περιγράφει το φάσμα των νευρογνωστικών ικανοτήτων που έχουν οι άνθρωποι, αναγνωρίζοντας ότι οι παραλλαγές του εγκεφάλου είναι φυσιολογικές και ότι ο τρόπος επεξεργασίας των πληροφοριών διαφέρει από άτομο σε άτομο. Αυτές οι διαφορές επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και τις δεξιότητες, και αποτελούν μια κοινή πτυχή της κοινωνίας μας. “ Η ποικιλομορφία στον εγκέφαλο είναι αναγκαία για την πολιτισμική σταθερότητα, όπως και η βιοποικιλότητα σε ένα οικοσύστημα”. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως η νευροδιαφορετικότητα δεν συνδέεται απαραίτητα με αναπηρία, καθώς οι δυνατότητες των νευροδιαφορετικών ατόμων μεταβάλλονται ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες. Τα άτομα με διάφορες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, όπως ο αυτισμός, η ΔΕΠΥ, η δυσλεξία κ.α., διαθέτουν μοναδικά χαρακτηριστικά που μπορούν να αποτελέσουν πηγή δημιουργικότητας και καινοτομίας, όταν λαμβάνονται οι κατάλληλες υποστηρίξεις. Η κοινωνική αποδοχή και η ενσωμάτωση των ιδιαιτεροτήτων τους είναι κρίσιμες για την αξιοποίηση αυτής της δυναμικής. Η συνθετική προσέγγιση ως σχέση κατανόησης αποτελεί μια ολιστική και ευέλικτη μέθοδο παρέμβασης, που εστιάζει στην βαθύτερη κατανόηση και αποδοχή της νευροαναπτυξιακής διαφορετικότητας. Ο ρόλος του Σύμβουλου ειδικά στο πλαίσιο της οικογένειας, είναι καθοριστικός: Καλείται να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής μεταξύ των νευροαποκλινόντων παιδιών και γονέων, και δημιουργώντας ένα ασφαλές περιβάλλον συνεργασίας, να ενθαρρύνει την αποδοχή μέσω της κατανόησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των παιδιών ενισχύοντας την αυτοεκτίμηση και την συμπεριληπτική ανάπτυξη. Με την ευελιξία, ευαισθησία, και το σεβασμό του Σύμβουλου στην νευροδιαφορετικότητα ως φυσική ποικιλομορφία, η συνθετική προσέγγιση μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας σχέσης κατανόησης και αποδοχής, προωθώντας την ενίσχυση της αυτονομίας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων με νευροαναπτυξιακές διαφοροποιήσεις. Έτσι, με κατανόηση και αποδοχή, δημιουργείται ένα πλαίσιο όπου η διαφορετικότητα γίνεται πηγή πλούτου και καινοτομίας, συμβάλλοντας στην οικοδόμηση μιας πιο συμπεριληπτικής και πολυποίκιλης κοινωνίας.

.

 

Εκεί Που Τα Όρια Συναντούν Την Ενσυναίσθηση: Η Θετική Πειθαρχία Ως Πράξη Σχέσης Και Εσωτερικής Οργάνωσης

Αναστασία Ευαγγελία Παλαιοδήμου
ΕΚΙΣΥΠ

Η θετική πειθαρχία συγκροτεί μια σύγχρονη παιδαγωγική προσέγγιση που εδράζεται σε θεμελιώδεις αρχές της παιδοψυχολογίας, της θεωρίας δεσμού Bowlby και της συναισθηματικής ρύθμισης. Δεν προτάσσει τη συμμόρφωση μέσω εξωτερικής επιβολής, αλλά εστιάζει στη δημιουργία ασφαλούς δεσμού και στην ενίσχυση της ενδογενούς παρακίνησης του παιδιού για συνεργασία και ηθική ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβουλευτική γονέων αναδεικνύεται ως πολύτιμο υποστηρικτικό εργαλείο. Μέσα από τη θεραπευτική και εκπαιδευτική διάσταση της συμβουλευτικής, οι γονείς μπορούν να επεξεργαστούν τις δικές τους δυσκολίες, να αναστοχαστούν τους ρόλους τους και να αποκτήσουν νέες δεξιότητες επικοινωνίας, οριοθέτησης και συναισθηματικής ανταπόκρισης. Η ενίσχυση της γονεϊκής ενσυναίσθησης και της συναισθηματικής διαθεσιμότητας ενδυναμώνει τη σχέση φροντίδας και καλλιεργεί ένα περιβάλλον ασφάλειας και αναγνώρισης. Η οριοθέτηση, όταν εφαρμόζεται με σαφήνεια, συνέπεια και αναπτυξιακή καταλληλόλητα, συμβάλλει στην καλλιέργεια της γνωστικής πειθαρχίας και της συναισθηματικής σταθερότητας. Τα όρια λειτουργούν ως εξωτερικές δομές που υποστηρίζουν τη σταδιακή εσωτερίκευση των κοινωνικών κανόνων, διαμορφώνοντας έτσι το υπόβαθρο για την αυτονόμηση και την εσωτερική οργάνωση του παιδιού. Οριοθετώ σημαίνει προσφέρω σταθερότητα, σηματοδοτώ τη συνύπαρξη και καθιστώ δυνατή την κατανόηση του εαυτού και του άλλου. Παράλληλα, η ενσυναίσθηση του ενήλικα επιτελεί κρίσιμη ρυθμιστική λειτουργία· επιτρέπει τη διαμόρφωση ενός ¨συνρυθμιστικού πλαισίου¨ μέσω του οποίου το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει, να εκφράζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Η ενσυναίσθηση δεν αναιρεί την οριοθέτηση – την εμπλουτίζει με ανθρωπιά και σύνδεση .Η εναρμόνιση ανάμεσα σε οριοθέτηση και ενσυναισθητική απόκριση ενισχύει την ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης και της κοινωνικής επάρκειας. Η θετική πειθαρχία, λοιπόν, δεν αποτελεί εργαλείο συμπεριφορικού ελέγχου αλλά αναπτυξιακό μέσο διαπροσωπικής σύνδεσης και ενίσχυσης της αυτορρύθμισης. Η σχέση παιδιού–φροντιστή καθίσταται βασικό όχημα ψυχοσυναισθηματικής ωρίμανσης, καθώς προσφέρει ένα σταθερό υπόβαθρο εντός του οποίου δομείται η ταυτότητα και η ηθική αυτονομία του αναπτυσσόμενου υποκειμένου.

 

Όταν Ο Δεσμός Δημιουργεί Ασφάλεια: Η Θεραπευτική Εμπιστοσύνη Ως Σχέση Ανάπτυξης Με Παιδιά Και Εφήβους (Ανάμεσα Στην Προσδοκία Και Την Απογοήτευση, Η Σχέση Που Αντέχει)

Μαρία Μουρελάτου
ΕΚΙΣΥΠ

Λαμβάνοντας υπόψιν, μια από τις σημαντικότερες αρχές της συμβουλευτικής, θα μας ήταν εύκολο να αναφέρουμε, ότι ένα από τα πρώτα και βασικότερα μελήματά μας, ως ειδικοί ψυχικής υγείας είναι το χτίσιμο μιας ασφαλούς και σταθερής θεραπευτικής σχέσης με τους συμβουλευόμενούς μας, η οποία στηρίζεται στην άνευ ορών αποδοχή, την αυθεντικότητα του συμβούλου και την ενσυναίσθηση. Η εδραίωση αλλά και η συνεχιζόμενη ενδυνάμωση της θεραπευτικής σχέσης, αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορούν να δουλευτούν οι θεραπευτικοί στόχοι, αλλά και να επανορθωθούν μοτίβα σχέσεων από το παρελθόν. Όταν μιλάμε για παιδιά και εφήβους, καταλαβαίνουμε ότι η ανάγκη για αποδοχή, αυθεντικότητα και ενσυναίσθηση γίνεται μεγαλύτερη, καθώς ο Σύμβουλος αναλαμβάνει το ρόλο ενός.συσδετικού κρίκου ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικες. Πως ο σύμβουλος μπορεί να σταθεί αρωγός στην ανάπτυξη του παιδιού- εφήβου, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει να πλαισιώνει την θεραπευτική σχέση; Η μελέτη των αναπτυξιακών σταδίων, των αναγκών και των προκλήσεων της κάθε ηλικιακής ομάδας θα βοηθούσε ώστε οι Σύμβουλοι να μπορούμε να είμαστε περισσότερο ευέλικτοι στον τρόπο προσέγγισής μας μέσα στην θεραπεία, εδραιώνοντας την σύνδεση, την ασφάλεια και την προβλεψιμότητα που χρειάζεται, ώστε να δημιουργηθεί μια θεραπευτική σύνδεση που θα προσφέρει σιγουριά και εμπιστοσύνη. Επιπλέον θα μας ωφελήσει στην καλύτερη ρύθμιση των προσδοκιών μας από την θεραπευτική σχέση και στην πιο αποτελεσματική διαχείριση των ματαιώσεων, των φόβων και των συγκρούσεων που ενδέχεται να δημιουργηθούν μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η θεραπευτική σχέση καθρεπτίζει τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να αλληλεπιδρούμε με τους σημαντικούς άλλους και να συνδεόμαστε μαζί τους. Όταν χτίσουμε σχέση ασφάλειας και εμπιστοσύνης μέσα στη θεραπεία το παιδί- έφηβος μπορεί να εκφράσει ελεύθερα αυτό που βιώνει και να θεραπευτεί σε βάθος, γνωρίζοντας ότι ο σύμβουλος θα είναι μια σταθερά για εκείνον.

 

Όταν Η Φροντίδα Προλαμβάνει: Η Ψυχοεκπαίδευση Ως Σχέση Και Ανθεκτικότητα Στον Οικογενειακό Ιστό

Μαργαρίτα Μαύρου
ΕΚΙΣΥΠ

Ο γονέας στη σύγχρονη εποχή καλείται να ανταποκριθεί σε έναν σύνθετο και διαρκώς εξελισσόμενο ρόλο, μέσα σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον με πολλαπλές και αυξανόμενες πιέσεις και απαιτήσεις. Η γονεϊκότητα φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με πρωτόγνωρα συναισθήματα και προκλήσεις, επηρεάζοντας την προσωπική καθώς και την οικογενειακή του ομοιόσταση. Στο πλαίσιο αυτό, η σημασία της ψυχοεκπαίδευσης καθίσταται λαμπρή και η τελευταία αναδεικνύεται ως κρίσιμο εργαλείο πρόληψης και ενδυνάμωσης. Γιατί όμως; Τι είναι η ψυχοεκπαίδευση; Η ψυχοεκπαίδευση δεν αποτελεί θεραπεία, ανήκει όμως στην συμβουλευτική και θεραπευτική διαδικασία καθώς ενημερώνει για τη φύση δυσκολιών, συμβάλλει στην κατανόηση και την αποδοχή των διαφορετικών αναγκών, διδάσκει δεξιότητες αντιμετώπισης και διαχείρισης προβλημάτων, υποστηρίζει και ανακουφίζει. Η ψυχοεκπαίδευση πρόκειται για μια διαδικασία ενημέρωσης, κατανόησης, ενδυνάμωσης και ανάπτυξης συμβάλλοντας θετικά στην υποστήριξη του παιδιού, του γονέα και της οικογένειας. Αποτελεί μια διαδικασία πρώιμης παρέμβασης για παιδιά, εφήβους τυπικής και μη ανάπτυξης καθώς και για τους γονείς και τους φροντιστές τους. Η ψυχοεκπαίδευση καλλιεργεί την ευαισθησία, τη φροντίδα, την υπευθυνότητα και τη εγγύτητα δημιουργώντας ανθεκτικότητα και υποστηρικτικότητα στον οικογενειακό ιστό. Προς αυτή την κατεύθυνση, κινείται και η πρόληψη η οποία έγκειται στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αιτίες που γεννούν και αναπαράγουν ένα πρόβλημα έτσι ώστε να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισής του. Η πρόληψη μπορεί να εφαρμοστεί σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο βαθμό, προάγοντας την ψυχική υγεία είτε ενδυναμώνοντας προστατευτικούς παράγοντες είτε περιορίζοντας τους παράγοντες κινδύνου. Όπως τόνιζε μάλιστα και ο Ιπποκράτης «Κάλλιον του θεραπεύειν το προλαμβάνειν» αναδεικνύοντας τη σημασία της πρόληψης για την υγεία συνολικά. Συνδυαστικά λοιπόν, η ψυχοεκπαίδευση και η πρόληψη αποτελούν έναν ολιστικό και δυναμικό άξονα παρέμβασης που φροντίζει και οικοδομεί άτομα και σχέσεις που αντέχουν.

 
15:15έως16:45Συμπόσιο 21
Τοποθεσία: ΑΜΦ.2
 
Παρουσιάσεις

Πρώιμες Τραυματικές Εμπειρίες, Τύπος Προσκόλλησης, Αμυντικό Ύφος Και Ανθεκτικότητα Σε Ενήλικο Πληθυσμό. Παρουσίαση Ερευνητικών Δεδομένων.

Προεδρείο/α: Πήλιος - Δημήτρης Σταύρου (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Συζητητές/τριες: Ηλίας Κουρκούτας (Πανεπιστήμιο Κρήτης)

Στο συμπόσιο αυτό επιχειρείται η θεωρητική και ερευνητική σύνδεση μεταξύ πρώιμων τραυματικών εμπειριών, τύπου προσκόλλησης, αμυντικού ύφους και ανθεκτικότητας σε ενήλικο πληθυσμό. Το συμπόσιο αποτελείται από τέσσερις εισηγήσεις. Η πρώτη εισήγηση στοχεύει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των διαστάσεων προσκόλλησης στις ενήλικες σχέσεις (άγχος και αποφυγή) και της αντιλαμβανόμενης-ενθυμούμενης γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης στην παιδική ηλικία. Η κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων δύναται να αξιοποιηθεί σε παρεμβάσεις σε παιδιά και εφήβους, στοχεύοντας στην ενίσχυση της συναισθηματικής ασφάλειας και στην πρόληψη ψυχοκοινωνικών δυσκολιών, μέσω υποστήριξης της γονικής λειτουργίας. Η δεύτερη εισήγηση αφορά στη μελέτη της σχέσης μεταξύ των αμυντικών μηχανισμών του Εγώ, του αμυντικού ύφους του υποκειμένου, και των οριακών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, όπως αυτή περιγράφεται θεωρητικά από την προσέγγιση των αντικειμενότροπων σχέσεων του Otto Kernberg. Η τρίτη εισήγηση αφορά σε ποιοτική μελέτη που διερευνά τις αυξημένες συναισθηματικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι ψυχολόγοι παιδιών, με σκοπό τη διερεύνηση των φαινομένων της Κόπωσης Συμπόνοιας και της Επαγγελματικής Εξουθένωσης. Οι πρακτικές εφαρμογές εστιάζουν στην ενίσχυση της ψυχολογικής ευημερίας των ειδικών, ως προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του επαγγέλματος και της παροχής ποιοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας στα παιδιά. Η τελευταία εισήγηση επιχειρεί να διερευνήσει τη σύνδεση μεταξύ των πρώιμων τραυματικών εμπειριών και των επιπέδων ψυχικής ανθεκτικότητας των ενηλίκων συμμετεχόντων. Σύμφωνα με την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας τα πρώιμα τραύματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο άτομο και δύνανται να επηρεάσουν την μετέπειτα ψυχική του ανθεκτικότητα. Τα ευρήματα της μελέτης δύνανται να αξιοποιηθούν στη συμβουλευτική και ψυχοεκπαίδευση ενηλίκων με ιστορικό πρώιμων τραυματικών εμπειριών, καθώς και στην επιμόρφωση επαγγελματιών ψυχικής υγείας για την καλύτερη υποστήριξη αυτών των πληθυσμών.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Συσχέτιση Των Διαστάσεων Προσκόλλησης Και Της Αντιλαμβανόμενης Γονικής Αποδοχής-Απόρριψης.

Χαράλαμπος Σφακιανάκης; Πήλιος - Δημήτρης Σταύρου
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη σχέση μεταξύ των διαστάσεων προσκόλλησης στις ενήλικες σχέσεις (άγχος και αποφυγή) και της αντιλαμβανόμενης-ενθυμούμενης γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης στην παιδική ηλικία. Η επιλογή της προσκόλλησης ως ανεξάρτητης μεταβλητής και της ενθυμούμενης γονικής αποδοχής-απόρριψης ως εξαρτημένης, αντιστοίχως, τεκμηριώνεται μεθοδολογικά και βιβλιογραφικά, διαμέσου της επιλογής του συγχρονικού σχεδιασμού της έρευνας και της θεωρητικής θεμελίωσης των δύο εννοιών. Οι αριθμός των συμμετεχόντων κυμαινόταν στα 220 άτομα, από 18 έως 71 ετών. Τα μέσα συλλογής δεδομένων ήταν η Αναθεωρημένη Κλίμακα Βιωμάτων στις Κοντινές Σχέσεις (Experiences in Close Relationships-Revised, ECR-R) και το ερωτηματολόγιο Γονεϊκής Αποδοχής-Απόρριψης (Adult Parental Acceptance – Rejection Questionaire, PARQ). Η ανάλυση διακύμανσης έδειξε υψηλότερα επίπεδα άγχους προσκόλλησης και πατρικής αποδοχής για τις γυναίκες συγκριτικά με τους άνδρες. Επιπλέον, οι συσχετίσεις κατέδειξαν ότι όσο αυξάνεται το άγχος ή η αποφυγή προσκόλλησης, τόσο αυξάνεται και η αντίληψη απόρριψης από τους γονείς. Μάλιστα, η αποφυγή σχετίζεται σταθερά με χαμηλότερη «ζεστασιά» από τους γονείς. Βάσει του παλινδρομητικού μοντέλου, φαίνεται ότι όσο πιο ανασφαλής είναι η προσκόλληση, τόσο περισσότερο το άτομο αντιλαμβάνεται τη γονική συμπεριφορά ως απορριπτική. Τα ευρήματα ενισχύουν την θεωρία ότι οι πρώιμες σχέσεις με τους γονείς διαμορφώνουν τη συναισθηματική ρύθμιση και τις προσδοκίες στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων δύναται να αξιοποιηθεί σε παρεμβάσεις σε παιδιά και εφήβους, στοχεύοντας στην ενίσχυση της συναισθηματικής ασφάλειας και στην πρόληψη ψυχοκοινωνικών δυσκολιών, μέσω υποστήριξης της γονικής λειτουργίας.

 

Η Σχέση Tων Αμυντικών Μηχανισμών Tου Εγώ Kαι Tων Οριακών Χαρακτηριστικών Προσωπικότητας.

Ασπασία Ηλιοπούλου; Πήλιος - Δημήτρης Σταύρου
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση των αμυντικών μηχανισμών του Εγώ, του αμυντικού ύφους του υποκειμένου, και των οριακών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, όπως αυτή περιγράφεται θεωρητικά από την προσέγγιση των αντικειμενότροπων σχέσεων του Otto Kernberg, σε ένα δείγμα 252 ατόμων, μη κλινικού πληθυσμού. Για τη μέτρηση των αμυντικών μηχανισμών χρησιμοποιήθηκε το Ερωτηματολόγιο Αμυντικού Στύλ (Defense Style Questionnaire, DSQ-40), ενώ για τα οριακά χαρακτηριστικά, το Ερωτηματολόγιο Οργάνωσης της Προσωπικότητας (Inventory of Personality Organization, IPO-GR). Στόχος είναι και η εξέταση των δημογραφικών παραγόντων (φύλο, ηλικία) με τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και τους αμυντικούς μηχανισμούς. Το μεγαλύτερο μέρος των αποτελεσμάτων συμφωνεί με τις αποδεκτές θεωρητικές υποθέσεις, δηλαδή ότι η χρήση πρωτόγονων αμυντικών μηχανισμών σχετίζεται με τα οριακά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, αλλά και με ταυτόχρονη παρουσία χαμηλού δείκτη συσχέτισης σε πιο ώριμες αναπτυξιακά άμυνες. Ακόμη, επιχειρήθηκε η πρόβλεψη των οριακών χαρακτηριστικών με προβλεπτικό παράγοντα τους αμυντικούς μηχανισμούς του Εγώ, με τους ανώριμους αμυντικούς μηχανισμούς να παρουσιάζουν την πιο σημαντική συμβολή στην πρόβλεψη.

 

Η Κόπωση Συμπόνοιας Και Η Επαγγελματική Εξουθένωση Σε Ψυχολόγους Παιδιών. Μία ποιοτική μελέτη.

Στυλιανή Ερασμία Ντάλλα; Πήλιος - Δημήτρης Σταύρου
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η παρούσα ποιοτική μελέτη διερευνά τις αυξημένες συναισθηματικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι ψυχολόγοι παιδιών, με σκοπό τη διερεύνηση των φαινομένων της Κόπωσης Συμπόνοιας (Compassion Fatigue) και της Επαγγελματικής Εξουθένωσης (Burnout). Μέσα από ημιδομημένες συνεντεύξεις με δέκα επαγγελματίες ψυχολόγους που εργάζονται σε ποικίλα πλαίσια ψυχικής υγείας παιδιών, αναδεικνύονται οι καθημερινές προκλήσεις, οι αιτίες της συναισθηματικής επιβάρυνσης και οι στρατηγικές διαχείρισης αυτών. Η θεματική ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε επτά βασικά υπερθέματα, από την επαγγελματική πορεία και τα κίνητρα, μέχρι τη συναισθηματική φθορά, την εμπειρία της εξάντλησης, τις πρακτικές αυτοφροντίδας και το ρόλο του επαγγελματικού πλαισίου. Τα ευρήματα καταδεικνύουν μεταξύ άλλων, ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τραυματικά περιστατικά, η έντονη συναισθηματική εμπλοκή, οι θεραπευτικές προκλήσεις και η απουσία οργανωμένης υποστήριξης συνιστούν σοβαρούς κινδύνους, επιβαρύνοντας σημαντικά την ψυχική υγεία των επαγγελματιών. Οι επιπτώσεις αυτές αντανακλώνται μάλιστα και στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας προς τους ανήλικους θεραπευομένους, αποδεικνύοντας και τη δυναμική του φαινομένου. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες επισήμαναν την ανάγκη ενίσχυσης της επαγγελματικής ανθεκτικότητας, μέσω των προστατευτικών μέτρων της εποπτείας, της ψυχοθεραπείας, των υποστηρικτικών σχέσεων και των πρακτικών αυτοφροντίδας. Συμπερασματικά, η μελέτη αναδεικνύει τις μεγάλες ελλείψεις στην υποστήριξη και τη φροντίδα των ψυχολόγων, βήμα προς τη συνειδητοποίηση της ανάγκης και κινητοποίηση θεσμικών παρεμβάσεων, όπως η δημιουργία υποστηρικτικών δομών, η συστηματική συνεργασία και η ενσωμάτωση επιμορφωτικών δράσεων πρόληψης. Οι πρακτικές εφαρμογές εστιάζουν στην ενίσχυση της ψυχολογικής τους ευημερίας ως προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του επαγγέλματος και της παροχής ποιοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας στα παιδιά.

 

Η Σχέση Των Πρώιμων Τραυματικών Εμπειριών Με Την Ανθεκτικότητα Σε Ενήλικο Πληθυσμό.

Μαρία- Ευφροσύνη Φλωροπούλου; Πήλιος - Δημήτρης Σταύρου
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σύνδεση μεταξύ των πρώιμων τραυματικών εμπειριών και των επιπέδων ψυχικής ανθεκτικότητας των ενηλίκων συμμετεχόντων. Σύμφωνα με την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας τα πρώιμα τραύματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο άτομο και μπορούν να επηρεάσουν την μετέπειτα ψυχική του ανθεκτικότητα. Η σχέση αυτή εξαρτάται από πλείστους δημογραφικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στην παρούσα έρευνα το δείγμα αποτέλεσαν 205 ενήλικες, εκ των οποίων η πλειονότητα ήταν γυναίκες. Τα εργαλεία που χορηγήθηκαν στους συμμετέχοντες ήταν ένα αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο δημογραφικών στοιχείων, το Ερωτηματολόγιο αυτό-αναφοράς Πρώιμου Τραύματος- σύντομη μορφή (Early Trauma Inventory-Self-Report-Sort Form, ETI-SR-SF) και η Κλίμακα για την Ψυχική Ανθεκτικότητα (CD- RISK-25, The Connor and Davidson Resilience Scale). Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η εμπειρία πρώιμων τραυματικών εμπειριών στην παιδική ηλικία, και ιδίως η συναισθηματική κακοποίηση, σχετίζονται αρνητικά με τα επίπεδα ανθεκτικότητας στην ενήλικη ζωή. Επιπλέον, διαφάνηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας του ατόμου και της ψυχικής ανθεκτικότητας του, με τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα να παρουσιάζουν αυξημένη ψυχική ανθεκτικότητα σε σύγκριση με τα νεότερα. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν, εν μέρει, και από την ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης, η οποία κατέδειξε ότι οι πρώιμες τραυματικές εμπειρίες συνολικά, και ειδικότερα η συναισθηματική κακοποίηση, είχαν μέτρια αρνητική επίδραση στην ανθεκτικότητα. Αντιθέτως, η ηλικία αναδείχθηκε ως θετικός και στατιστικά σημαντικός προγνωστικός παράγοντας ψυχικής ανθεκτικότητας. Ακόμα, διαπιστώθηκε επίδραση του φύλου στην ψυχική ανθεκτικότητα, με το γυναικείο φύλο να παρουσιάζει μειωμένη ψυχική ανθεκτικότητα συγκριτικά με το ανδρικό. Η παρούσα έρευνα προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για πρακτικές εφαρμογές στο πεδίο, όπως η ανάπτυξη προγραμμάτων ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας και η υλοποίηση παρεμβάσεων πρόληψης για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Τέλος, τα ευρήματα μπορούν να αξιοποιηθούν στη συμβουλευτική και ψυχοεκπαίδευση ενηλίκων με ιστορικό πρώιμων τραυματικών εμπειριών, καθώς και στην επιμόρφωση επαγγελματιών ψυχικής υγείας για την καλύτερη υποστήριξη αυτών των πληθυσμών.

 
15:15έως16:45Συνεδρία 14
Τοποθεσία: ΑΜΦ.3
 
Παρουσιάσεις
15:15 - 15:30

Οι Εμπειρίες Γυναικών Συμβούλων που Εργάζονται με Γυναίκες Θύματα Έμφυλης Βίας

Δήμητρα Λουίζα Φούμη, Λήδα Αναγνωστάκη

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σύμφωνα με την παγκόσμια βιβλιογραφία, οι σύμβουλοι οι οποίοι εργάζονται με γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία εκτίθενται σε μία συνθήκη με πολλές δυσκολίες, η οποία τους/ις επηρεάζει με πολλούς, κυρίως αρνητικούς, τρόπους- ιδιαίτερα, δε, τις γυναίκες συμβούλους. Ελάχιστες είναι οι ελληνικές έρευνες που μελετούν αυτό το ζήτημα. Σκοπός της παρούσας ποιοτικής έρευνας ήταν να φωτιστεί η βιωμένη εμπειρία των γυναικών συμβούλων που εργάζονται με θύματα έμφυλης βίας στο ελληνικό πλαίσιο. Έγιναν ημι-δομημένες συνεντεύξεις με 13 γυναίκες συμβούλους που εργάζονται σε συμβουλευτικά κέντρα που εξειδικεύονται στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας στην Αθήνα και στην Κρήτη. Οι απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω Αναστοχαστικής Θεματικής Ανάλυσης. Αναγνωρίστηκαν πέντε κύρια θέματα: δυσκολία της εργασίας στον τομέα της έμφυλης βίας, έμφυλα στερεότυπα, ενδυνάμωση, σχέσεις με άλλους και οπτική για τον κόσμο. Μέσα από την έρευνα αναδεικνύονται οι εμπειρίες των γυναικών – συμβούλων και η επίδραση αυτών στην εργασία και την καθημερινή ζωή τους. Η συζήτηση θα επικεντρωθεί στη σημασία των ευρημάτων για τη συμβουλευτική πράξη με γυναίκες θύματα έμφυλης βίας και την ανάγκη στήριξης των επαγγελματιών του χώρου αυτού.



15:30 - 15:45

Η ευαισθητοποίηση για τη διαφορετικότητα και η άρνηση της αποδοχής μέσα από έργα του Ευγένιου Τριβιζά

Ανδριανή Δρίβα

Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Έβρου

Το θέμα της διαφορετικότητας το αναδεικνύει ο Ευγένιος Τριβιζάς πολύ συχνά. Τα πλάσματα που δεν μοιάζουν με κανένα και που αναζητούν την ταυτότητά τους κι ένα περιβάλλον περισσότερο φιλικό από αυτό στο οποίο ζουν, είναι παλιό ζητούμενο και των παραμυθιών. Τα έργα τα οποία αναλύονται είναι ένα θεατρικό και δύο εικονογραφημένα βιβλία. Γίνεται ποιοτική ανάλυση σε σύγκριση με κλασικά παραμύθια και θεωρίες της Ψυχολογίας. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο συγγραφέας ανατρέπει τα καθιερωμένα σχήματα είναι αυτός που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε άρνηση της αποδοχής. Στο κλασικό παραμύθι Άσχημο Παπάκι το βασικό μήνυμα μπορεί να είναι η αποδοχή της ασχήμιας του παρόντος, με την ελπίδα της μελλοντικής μεταμόρφωσης. Η Ψυχολογία μπορεί να προτείνει την αυτοαποδοχή, χωρίς προσδοκίες. Στα Χρωματιστά Κοράκια τα πτηνά βάφονται πολύχρωμα, επειδή το μαύρο που τους έδωσε η φύση δεν τους αρέσει. Το παπάκι που δεν του άρεσαν τα ποδαράκια του φέρνει τον κόσμο ανάποδα, μέχρι που αποκτά κι άλλα χρώματα ποδιών, εκτός από το «παπιοπαράδοτο» κίτρινο. Στο Όνειρο του Σκιάχτρου, το σκιάχτρο αρνείται να δεχθεί τον προκαθορισμένο του ρόλο και ονειρεύεται να πετάξει. Είναι τέτοιο το πάθος του, που στο τέλος τα καταφέρνει. Το κοινό συμπέρασμα στα παραπάνω έργα είναι ότι το αδύνατο μπορεί να είναι εφικτό, αρκεί να είναι ισχυρή η επιθυμία του ατόμου και να είναι σε θέση να οραματιστεί εναλλακτικές λύσεις. Η ανάγνωση των έργων σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα μπορεί να βοηθήσει στον αποτελεσματικό σχεδιασμό διδασκαλιών για τον σεβασμό στη διαφορετικότητα του εαυτού και του άλλου, χωρίς τον μονόδρομο της αποδοχής και καθήλωσης ή της αφομοίωσης.

Λέξεις-κλειδιά: Διαφορετικότητα, Ευγένιος Τριβιζάς, Ψυχολογία, Εκπαίδευση



15:45 - 16:00

Μήπως φροντίζοντας εμένα, φροντίζω και το παιδί μου; Η σχέση ανάμεσα στην αυτοφροντίδα της μητέρας και τη ψυχική υγεία του παιδιού

Σταυρούλα Τσαγκαράκη, Αικατερίνη Κορνηλάκη

Πανεπιστήμιο Κρήτης

Είναι γνωστές οι δυσκολίες που εμπεριέχει η γονεϊκότητα και ιδίως η μητρότητα, στην εξισορρόπηση ανάμεσα στην αυτοφροντίδα της μητέρας και την αυτοθυσία που καλείται να επιδεικνύει. Αν και τα εμπόδια για την μητρική αυτοφροντίδα είναι πολλαπλά, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς τα οφέλη που μπορεί να έχει για την ίδια και το παιδί της. Ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην αυτοφροντίδα της μητέρας και την ψυχική υγεία του παιδιού, καθώς και του ρόλου του γονεϊκού στρες, του στυλ γονεϊκότητας και της ικανοποίησης από τη ζωή στην παραπάνω σχέση. Πενήντα-πέντε μητέρες παιδιών νηπιακής και σχολικής ηλικίας συμπλήρωσαν ένα δομημένο ερωτηματολόγιο που αξιολογούσε την αυτοφροντίδα της μητέρας με το Mindful Self-Care Scale (Cook-Cottone & Guyker, 2017), το γονικό στυλ με το Parenting Styles Questionnaire (Oliveira et al., 2018), το γονεϊκό στρες με το Parental Stress Scale (Berry & Jones, 1995) και την ικανοποίηση από τη ζωή με την κλίμακα Satisfaction With Life Scale (Diener et al., 1985), ενώ η ψυχική υγεία του παιδιού αξιολογήθηκε με το Ερωτηματολόγιο Δυνάμεων και Δυσκολιών (Goodman, 1997). Βρέθηκε σημαντική αρνητική συσχέτιση της αυτοφροντίδας με τα προβλήματα ψυχικής υγείας του παιδιού και θετική με την υποκλίμακα του γονεϊκού στρες για τις ανταμοιβές, την ικανοποίηση από τη ζωή και το δημοκρατικό γονεϊκό στυλ. Η σχέση μεταξύ αυτοφροντίδας και ψυχικής υγείας του παιδιού διαμεσολαβείται από την υποκλίμακα του γονεϊκού στρες που αναφέρεται στις ανταμοιβές και την ικανοποίηση από τη ζωή της μητέρας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν το σημαντικό ρόλο της μητρικής αυτοφροντίδας στην ανάπτυξη του παιδιού.



16:00 - 16:15

Το Κοινωνικό Φαινόμενο της Γονικής Αποξένωσης: Επιπτώσεις στη Ψυχοσυναισθηματική Ανάπτυξη των Αποξενωμένων Παιδιών

Γιαννούλα Μπάκα, Ιγνατία Φαρμακοπούλου

Πανεπιστήμιο Πατρών

Η Γονική Αποξένωση (ΓΑ) είναι ένασύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο,το οποίο οφείλεται στην αύξηση των καταγεγραμμένων συγκρουσιακών διαζυγίων. Ο έχων την επιμέλεια γονέας (γονέας αποξενωτής)χρησιμοποιεί την άσκηση κακόβουλης κριτικής και συστηματικής δυσφήμισης του άλλου γονέα (αποξενωμένος γονέας) με σκοπό την απομάκρυνση του από το παιδί/παιδιά τους(αποξενωμένο/α παιδί/παιδιά). Εμφανίζεται κυρίως στο πλαίσιο διαζυγίου και την διεκδίκηση της επιμέλειας, με απώτερο στόχο την απόκτηση ή διατήρησή της, χωρίς τη συμμετοχή του άλλου γονέα,με αποτέλεσματην κατάρρευση της σχέσης του παιδιού και του γονέα που αποξενώνεται. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η εστίαση στη καταγραφή των Προφίλ των εμπλεκομένων προσώπων, η αποτύπωση των αντιλήψεων των συμμετεχόντων ειδικών, καθώς και η ενδελεχής διερεύνηση των επιπτώσεων στη σωματική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των αποξενωμένων παιδιών. Απώτερος στόχος της έρευνας είναι η σύνταξη Κατευθυντήριων Οδηγιών προς το Προσωπικό των εμπλεκόμενων Φορέων.Εφαρμόζεται μικτή μεθοδολογική προσέγγιση, όπου στο πρώτο μέρος η ποσοτική έρευνα αξιοποιεί εξειδικευμέναερωτηματολόγια σε αρμόδιους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και δικαστικούς λειτουργούς, και στο δεύτερο μέρος της μελέτης η ποιοτική έρευνα επικεντρώνεται σε Μελέτες Περίπτωσης,μέσω της διεξαγωγήςημι-δομημένωνσυνεντεύξεων. Η έρευνα επιδιώκει να συμβάλει τόσο στην επιστημονική κατανόηση του φαινομένου όσο και στη διαμόρφωση Θεσμικών Παρεμβάσεων στην Παιδική Προστασία. Η εν εξελίξει έρευνα αναδεικνύει ότι η ΓΑενίοτε προκαλεί σοβαρές επιπτώσειςστη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών,όπως αποδιοργάνωση ταυτότητας, διαταραχές δεσμού, και εσωτερίκευση άγχους.



16:15 - 16:30

Προσωποκεντρική προσέγγιση και εξαρτήσεις: Επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση με τον εαυτό μας

Παναγιώτης Μακρής

ICPS - Κολλέγιο Ανθρωπιστικών Επιστημών, PeepVip - Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Προσωποκεντρικής & Βιωματικής Προσέγγισης

Περίληψη:

Η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, βασισμένη στη θεωρία του Carl Rogers, μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική απάντηση στις διάφορες προκλήσεις που εμφανίζονται στον τομέα των εξαρτήσεων καθώς και γύρω από την υποστήριξη των ανθρώπων που βασανίζονται από αυτές. Αντί να επικεντρώνεται στο σύμπτωμα της εξάρτησης, δίνει έμφαση στον άνθρωπο, στον ψυχικό του πόνο, στις σχέσεις και στην ανάγκη του για αυθεντική επαφή και εν τω βάθει επικοινωνία. Μέσα από τη παρουσίαση αυτή θα αναλυθεί πώς οι βασικές αξίες της προσωποκεντρικής προσέγγισης – ενσυναίσθηση, αποδοχή άνευ όρων και αυθεντικότητα – συμβάλλουν στη δημιουργία ενός θεραπευτικού χώρου ασφάλειας και κατανόησης, που επιτρέπει στον άνθρωπο ο οποίος αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο ζήτημα να συνδεθεί ξανά με τον εαυτό του και τις δυνατότητές του.

Μέσα από παραδείγματα και εμπειρίες από τη θεραπευτική διαδικασία, θα παρουσιαστεί και θα γίνει μια ανάλυση για πώς η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία μπορεί να ενδυναμώσει τα άτομα, να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και να λειτουργήσει ως «αντίδοτο» στην εσωτερική αποσύνδεση που οι άνθρωποι βιώνουν λόγο των ζητημάτων που τους απασχολούν και τους έχουν οδηγήσει στο σημείο να θεωρούν την οποιαδήποτε μορφή κατάχρησης διέξοδο. Εστιάζοντας στη σχέση και όχι στον έλεγχο, η προσέγγιση αυτή προτείνει μια διαφορετική, ανθρωποκεντρική οπτική αντιμετώπισης από την οποιαδήποτε μορφή εξάρτησης.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Bancroft, A. (2009). Drugs, Intoxication and Society. Cambridge: Polity Press.

Bryant-Jefferies, R. (2006). An addicted society?. In: therapy today March, pp.4-5.

Cameron, R. (2012). Working with drug and alcohol issues. In: Tolan, J. and Wilkins, P. Client issues in counselling and psychotherapy. London: Sage: pp. 115-130.

Rogers, C. R. (1951). Client-centered therapy: Its current practice, implications and theory. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Boston: Houghton Mifflin.

Warner, M. (2000). The person-centered approach to difficult client processes. In D. Mearns & B. Thorne (Eds.), Person-centred therapy today: New frontiers in theory and practice (pp. 144–165). London: Sage.

Wilkins, P. (2010). Person-centred therapy: 100 key points. London: Routledge.

Wilders, S., Robinson, S. (2006). Addiction: is counselling sufficient?. In: therapy today March, pp.11-15.

O'Hara, M., & Wood, W. (2005). Person-centered approaches to addiction treatment. In M. Cooper, M. O’Hara, P. Schmid, & G. Wyatt (Eds.), The handbook of person-centred psychotherapy and counselling (pp. 401–414). Basingstoke: Palgrave Macmillan.



16:30 - 16:45

Διατροφικές Στάσεις, Αυτοεκτίμηση Και Αυτοαποτελεσματικότητα Σε Νέους Ενήλικες

Ειρήνη Στεφάνου

ΕΚΠΑ

Στην παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζεται η σχέση της αυτοεκτίμησης και της αυτοαποτελεσματικότητας με τις διατροφικές στάσεις των νέων ενηλίκων, καθώς και ο ρόλος του φύλου στις μεταβλητές αυτές. Στόχος της έρευνας ήταν η διερεύνηση του βαθμού συσχέτισης των παραγόντων αυτών με τις διατροφικές στάσεις, η ανίχνευση πιθανών διαφορών στις διατροφικές στάσεις μεταξύ των φύλων, καθώς και η εξέταση της σχέσης των μεταβλητών με το φύλο. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 412 άτομα, ηλικίας 18 έως 27 ετών, εκ των οποίων οι 316 ήταν γυναίκες, οι 91 άνδρες και 5 δήλωσαν μη δυαδικό φύλο. Στους συμμετέχοντες χορηγήθηκε η Κλίμακα Αυτοεκτίμησης του Rosenberg (1965), η Νέα Γενική Κλίμακα Αυτοαποτελεσματικότητας (Chen et al., 2001) και το Ερωτηματολόγιο Διατροφικών Στάσεων-26 Ερωτήσεων (Garner & Garfinkel, 1979· Garner et al., 1982), που αξιολογούν αντίστοιχα τη γενική αυτοεκτίμηση, την αυτοαποτελεσματικότητα και τα συμπτώματα που συνδέονται με διατροφικές διαταραχές. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υψηλότερες τιμές αυτοεκτίμησης και αυτοαποτελεσματικότητας σχετίζονται με χαμηλότερες τιμές στην κλίμακα διατροφικών στάσεων, ενώ στην τελευταία μεταβλητή δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των φύλων. Επιπλέον, η αυτοεκτίμηση εμφάνισε αρνητική μέτρια συσχέτιση με τις διατροφικές στάσεις και στα δύο φύλα, όπως αναμενόταν, με βάση την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, ενώ οι διαφορές μεταξύ τους δεν ήταν στατιστικά σημαντικές, επιβεβαιώνοντας την ερευνητική υπόθεση. Συνεπώς, διαπιστώθηκε πως η σχέση αυτοεκτίμησης και διατροφικών στάσεων είναι πλέον εξίσου έντονη και στους άνδρες, στη σύγχρονη κοινωνία. Τα ευρήματα συζητούνται σε συνάρτηση με τη σύγχρονη βιβλιογραφία για τον ρόλο ψυχολογικών παραγόντων στη διαμόρφωση των διατροφικών στάσεων στους νέους ενήλικες.

 
15:15έως16:45Συνεδρία 15
Τοποθεσία: ΑΜΦ.4
 
Παρουσιάσεις
15:15 - 15:30

Η Υποβοηθούμενη από την Τεχνολογία Σεξουαλική Βία και οι Επιπτώσεις της στον Φοιτητικό Πληθυσμό

Ειρήνη Μολώνη, Γεωργία Γκαντώνα, Φώτιος Ντάγκας

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η Υποβοηθούμενη από την Τεχνολογία Σεξουαλική Βία (ΥΤΣΒ), είναι ένα σύγχρονο και ιδιαίτερα σοβαρό φαινόμενο, που παρουσιάζει ραγδαία εξάπλωση. Συνδέεται με ένα επίκαιρο θέμα, την ψηφιοποίηση του σύγχρονου τρόπου ζωής και τη συνεχώς διευρυνόμενη χρήση νέων τεχνολογιών. Η ΥΤΣΒ εδράζεται στην έμφυλη ανισότητα και ενισχύεται από τη διάχυτη χρήση των ψηφιακών μέσων στην καθημερινή ζωή. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της στα άτομα που την έχουν δεχτεί είναι συχνά πολύ σοβαρές, καθιστώντας αναγκαία την έρευνα για αυτό το κοινωνικό φαινόμενο. Η παρούσα μελέτη διερευνά την Υποβοηθούμενη από την Τεχνολογία Έμφυλη / Σεξουαλική Βία στον φοιτητικό πληθυσμό, εστιάζοντας στις μορφές εμφάνισής της και τη συχνότητα του φαινομένου, τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στα θύματα, τα χαρακτηριστικά των δραστών, καθώς και τις διαφορές ως προς το φύλο και τη σχολή φοίτησης. Στην έρευνα συμμετείχαν 281 φοιτητές και φοιτήτριες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, οι οποίοι συμπλήρωσαν τέσσερα ερωτηματολόγια. Χρησιμοποιήθηκαν περιγραφικές στατιστικές αναλύσεις, έλεγχοι χ², t-test και ANOVA για την ανάλυση των δεδομένων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 74% των φοιτητών έχει δεχτεί τουλάχιστον μία μορφή ΥΤΣΒ, με τις γυναίκες να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά βιωμάτων ΥΤΣΒ και σοβαρότερες επιπτώσεις, επικυρώνοντας το συνεχές της έμφυλης βίας. Η σεξουαλική παρενόχληση και η αποστολή ανεπιθύμητων σεξουαλικών μηνυμάτων ήταν οι συχνότερες μορφές. Ως προς τις επιπτώσεις, οι γυναίκες ανέφεραν αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και κοινωνικής απομόνωσης. Η σχολή φοίτησης σχετιζόταν σε μικρότερο βαθμό με τις επιπτώσεις. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για θεσμική αναγνώριση της ΥΤΣΒ και για στοχευμένες, έμφυλα ευαίσθητες παρεμβάσεις πρόληψης και υποστήριξης στον φοιτητικό πληθυσμό.



15:30 - 15:45

Εμπειρίες και απόψεις των ΛΟΑΤΚ+ γονέων σχετικά με τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους

Ιορδάνα Αξιώτη, Λήδα Αναγνωστάκη

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στοχος της μελέτης ήταν η διερεύνηση των εμπειριών και των απόψεων ΛΟΑΤΚ+ γονέων που μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς σχετικά με τη σεξουαλική διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους. Αν και η σεξουαλική ενημέρωση και διαπαιδαγώγηση των παιδιών που μεγαλώνουν σε μη ετεροκανονικές οικογένειες έχει αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης,ελάχιστες σχετικές έρευνες έχουν διεξαχθεί διεθνώς, ενώ δεν υπάρχει σχετική έρευνα στην Ελλάδα. Το δείγμα αποτελείται από 19 γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς. Πραγματοποιήθηκαν ατομικές ημι-δομημένες συνεντευξεις και τα δεδομενα αναλύθηκαν με Θεματική Ανάλυση. Όλοι/ες οι συμμετέχοντες/ουσες υποστήριξαν την σπουδαιότητα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, τόσο στο σπίτι όσο και από το εκπαιδευτικό σύστημα, από πολύ μικρή ηλικία των παιδιών,καθώς υποστηρίζουν ότι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Αν και έχουν κριτική στάση απέναντι στο χειρισμό της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο σχολείο και στην πλειοψηφία τους έχουν αρνητικές εμπειρίες από το σχολικό πλαίσιο, τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν την επιθυμία και προσμονή αυτών των γονέων για περισσότερη και πιο έγκυρη ενημέρωση των σχολικών πλαισίων αναφορικά με την αποδοχή της διαφορετικότητας.



15:45 - 16:00

Η Χρήση της Νευροεπιβεβαιωτικής Θεραπευτικής Τεχνικής στον Κόσμο της «Χαμένης Γενιάς» Αυτιστικών Ενηλίκων

Ιωάννης Βοσκόπουλος

TNA Space

Η εργασία διερευνά τη συμβολή της Νευροεπιβεβαιωτικής (Neuroaffirming) θεραπευτικής προσέγγισης στην ψυχολογική υποστήριξη αυτιστικών ενηλίκων που ανήκουν στη λεγόμενη «χαμένη γενιά» – ατόμων που έλαβαν διάγνωση αυτισμού στην ενήλικη ζωή, συνήθως εξαιτίας μακρόχρονιου masking και ιστορική ασυμβατότητα με τα κυρίαρχα θεραπευτικά και εκπαιδευτικά πλαίσια . Το δείγμα αποτελείται από 23 αυτιστικά άτομα ηλικίας 19–44 ετών, εκ των οποίων η πλειονότητα είναι θυληκότητες. Η μελέτη εφαρμόζει ποιοτική μεθοδολογία βασισμένη σε αφηγήσεις θεραπευομένων από ατομικές και ομαδικές συνεδρίες που εστιάζουν στην αναγνώριση της ταυτότητας, την αποδόμηση του internalized ableism και τη χρήση γλώσσας που τιμά τη νευροδιαφορετικότητα

Τα κύρια ευρήματα δείχνουν ότι η Neuroaffirming προσέγγιση ενισχύει τη συναισθηματική ασφάλεια, μειώνει το αίσθημα αποξένωσης και επιτρέπει την αποδοχή του αυτιστικού εαυτού. Το χρόνιο masking αναγνωρίζεται ως κεντρικό τραύμα, και η θεραπεία εστιάζει στην επανασύνδεση με αυθεντικές ανάγκες και τρόπους ύπαρξης. Η χρήση γλώσσας που ευθυγραμμίζεται με την αυτιστική ταυτότητα οσο και η αναγνώριση της αυτιστικής εμπειρίας ως έγκυρης και πολύτιμης γνώσης ενισχύουν την ψυχολογική ενδυνάμωση και τηναυτοσυνηγορία.

Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη μετάβασης από ελλειμματολογικά μοντέλα σε πλαίσια που τιμούν τη νευροποικιλότητα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ενήλικες που έζησαν επί δεκαετίες χωρίς κατάλληλη υποστήριξη. Η Νευροεπιβεβαιωτική θεραπεία αναδεικνύεται ως πρακτική αποκατάστασης και επανεγγραφής της αυτιστικής ταυτότητας με όρους ενδυνάμωσης και αυθεντικότητας.



16:00 - 16:15

Η Σχέση Της Τάσης Για Κοινωνικά Επιθυμητές Απαντήσεις Με Μετρήσεις Που Εκφράζουν Χαρακτηριστικά Του Γονεϊκού Ρόλου

Σοφία Παπάζογλου1, Kaisa Aunola2, Matilda Sorkkila3, Κωνσταντίνος Μυλωνάς1, Αικατερίνη Γκαρή1

1: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών; 2: Πανεπιστήμιο του Jyväskylä, Φινλανδία; 3: Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, Φινλανδία

Η τάση για κοινωνικά επιθυμητές απαντήσεις ορίζεται ως η τάση των συμμετεχόντων σε μία έρευνα να απαντούν με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζουν μία υπερβολικά θετική εικόνα για τον εαυτό τους, ενώ οι απαντήσεις τους αυτές αναμένεται να επιδοκιμαστούν από σημαντικούς άλλους. Τα υπάρχοντα ερωτηματολόγια αξιολόγησης του ιδιότυπου αυτού τρόπου απόκρισης αφορούν στη θετική αυτοπαρουσίαση των συμμετεχόντων ως προς την κοινωνία γενικά. Στόχος της παρούσας έρευνας είναι η δημιουργία και ο ψυχομετρικός έλεγχος νέων ερωτημάτων μέτρησης του κοινωνικώς επιθυμητού, οι οποίες να ελέγχουν την τάση των ερωτώμενων να προσπαθούν να ευχαριστήσουν συγκεκριμένες ομάδες σημαντικών άλλων. Επιπλέον στόχος είναι τα νέα ερωτήματα να μην γίνονται αντιληπτά από τους συμμετέχοντες ως ερωτήματα ελέγχου, αλλά να μοιάζουν ως προς το περιεχόμενο με ερωτήματα μέτρησης της προσωπικότητας. Στην παρούσα έρευνα γίνεται ψυχομετρικός έλεγχος 14 νέων ερωτημάτων που προέκυψαν από απαντήσεις ενός ελληνικού δείγματος ατόμων σε ανοικτή ερώτηση. Οι ερωτήσεις αυτές χορηγήθηκαν σε δείγμα γονέων στη Φινλανδία, ως μέρος μίας γενικότερης έρευνας στο πρόγραμμα International Investigation of Parental Burnout (IIPB), σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Jyväskylä. Οι ψυχομετρικές ιδιότητες των νέων ερωτημάτων διερευνήθηκαν μέσω ανάλυσης παραγόντων. Προέκυψαν δύο παράγοντες που ονομάστηκαν «κοινωνικές δεξιότητες» και «εγωκεντρικά χαρακτηριστικά». Οι δύο παράγοντες είχαν θεωρητικά αναμενόμενες συσχετίσεις με μετρήσεις αξιολόγησης της γονικής εξουθένωσης και σχετιζόμενων εννοιών. Οι νέες ερωτήσεις αξιολόγησης της τάσης για κοινωνικά επιθυμητές απαντήσεις φαίνονται χρήσιμες σε πρώτη φάση. Ο έλεγχος της τάσης για κοινωνικά επιθυμητές απαντήσεις έχει πρακτικές εφαρμογές στην έρευνα στον τομέα της συμβουλευτικής της οικογένειας, της επαγγελματικής συμβουλευτικής, όπως και σε άλλα πεδία.



16:15 - 16:30

Συνεκπαίδευση ή Απλή Συνύπαρξη ; Συμβουλευτικές Προσεγγίσεις για τη Διαχείρηση Κοινωνικού Αποκλεισμού στο Σχολικό περιβάλλον

Άννα Μαρίνα Στεργίου

mbassadors – Motivating Teachers for Europe, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Η εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ συνεκπαίδευσης και κοινωνικού αποκλεισμού στο σχολικό πλαίσιο, εστιάζοντας στις στάσεις μαθητών και εκπαιδευτικών απέναντι στη διαφορετικότητα, την αναπηρία και τη συμπερίληψη. Μέσω μεικτής μεθοδολογίας, συλλέχθηκαν δεδομένα από 124 μαθητές και 58 εκπαιδευτικούς σε σχολεία της Θεσσαλίας.Τα ευρήματα αναδεικνύουν θετικές στάσεις των μαθητών ως προς την κοινωνική αποδοχή και τις ίσες ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν σημάδια σχολικής απομόνωσης και αμυντικής στάσης απέναντι στο «διαφορετικό». Οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν τη σημασία της συνεκπαίδευσης, αλλά δηλώνουν ανεπάρκεια σε επιμόρφωση, έλλειψη υποστήριξης και συχνά προβάλλουν τον δομικό αποκλεισμό (π.χ. υπερμεγέθη τμήματα, ανεπαρκείς πόροι) ως εμπόδιο εφαρμογής συμπεριληπτικών πρακτικών, ενώ παρουσιάζουν αρνητικότερη στάση από αυτή των μαθητών.Η ανάλυση εντάσσεται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής ψυχολογίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας την ανάγκη ψυχοεκπαιδευτικών παρεμβάσεων, ενδυνάμωσης των εκπαιδευτικών και αναδιαμόρφωσης των σχολικών σχέσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο της συμβουλευτικής ως γέφυρας κατανόησης μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών και θεσμών, καθώς και στην προώθηση της κοινωνικής ενσυναίσθησης και της πρόληψης του αποκλεισμού.

 
15:15έως16:45Συνεδρία 16
Τοποθεσία: ΑΜΦ.5
 
Παρουσιάσεις
15:15 - 15:30

Εφαρμογή της Γνωστικής-Αναλυτικής Ψυχοθεραπείας σε Γυναίκες με Καρκίνο του Μαστού και Μετατραυματική Διαταραχή του Στρες

Αικατερίνη Κουτρούκη1, Στέφανος Βασιλόπουλος2

1: Γενικο Νοσοκομείο Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας"; 2: Πανεπιστήμιο Πατρών

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερο καρκίνο στον γυναικείο πληθυσμό του δυτικού κόσμου, επιβαρύνει σημαντικά το σύστημα υγείας κάθε χώρας και αποτελεί μια απειλητική και στρεσσογόνο κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει μετατραυματική διαταραχή του στρες (ΜΔΤΣ). Στην παρούσα έρευνα εφαρμόζεται η Γνωστική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία (ΓΑΨ) σε γυναίκες που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού και ΜΔΤΣ, και μελετάται η αποτελεσματικότητα της ως επιλογή θεραπείας μετά την διάγνωση και ως το πέρας της χημειοθεραπείας. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 188 γυναίκες με καρκίνο του μαστού και ΜΔΤΣ στην Μονάδα Χημειοθεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών «Ο Άγιος Ανδρέας», οι οποίες χωρίστηκαν στην Ομάδα Α, που παρακολούθησε συνεδρίες ΓΑΨ, και στην Ομάδα Β, που δεν παρακολούθησε συνεδρίες ΓΑΨ. Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν μια σειρά από ερωτηματολόγια: ένα κοινωνικο-δημογραφικό-ιατρικό ερωτηματολόγιο με στοιχεία σχετικά με την οικογενειακή τους κατάσταση, το μορφωτικό τους επίπεδο, το εισόδημά τους, το έτος διάγνωσης του καρκίνου και την ιατρική τους κατάσταση και τα ερωτηματολόγια Κλίμακας Μέτρησης Μετατραυματικού Στρες, Κλίμακας Κατάθλιψης Hamilton, Κλίμακας Αυτοεκτίμησης Rosenberg, Κλίμακας Μέτρησης της Ποιότητας Ζωής, Κλίμακας Μέτρησης Μετατραυματικής Ανάπτυξης και Κλίμακας Θεραπευτικής Σχέσης. Τα ευρήματα της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της ΓΑΨ σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού και ΜΔΤΣ και την σημαντική σχέση των κοινωνικοεκπαιδευτικών παραμέτρων, των χαρακτηριολογικών γνωρισμάτων (όπως η αυτοεκτίμηση, η αρνητική θεώρηση του εξωτερικού κόσμου και η ικανότητα προσαρμογής σε αυτόν) με την πιθανότητα να εκδηλώσει μια γυναίκα με καρκίνο του μαστού ΜΔΤΣ, δυσχεραίνοντας το επίπεδο της υγείας και την λειτουργικότητά της όσο και την δυνατότητά της να συστήσει μια δυνατή θεραπευτική σχέση με τον/την θεραπευτή/θεραπεύτρια.



15:30 - 15:45

Η Σχέση της Μετατραυματικής Ανάπτυξης με την Ελπίδα και την Αισιοδοξία σε Άτομα με Καρκίνο

Μαριλένα Αγγελοπούλου, Αντωνία {Ντόνα} Παπαστυλιανού

Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται η συσχέτιση της μετατραυματικής ανάπτυξης με τους κοινωνικούς περιορισμούς, την ελπίδα και την αισιοδοξία σε άτομα με καρκίνο. Με βάση την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, αναμενόταν ότι τα άτομα με χαμηλούς κοινωνικούς περιορισμούς και υψηλότερα επίπεδα ελπίδας και αισιοδοξίας θα εμφάνιζαν μεγαλύτερη μετατραυματική ανάπτυξη. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 269 ενήλικα άτομα, τα οποία είχαν διαγνωσθεί με καρκίνο. Για την μέτρηση των μεταβλητών χορηγήθηκε η Κλίμακα Κοινωνικών Περιορισμών, η Κλίμακα Μέτρησης του Χαρακτηριστικού της Ελπίδας, η Αναθεωρημένη Κλίμακα Αισιοδοξίας και η Κλίμακα Μέτρησης Μετατραυματικής Ανάπτυξης. Βρέθηκε θετική συνάφεια ανάμεσα στην μετατραυματική ανάπτυξη, την ελπίδα και την αισιοδοξία, ενώ εντοπίστηκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ των κοινωνικών περιορισμών και της μετατραυματικής ανάπτυξης. Επίσης, πραγματοποιήθηκε έλεγχος της κατανομής της μετατραυματικής ωρίμανσης των συμμετεχόντων ως προς τον τύπο καρκίνου. Ακόμη, δεν βρέθηκαν διαφορές στη μετατραυματική ανάπτυξη ως προς το φύλο. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν δύο αναλύσεις διαμεσολάβησης από τις οποίες προέκυψε πως τόσο η ελπίδα, όσο και η αισιοδοξία διαμεσολαβούν στην σχέση μεταξύ κοινωνικών περιορισμών και μετατραυματικής ανάπτυξης. Τα ευρήματα συζητούνται υπό το φως της επιστημονικής βιβλιογραφίας.



15:45 - 16:00

Ενίσχυση της γονικής ανθεκτικότητας και μείωση των συμπτωμάτων της γονικής εξουθένωσης, του στρες και της κατάθλιψης: Μία πιλοτική ψυχοεκπαιδευτική παρέμβαση για μητέρες

Ιωάννα Κολλάρα, Ανδρέας Μπρούζος, Βασιλική Ρομοσιού

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η ενίσχυση της γονικής ανθεκτικότητας είναι ζωτικής σημασίας για την ευζωία των γονέων, των παιδιών και της συνολικής ψυχικής υγείας μιας κοινωνίας. Στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, υλοποιήθηκε ένα διαδικτυακό ψυχοεκπαιδευτικό πρόγραμμα οχτώ συναντήσεων, το οποίο στόχευε στην ενίσχυση της γονικής ανθεκτικότητας και στη μείωση της γονικής συμπτωματολογίας άγχους, της γονικής εξουθένωσης και της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, σε δείγμα 24 μητέρων με παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τρεις χρονικές στιγμές: πριν την έναρξη της παρέμβασης, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της, καθώς και δύο μήνες αργότερα. Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος αξιολογήθηκε μέσω της χορήγησης τεσσάρων ερωτηματολογίων αυτοαναφοράς: του Connor & Davidson Resilience Scale (CD-RISC-25) για τη μέτρηση της γονικής ανθεκτικότητας, του Parental Stress Index – Short Form (PSI-SF) για την αξιολόγηση του γονικού άγχους, του Parental Burnout Assessment (PBA) για τη διερεύνηση της γονικής εξουθένωσης και του Beck Depression Inventory (BDI) για την καταγραφή της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Η σύγκριση μεταξύ των τριών χρονικών περιόδων – πριν, μετά την υλοποίηση του προγράμματος και δύο μήνες μετά τη λήξη του – κατέδειξε σημαντικά μεγέθη επίδρασης και ανέδειξε τη βραχυπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της παρέμβασης, αναφορικά με την ενίσχυση της γονικής ανθεκτικότητας και τη μείωση των επιπέδων γονικού άγχους, γονικής εξουθένωσης και καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Παρά τον περιορισμένο αριθμό συμμετεχουσών, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης προσφέρουν ενθαρρυντικά στοιχεία, τα οποία πρόκειται να συζητηθούν στο πλαίσιο της συμβουλευτικής υποστήριξης για την ψυχική υγεία των γονέων.



16:00 - 16:15

«Εμείς και Εμείς μαζί»: Πολυοικογενειακή Ψυχοεκπαιδευτική Παρέμβαση σε Οικογένειες Παιδιών με Ογκολογική Νόσο

Κωνσταντίνος Κάτρης, Βασιλική Δασούλα

Αεί Φέρειν

Το πολυοικογενειακό μοντέλο (Multifamily Therapy) βασίζεται στην αρχή ότι η παρουσία και η διάδραση μεταξύ πολλών οικογενειών που βιώνουν κοινές δυσκολίες μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα ενισχυτικό και ενδυναμωτικό πλαίσιο. Οι πολυοικογενειακές παρεμβάσεις έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε ποικίλα πλαίσια ψυχικής και σωματικής υγείας, καθώς ενισχύουν την αλληλοϋποστήριξη, την κατανόηση, τη συλλογική μάθηση και τη δημιουργία κοινοτήτων ανθεκτικότητας. Η παρούσα ομιλία παρουσιάζει μια ψυχοεκπαιδευτική και βιωματική παρέμβαση βασισμένη στο πολυοικογενειακό μοντέλο, η οποία υλοποιήθηκε από το Κέντρο «Αεί Φέρειν» στον Ξενώνα ΕΛΠΙΔΑ (Σύλλογος Φίλων Παιδιών με Καρκίνο) την περίοδο 2023–2024. Η παρέμβαση σχεδιάστηκε για παιδιά και τους φροντιστές τους και στόχευε στην ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, της ενδοοικογενειακής σύνδεσης και της συναισθηματικής έκφρασης, σε ένα ασφαλές και δημιουργικό περιβάλλον. Περιλάμβανε 34 εβδομαδιαίες συναντήσεις διάρκειας 90 λεπτών, με τη συμμετοχή 2–6 οικογενειών ανά κύκλο. Η παρέμβαση είχε έντονα ενδυναμωτικό χαρακτήρα: τα μέλη των οικογενειών συνδέθηκαν, ανακούφισαν το βίωμά τους μέσα από το μοίρασμα, και απέκτησαν το αίσθημα του «ανήκειν» σε μια κοινότητα αποδοχής. Στο πέρας της παρέμβασης, διαμορφώθηκε πρόταση για μελλοντική έρευνα με χρήση σταθμισμένων εργαλείων, ώστε να τεκμηριωθούν επιστημονικά τα οφέλη του προγράμματος. Η παρούσα εισήγηση επιδιώκει να αναδείξει τον ρόλο των πολυοικογενειακών ομάδων ως μορφή παρέμβασης με σημαντική αξία για την υποστήριξη οικογενειών που βιώνουν την ασθένεια και την αβεβαιότητα.

 
16:45έως17:15Διάλειμμα Καφέ
17:15έως18:45Συμπόσιο 22
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.1
 
Παρουσιάσεις

Στον Πραγματικό και Ψηφιακό Χώρο του Άλλου: Σταυροδρόμια Ευθύνης και Δεοντολογίας στη Θεραπευτική Πράξη

Προεδρείο/α: Ελένη Δαούτου (Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης)

Συζητητές/τριες: Ελένη Δαούτου (Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης)

Η ευθύνη και η δεοντολογία στη θεραπευτική πράξη δεν αποτελούν αμετάβλητες σταθερές· αντιθέτως, αναπλαισιώνονται και επαναπροσδιορίζονται διαρκώς, ανάλογα με το χωρικό, χρονικό και διαπροσωπικό πλαίσιο της κάθε συνάντησης. Στον πραγματικό και στον ψηφιακό χώρο του Άλλου, τα θεραπευτικά όρια καθίστανται συχνά ρευστά, προκαλώντας την ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση εκ μέρους του επαγγελματία. Σε αυτό το πλαίσιο, η δεοντολογία δεν περιορίζεται στην εφαρμογή τυπικών κανόνων, αλλά αναδεικνύεται ως δυναμική ηθική στάση που απαιτεί ενσυναίσθηση, ευελιξία, αυτογνωσία και υπαρξιακή εγρήγορση. Η θεραπευτική σχέση θεμελιώνεται στην εμπιστοσύνη, τη φροντίδα και το βίωμα της ασφάλειας, ενώ προϋποθέτει διαφάνεια, γνησιότητα και σταθερότητα από την πλευρά του θεραπευτή. Παρότι οι θεσμικοί κανόνες -όπως ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) και ο Κώδικας Δεοντολογίας του ΣΕΨ- λειτουργούν ως βασικά εργαλεία οριοθέτησης και διασφάλισης της εχεμύθειας, δεν επαρκούν από μόνοι τους για τη διατήρηση μιας ασφαλούς και βιωματικά επαρκούς θεραπευτικής συνθήκης. Καθοριστική είναι η ηθική και υπαρξιακή παρουσία του συμβούλου, η οποία ενισχύει την αίσθηση ότι ο θεραπευόμενος δεν είναι μόνος στη διαδικασία και ότι η σχέση αποτελεί έναν ασφαλή, μετασχηματιστικό χώρο. Η μετάβαση στο ψηφιακό πεδίο εγείρει νέες δεοντολογικές προκλήσεις, όπως η ασφάλεια των δεδομένων, η αδιαφάνεια των τεχνολογικών μέσων, η αποστασιοποίηση, καθώς και οι κίνδυνοι αποπροσωποποίησης της θεραπευτικής επαφής. Ειδική μνεία αξίζει στην ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στη συμβουλευτική και ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Παρά τα λειτουργικά οφέλη της -όπως η αύξηση της διαγνωστικής ακρίβειας, η ταχύτερη αξιολόγηση και η ανάλυση μη λεκτικών δεικτών- η απουσία επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου, η μειωμένη εμπιστοσύνη των χρηστών και η απουσία ενημερωμένης συναίνεσης επιβάλλουν μια ηθικά στοχαστική, πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η υπεύθυνη και κριτική ενσωμάτωσή της απαιτεί αναθεώρηση των υπαρχουσών αρχών και διατύπωση νέων δεοντολογικών εργαλείων που θα ενισχύουν τη διαφάνεια, την αυτονομία του θεραπευόμενου και τη διατήρηση της ανθρώπινης σύνδεσης στον πυρήνα της θεραπείας.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Ψηφιακές Συναντήσεις, Ανθρώπινοι Πόνοι: Σκέψεις για την Ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Θεραπευτική Σχέση

Ιωάννης Βαγγέλογλου
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης

Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), ως τεχνολογική καινοτομία αιχμής, επιφέρει βαθιές μεταβολές στον τομέα της Ψυχικής Υγείας, με αυξανόμενη αναγνώριση της χρήσης της ως εργαλείο ενίσχυσης της διάγνωσης και της συμβουλευτικής διαδικασίας. Η αξιοποίησή της σε θεραπευτικά πλαίσια έχει συσχετιστεί με αύξηση της διαγνωστικής ακρίβειας και της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας, μέσω της ανάλυσης πολυτροπικών δεδομένων που συχνά διαφεύγουν της παρατήρησης σε παραδοσιακές συνεδρίες. Συγκεκριμένα, συστήματα ΤΝ είναι ικανά να ανιχνεύσουν και να επεξεργαστούν παραμέτρους όπως η τονικότητα της φωνής, οι εκφράσεις του προσώπου, η κατεύθυνση του βλέμματος και η στάση του σώματος, στοιχεία που παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη συναισθηματική κατάσταση και τις γνωστικές διεργασίες του συμβουλευόμενου. Αυτό επιτρέπει την πιο σύνθετη αποτύπωση των διαπροσωπικών δυναμικών εντός της θεραπευτικής σχέσης, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της ενσυναίσθησης και στην εδραίωση ισχυρότερης θεραπευτικής συμμαχίας. Παράλληλα, η αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών μπορεί να οδηγήσει σε εξοικονόμηση χρόνου και ανθρώπινων πόρων, επιτρέποντας στο Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας να εστιάσει περισσότερο σε κρίσιμες πτυχές της παρέμβασης. Ωστόσο, η ενσωμάτωση της ΤΝ εγείρει σημαντικά δεοντολογικά ζητήματα. Ερευνητικά δεδομένα καταγράφουν ανησυχίες τόσο από συμβούλους όσο και από συμβουλευόμενους σχετικά με τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων, την έλλειψη διαφάνειας ως προς τη λειτουργία των αλγορίθμων και την ανάγκη για σαφή και ενημερωμένη συναίνεση. Σε μελέτη, μόνο το 14,10% των συμμετεχόντων δήλωσε εμπιστοσύνη στη χρήση ΤΝ για τη διαχείριση των δεδομένων του. Προβληματισμοί εντοπίζονται και στην απουσία καθολικά αποδεκτών ρυθμιστικών πλαισίων. Ζητήματα όπως η πιθανότητα κακής χρήσης, η εξάρτηση από την τεχνολογία, οι συνέπειες για τη θεραπευτική σχέση, η διατήρηση της ανθρώπινης διάστασης στον πόνο του συμβουλευόμενου αλλά και στη συμβουλευτική διαδικασία παραμένουν ενεργά πεδία ηθικής διερεύνησης. Η παρούσα ενότητα διερευνά τη δυνατότητα ενσωμάτωσης της ΤΝ με ασφάλεια και δεοντολογική ευθύνη στη θεραπευτική πρακτική καθώς και τη δυνητική άρση ή μετριασμό των κινδύνων μέσω κατάλληλων ρυθμιστικών μηχανισμών.

 

Από την Τεχνική Ακρίβεια στην Υπαρξιακή Ασάφεια: Ρόλοι, Όρια και Δεοντολογικές Τριβές στην Ενσώματη και Ψηφιακή Θεραπευτική Σχέση

Χρήστος Τσότρας
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης

Η ψυχοθεραπευτική σχέση κινείται διαρκώς ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντιθετικές δυνάμεις: την τεχνική ακρίβεια, που βασίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση, τον εμπειρισμό και την ηθικοδεοντολογική ευθύνη και την υπαρξιακή ασάφεια, που αγκαλιάζει τη μοναδικότητα κάθε θεραπευόμενου, την αβεβαιότητα της ανθρώπινης συνάντησης και την ιδιαιτερότητα κάθε συνεδρίας. Στην παρούσα εργασία επιχειρείται μια εστιασμένη ματιά σε αυτό το φάσμα, με αφετηρία τη συνθετική συμβουλευτική, η οποία ως προσέγγιση προσφέρει την αναγκαία ευελιξία για να προσεγγιστούν τα σύνθετα και συχνά αντιφατικά αιτήματα της εποχής. Θα εξεταστούν οι ρόλοι και τα όρια του θεραπευτή, καθώς και οι ηθικές και δεοντολογικές προκλήσεις που προκύπτουν μέσα στο δυναμικό και διαπραγματεύσιμο πλαίσιο της θεραπευτικής πράξης. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στον τρόπο που η τεχνολογική μεσολάβηση, η οθόνη, το διαδίκτυο, η ψηφιακή απόσταση μεταμορφώνει τη φύση της θεραπευτικής σχέσης. Τι σημαίνει ενσυναίσθηση όταν δεν μοιραζόμαστε φυσικό χώρο; Πώς επανανοηματοδοτείται η ασφάλεια όταν η οικειότητα βασίζεται σε pixels και ήχο που διακόπτεται; Τι σημαίνει πλαίσιο όταν τα όρια μεταξύ προσωπικού και επαγγελματικού, ιδιωτικού και δημόσιου γίνονται ολοένα πιο διάχυτα; Μέσα από βιωματικά παραδείγματα και σύγχρονη βιβλιογραφική ανασκόπηση, αναδύονται τα διλήμματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος θεραπευτής, όπως οι ρευστές έννοιες της ταύτισης, της εγγύτητας, της αυθεντικότητας και η συνεχής επαναδιαπραγμάτευση ορίων και παρουσίας. Το ερώτημα του τι σημαίνει να είμαι εδώ όταν το εδώ είναι ένα ψηφιακό περιβάλλον. Η συνθετική προσέγγιση, με την περίπλοκη και πολυμορφική φύση, προσφέρει έναν τρόπο να κρατήσουμε δομή χωρίς να αποκλείσουμε ασάφεια, δηλαδή να είμαστε ακριβείς χωρίς να γίνουμε ψυχροί και να τιμήσουμε κανόνες χωρίς να χάσουμε ανθρωπιά. Στόχος της εργασίας είναι να φωτίσει όχι μόνο τι πρέπει να γίνεται στη θεραπευτική πράξη, αλλά και το πώς βιώνεται ως ζωντανή, εύθραυστη και πολύτιμη συνάντηση. Γιατί η θεραπεία, ψηφιακή ή μη, δεν είναι μόνο τεχνική, είναι πρωτίστως σχέση.

 

Η Ηθική ως Χώρος Προστασίας του Άλλου: Ανάμεσα στον Κανόνα και την Ενσυναίσθηση στη Συμβουλευτική Πράξη

Ευστράτιος Πουτζούλογλου
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης

Η ηθική στη συμβουλευτική πράξη δεν περιορίζεται σε έναν άκαμπτο κώδικα περίπλοκων κανόνων. Αποτελεί έναν δυναμικό χώρο που διαμορφώνεται από αρχές, αξίες και στάσεις, καθορίζοντας τη σχέση του/της συμβούλου τόσο με τον εαυτό του/της όσο και με τον/την συμβουλευόμενο/η. Ο σεβασμός, η εχεμύθεια, η εμπιστευτικότητα και η προστασία του απορρήτου συνιστούν βασικές ηθικές προϋποθέσεις στο συμβουλευτικό δωμάτιο. Η διασφάλιση της ανωνυμίας, η ύπαρξη ενυπόγραφης συγκατάθεσης, η αποτροπή διπλών σχέσεων και η σαφής οριοθέτηση του ρόλου του/της συμβούλου αποτελούν κρίσιμους άξονες του κώδικα δεοντολογίας. Ταυτόχρονα, η ηθική διάσταση της συμβουλευτικής δεν εξαντλείται μόνο στη συμμόρφωση με κανόνες. Η ενσυναίσθηση, ως ικανότητα βαθιάς κατανόησης του βιώματος του άλλου, εμπλουτίζει τη συμβουλευτική σχέση με ποιότητα, αυθεντικότητα και ασφάλεια. Ο/η σύμβουλος, μέσα από τη σύνδεση, προσφέρει έναν προστατευμένο χώρο αποδοχής, όπου το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει τις ανάγκες του και να ενεργοποιήσει το δυναμικό του. Η επαγγελματική ευθύνη του/της συμβούλου περιλαμβάνει επίσης την ικανότητα αναγνώρισης των ορίων της ειδικότητας και της προσωπικής επάρκειας, καθώς και την κατάλληλη παραπομπή όταν αυτή απαιτείται. Ηθική είναι και η φροντίδα απέναντι σε πιθανή απειλή εαυτού ή τρίτων, ακόμα και όταν ο/η σύμβουλος έρθει αντιμέτωπος/η με τη δύσκολη απόφαση άρσης του απορρήτου. Η εσωτερική στάση του/της συμβούλου, η συνεχής εποπτεία, η προσωπική εργασία, η κατάρτιση και η συνεχιζόμενη εκπαίδευση, η ενσυνείδητη παρουσία στη συνεδρία και η συναισθηματική επαφή με τον Άλλο είναι στοιχεία που συνθέτουν τον ηθικό χώρο. Η ηθική γίνεται έτσι η βαθύτερη δέσμευση στη διασφάλιση ενός πλαισίου όπου ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει, να εξελιχθεί και να θεραπευτεί. Στο σημείο αυτό η ηθική συναντά όχι μόνο την επαγγελματική υπευθυνότητα, αλλά και τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης σχέσης και συνύπαρξης στο Συμβουλευτικό Δωμάτιο. Συνεπώς, η ηθική, δεν είναι απλώς ένα εργαλείο της συμβουλευτικής – είναι η ψυχή της. Εκεί όπου ο κανόνας συναντά την ενσυναίσθηση, γεννιέται ο αυθεντικός διάλογος.

 

Ανάμεσα στην Εγγύτητα και την Έκθεση: Η Προστασία του Απορρήτου ως Ηθικό και Ψυχικό Σύνορο στη Συνάντηση με τον Άλλο, Δια ζώσης και Διαδικτυακά

Βασίλειος Λιάτης
Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Συνθετικής Προσέγγισης

Η προστασία του απορρήτου αποτελεί κεντρικό πυλώνα της θεραπευτικής σχέσης. Δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση, αλλά μια έμπρακτη στάση φροντίδας, που αντανακλά σεβασμό στον ψυχικό χώρο του θεραπευόμενου. Στο φυσικό πλαίσιο μιας δια ζώσης συνεδρίας, αυτό μεταφράζεται σε συγκεκριμένες πρακτικές: αρχεία που φυλάσσονται με ασφάλεια, εξασφαλισμένος χώρος χωρίς παρεμβολές, ενημέρωση του θεραπευόμενου για τη συλλογή και χρήση των δεδομένων του και σαφείς όροι για την τυχόν εμπλοκή τρίτων (π.χ παρατηρητών). Στο ψηφιακό περιβάλλον, όμως, οι συνθήκες διαφοροποιούνται. Η επιλογή της πλατφόρμας (ασφαλής, κρυπτογραφημένη), η προστασία των ψηφιακών αρχείων, η ενημέρωση για κινδύνους (όπως η δυνατότητα παρακολούθησης ή ηχογράφησης), και η ρητή απαγόρευση καταγραφών χωρίς συναίνεση, γίνονται απαραίτητες προϋποθέσεις. Ταυτόχρονα, η διαδικτυακή συνθήκη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στον καθορισμό ορίων: η «εγγύτητα» που δημιουργεί η οθόνη μπορεί να είναι απατηλή και να θολώνει ρόλους ή όρια. Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη θέτει το πλαίσιο προστασίας προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων υγείας. Παράλληλα, οι Κώδικες Δεοντολογίας των ελληνικών φορέων ψυχοθεραπείας/συμβουλευτικής (ΣΕΨ, ΕΕΨΕ , ΕΕΣ) επισημαίνουν όλες την ανάγκη για αυστηρό σεβασμό στο απόρρητο, την αποφυγή διπλών σχέσεων, τη διαφάνεια ως προς τις μεθόδους, και τη συνεχή εποπτεία του επαγγελματία. Η ενότητα αυτή εξετάζει τις πρακτικές, ηθικές και τεχνολογικές πτυχές της προστασίας του απορρήτου, αναγνωρίζοντας ότι σε κάθε μορφή θεραπευτικής συνάντησης -είτε στο ίδιο δωμάτιο είτε πίσω από μια κάμερα- η ευθύνη του θεραπευτή είναι να κρατά τον χώρο ασφαλή, ξεκάθαρο και σταθερό. Όχι μόνο για να προστατεύσει τον Άλλο, αλλά και για να τιμήσει την ίδια τη σχέση που διαμορφώνεται μέσα από την εμπιστοσύνη. Συνεπώς, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η δέσμευση του συμβούλου στο απόρρητο των πληροφοριών είναι μια συνεχής ηθική επιλογή, θεμελιώδης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη θεραπευτική/συμβουλευτική σχέση.

 
17:15έως18:45Συμπόσιο 23
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1.2
 
Παρουσιάσεις

Ρευστές Ταυτότητες και Σταθεροί Άλλοι : Οικογένεια, Αναγνώριση και Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Εργασία με Τρανς και Νοn-Binary Άτομα

Προεδρείο/α: Βασίλης Κομνηνός (Ι.Σ.Ο.Ψ.)

Συζητητές/τριες: Βασίλης Κομνηνός (Ι.Σ.Ο.Ψ.)

Η εργασία αυτή προσεγγίζει τις πολυδιάστατες θεραπευτικές προκλήσεις που αναδύονται κατά τη συνάντηση με τρανς και non-binary άτομα, μέσα από το πρίσμα της σχεσιακής ψυχαναλυτικής θεωρίας και πράξης. Κεντρική θέση κατέχει η έννοια της συν-κατασκευής της ταυτότητας, η οποία αναδύεται στο διαπροσωπικό πεδίο της θεραπείας και διαμορφώνεται μέσα από τις εντάσεις, τις μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές κινήσεις, και τη συναισθηματική συν-ρύθμιση. Η ρευστότητα και η αμφισημία των τρανς και non-binary ταυτοτήτων έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τις εσωτερικές αναπαραστάσεις του Άλλου, δημιουργώντας σχεσιακές εντάσεις και αβεβαιότητα τόσο στο οικογενειακό όσο και στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η αδυναμία της οικογένειας να πενθήσει την απώλεια της φαντασιωτικής ταυτότητας του παιδιού δυσχεραίνει την αναγνώριση και συχνά οδηγεί σε αποκλεισμό, σιωπή ή τραυματική ρήξη. Σε αυτό το συγκείμενο, η ανάδυση της υποκειμενικότητας του τρανς ή non-binary προσώπου συνδέεται με την ανάγκη για έναν μεταβατικό χώρο που θα επιτρέψει τη συμβολική επεξεργασία και τη συγκρότηση νέας νοηματοδότησης. Η αποκάλυψη της ταυτότητας (coming out) και το βλέμμα του Άλλου λειτουργούν ως δυναμικοί καθρέφτες, οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν ή να κατακερματίσουν τη συνοχή του υποκειμένου. Η αμοιβαία αναγνώριση της υποκειμενικότητας και η διαχείριση του κινδύνου σύμπραξης ή της έντονης αντιμεταβιβαστικής αντίδρασης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη δημιουργία ενός θεραπευτικού πεδίου που δεν θα αναπαράγει τις κοινωνικές αποκλειστικές δυναμικές, αλλά θα προάγει την ψυχική μετακίνηση, την αποδοχή και την ενσωμάτωση της ρευστής ταυτότητας.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Αποκάλυψη και το Βλέμμα: Coming-Out, Μητρική Αναγνώριση και το Τραύμα του Αποκλεισμού

Ηλέκτρα Βρυώνη
Ι.Σ.Ο.Ψ.

Η εισήγηση αυτή βασίζεται σε μία κλινική βινιέτα και εξετάζει τη διαδικασία αποκάλυψης της σεξουαλικής ταυτότητας (coming out) μιας νεαρής κοπέλας και την ψυχική διεργασία γύρω από το βλέμμα της μητέρας, βλέμμα που άλλοτε ζητείται ως επιβεβαίωση και άλλοτε αποφεύγεται ως απορριπτικό. Η αποκάλυψη δεν νοείται ως μια στιγμιαία πράξη αλλά αφορά μια εύθραυστη και κυκλική διαδικασία, μια διαρκή προσπάθεια για σχέση. Το πρόσωπο του θεραπευτή εμπλέκεται σχετικά και συχνά καλείται να υποστηρίξει αλλά και ταυτόχρονα να αντέξει τις μεταβιβάσεις μιας μητέρας που αδυνατεί να αναγνωρίσει τη σεξουαλικότητα της κόρης. Η θεραπευτική σχέση διαμορφώνεται μέσα από ταλαντεύσεις μεταξύ οικειότητας και απόσυρσης, με τον θεραπευόμενο να εκθέτει και να ανακαλεί διαρκώς το αφήγημά του, δοκιμάζοντας το ενδεχόμενο μιας άλλης ματιάς. Η διαδικασία του coming out στους γονείς και στην κοινωνία εγγράφεται στο σώμα ως επιθυμία να υπάρξει κανείς με αλήθεια και ασφάλεια. Η απουσία αναγνώρισης διαμορφώνει έναν βαθύ διχασμό που διαπερνά τον ψυχισμό. Στη σχεσιακή ψυχανάλυση, η ταυτότητα συγκροτείται εντός της σχέσης, και η μη αναγνώριση βιώνεται ως επιβίωση μέσα σε κενό καθρέφτη. Η θεραπευτική παρουσία φιλοδοξεί να προσφέρει έναν «αρκετά καλό καθρέφτη» που δεν απορρίπτει αλλά βλέπει, συν-κινείται, διαρκεί. Η ετεροφυλόφιλη, έγγαμη θεραπεύτρια καλείται να αναγνωρίσει τα τυφλά της σημεία, τις προκαταλήψεις της, αλλά και να αντέξει τον πόνο του Άλλου χωρίς να τον εξουδετερώνει με βεβαιότητες. Η θέση της είναι ενσώματη και πολιτική· οφείλει να γνωρίζει πότε ο τρόπος ύπαρξής της γίνεται ασυνείδητο μήνυμα προς το θεραπευόμενο και να διαμορφώνει έναν ασφαλή, ανοιχτό χώρο για το διαφορετικό.

 

Θεραπευτικές Προκλήσεις στην Συν-Κατασκευή Ταυτότητας με Non-Binary Άτομα: Μια Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Προσέγγιση

Βασίλης Κομνηνός
Ι.Σ.Ο.Ψ.

Η παρούσα εργασία εξετάζει τις θεραπευτικές προκλήσεις στη συνάντηση με non-binary άτομα, μέσα από το πρίσμα της σχεσιακής ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Όπως θα δούμε μέσα από την παρουσίαση ενός κλινικού περιστατικού, κεντρικό άξονα αποτελεί η συν-κατασκευή της ταυτότητας εντός της θεραπευτικής σχέσης, ως δυναμική διεργασία που βασίζεται στην αλληλεπίδραση και αμοιβαία αναδιαμόρφωση υποκειμενικοτήτων. Η non-binary εμπειρία ενσαρκώνει τη ρευστότητα και την αμφισημία, στοιχεία που συχνά προκαλούν σχεσιακές εντάσεις, καθώς αμφισβητούν τις σταθερές εσωτερικές αναπαραστάσεις του Άλλου — και του θεραπευτή — για το φύλο, τη συνοχή και την ταυτότητα. Η μη κανονιστική ταυτοτική θέση του non-binary ατόμου μπορεί να βιωθεί ως πρόκληση για την ψυχική συνοχή και του ίδιου του θεραπευτή, κινητοποιώντας άγχη, ανάγκη για σταθεροποίηση ή υποσυνείδητη επιθυμία για «αποκατάσταση» μέσω της ερμηνείας. Παράλληλα, τα άτομα αυτά εισέρχονται στη θεραπεία φέροντας πολιτισμικές αφηγήσεις, κοινωνικές προσδοκίες και διαγενεαλογικά στερεότυπα που έχουν εντυπωθεί στον ψυχισμό τους και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται, προσδιορίζουν και διαπραγματεύονται την ταυτότητά τους. Οι πολιτισμικές νόρμες περί φύλου, κανονικότητας και κοινωνικής αποδοχής εγγράφονται διαχρονικά στο σώμα και στη φαντασίωση, συγκροτώντας ένα υπόβαθρο εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων, που ενεργοποιούνται εντός της θεραπευτικής σχέσης. Η απώλεια συνοχής και η απώλεια κοινής νοηματοδοτούμενης αντίληψης στο εσωτερικό του θεραπευτικού δεσμού μπορεί να καταστούν γόνιμο πεδίο διερεύνησης, εφόσον υποστηριχθούν από έναν μεταβατικό χώρο που επιτρέπει την αναδυόμενη ψυχική διαμόρφωση χωρίς αναγκαστική κατηγοριοποίηση. Η αμοιβαία αναγνώριση της υποκειμενικότητας είναι αναγκαία αλλά εύθραυστη, ιδιαίτερα μπροστά στον κίνδυνο σύμπραξης ή/και έντονης αντιμεταβιβαστικής αντίδρασης, όπου ο θεραπευτής μπορεί είτε να συμπορευτεί άκριτα είτε να αμυνθεί απέναντι στη ρευστότητα του Άλλου, περιορίζοντας τη δυνατότητα ψυχικής μετακίνησης. Η σχεσιακή ψυχανάλυση προσφέρει εργαλεία για τη διατήρηση ενός εσωτερικού χώρου σκέψης και διαλόγου, όπου η μη-κανονικότητα δεν αποτελεί απειλή, αλλά πρόσκληση για συνάντηση με το Άλλο χωρίς ερμηνευτική απολυτότητα.

 

Η Άλλη ως Καθρέφτης και Όριο: Φυλομετάβαση και η Σύνθετη Γυναικεία Υποκειμενικότητα

Μαρία Φούντα
Ι.Σ.Ο.Ψ.

Η Μαρίνα, μια τρανς γυναίκα, ξεκίνησε το ταξίδι της φυλομετάβασης στα 36 της έτη, μια διαδρομή γεμάτη ασυνέχειες, εκρήξεις, μετακινήσεις και ρωγμές. Στην προσπάθειά της να υπάρξει ψυχικά και σωματικά ως «γυναίκα», συμπορευτήκαμε σε ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού, με μοναδικό οδηγό έναν ψυχικό χάρτη μέσα στον οποίο η θηλυκότητα βρισκόταν διαρκώς υπό αμφισβήτηση, από τους άλλους, από τον εαυτό της, από το σώμα της. Ο εαυτός δεν είναι ενιαίος αλλά πολλαπλός, και αυτό που μεταβάλλεται είναι η ικανότητά μας να «στεκόμαστε στους ενδιάμεσους χώρους». Η θεραπεία μας έπρεπε να γίνει ακριβώς αυτός ο χώρος: ένα μεταβατικό πεδίο, όπου η επιθυμία, το τραύμα και η θηλυκότητα μπορούσαν να υπάρξουν όχι ως σταθερές, αλλά ως διαρκείς πράξεις αναγνώρισης. Η αρχική της ανάγκη για ερμηνείες και ταμπέλες υποχώρησε μπροστά σε μια βαθύτερη επιθυμία, την ανάγκη για εμπερίεξη. Την ανάγκη για τη δημιουργία ενός «διευκολυντικού περιβάλλοντος», αρκετά ασφαλούς ώστε να μπορέσει να φανεί, να ακουστεί και να αντέξει τον εαυτό της. Κάθε κρίση, κάθε αμφισβήτηση, κάθε υποτροπή, αναδείκνυε αντίρροπες μεταβιβάσεις, στις οποίες εγώ εμφανιζόμουν ως «γυναίκα-ιδεώδες» ή ως «γυναίκα-απειλή». Η ανάγκη για αμοιβαία αναγνώριση, και η θεώρηση του φύλου ως μιας «μαλακής, συναρμολογούμενης κατασκευής», με βοήθησαν – σε στιγμές έντονης απόσυρσης αλλά και βαθιάς σύνδεσης – να συναντήσω τον εαυτό μου όχι μόνο ως επαγγελματία, αλλά ως συν-δημιουργό ενός θεραπευτικού πεδίου, όπου η ταυτότητα συγκροτείται μέσω της σχέσης. Ωστόσο, η εμπλοκή μου δεν ήταν απαλλαγμένη από αντιστάσεις. Ο θεραπευτής ενδέχεται να επενδύει ασυνείδητα στην «μη-γνώση» της τρανς εμπειρίας, κρατώντας τον άλλον αμφίσημο, στο όνομα της ουδετερότητας ή της θεωρητικής συγκράτησης. Η επίγνωση αυτής της παγίδας υπήρξε καθοριστική καθώς με έφερε αντιμέτωπη με τις δικές μου φαντασιώσεις, προσδοκίες και αμυντικές συνθέσεις γύρω από το φύλο, το σώμα και τη θηλυκότητα.

 

Αφόρητη Μεταμόρφωση: Τρανς Ταυτότητες και η Αδυναμία της Οικογένειας να Πενθήσει

Ειρήνη Ηλικίδου
Ι.Σ.Ο.Ψ.

Εστιάζοντας στην ένταση που αναδύεται ανάμεσα στη συγκρότηση μιας τρανς ταυτότητας και στην αδυναμία της οικογένειας να πενθήσει το φαντασιωσικό παιδί που “χάνει”, η παρούσα εισήγηση διερευνά πώς αυτή η ανεκπλήρωτη διεργασία πένθους μετασχηματίζεται σε ψυχικό φορτίο και για τα δύο μέρη. Η τρανς ταυτότητα βιώνεται συχνά ως προδοσία μιας προσδοκώμενης συνέχειας, καθιστώντας το πένθος ανομολόγητο και τον δεσμό εύθραυστο. Με άξονα τη σχεσιακή ψυχανάλυση η εισήγηση αυτή επιχειρεί μία θεωρητική διερεύνηση του δεσμού που καλείται να μεταμορφωθεί για να “χωρέσει” στο οικογενειακό ασυνείδητο. Παράλληλα, συνομιλώντας με την queer θεωρία, εξετάζονται έννοιες όπως η ρευστότητα του φύλου και το κατά πόσο τα ψυχαναλυτικά σχήματα μπορούν να υποστηρίξουν την τρανς εμπειρία χωρίς απαραίτητα να την αφομοιώνουν ιδεολογικά. Επιπλέον, εξετάζεται πως το κοινωνικό ασυνείδητο και η εσωτερικευμένη ετεροκανονικότητα καθιστά δύσκολο ή αδύνατο το πένθος καθώς το παιδί που “χάνεται” δεν ήταν σωστό να “χαθεί”. Η θεωρητική αυτή σύνθεση φωτίζει τη δυσκολία της οικογένειας να αφήσει χώρο σε κάτι νέο να υπάρξει χωρίς να το καταστρέφει. Από την άλλη το τρανς άτομο καλείται αφενός να δομήσει τη νέα του ταυτότητα και αφετέρου να αντέξει την απόσυρση και την ψυχική ακαμψία του περιβάλλοντός του. Συμπερασματικά, η τρανς εμπειρία καταδεικνύει τις αδυναμίες της σχέσης να μεταμορφωθεί. Εάν καταστεί δυνατό, εάν δηλαδή υπάρξει χώρος για απώλεια από την πλευρά της οικογένειας, τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένας δεσμός που βασίζεται στην πραγματική συνάντηση. Η Σχεσιακή Ψυχανάλυση καλείται να σταθεί σε αυτή τη μετάβαση χωρίς να παθολογικοποιεί αλλά να φιλοξενεί την πολυπλοκότητά της. Το θεραπευτικό δωμάτιο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος μετάβασης και ο θεραπευτής να γίνει μάρτυρας αυτής της απώλειας και μέσο αναγνώρισης του Άλλου ως διαφορετικού αλλά συνδεδεμένου.

 
17:15έως18:45Συμπόσιο 24
Τοποθεσία: ΑΜΦ.1
 
Παρουσιάσεις

Επαγγελματική Ανάπτυξη Εφήβων και Νέων: Διαστάσεις και Προκλήσεις για την Επαγγελματική Συμβουλευτική

Προεδρείο/α: Καλλιόπη Κουνενού (ΑΣΠΑΙΤΕ); Ντίνα Κουρμούση (ΑΣΠΑΙΤΕ)

Συζητητές/τριες: Γεωργία Γκαντώνα (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)

Η μετάβαση από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή αποτελεί μια κρίσιμη αναπτυξιακή φάση, κατά την οποία οι νέοι καλούνται να λάβουν σημαντικές αποφάσεις για την επαγγελματική τους πορεία και ταυτότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της επαγγελματικής προσαρμοστικότητας (career adaptability) αναδεικνύεται ως θεμελιώδης ψυχοκοινωνικός πόρος, που διευκολύνει την αντιμετώπιση προκλήσεων, αβεβαιότητας και μεταβατικών σταδίων. Παράλληλα, η διαμόρφωση της επαγγελματικής ταυτότητας και η ενίσχυση της επαγγελματικής ανάπτυξης σχετίζονται στενά με την αυτογνωσία, τις κοινωνικές προσδοκίες, την υποστήριξη από το περιβάλλον, την αποτελεσματική επικοινωνία και αξιοποίηση των πηγών στήριξης, και τις παραμέτρους αυτορρύθμισης. Το παρόν συμπόσιο αναδεικνύει την πολυπαραγοντική φύση της επαγγελματικής ανάπτυξης των νέων αξιοποιώντας τόσο την ποσοτική όσο και την ποιοτική ερευνητική μεθοδολογία. Οι δύο πρώτες ανακοινώσεις αφορούν στους παράγοντες που σχετίζονται με την επαγγελματική προσαρμοστικότητα των εφήβων, αναδεικνύοντας εκείνους τους οποίους πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι ειδικοί της επαγγελματικής συμβουλευτικής. Η τρίτη ανακοίνωση αφορά στη συγκρότηση της επαγγελματικής ταυτότητας του Ψυχολόγου, αναδεικνύοντας τους παράγοντες εκείνους που συμβάλλουν στη συγκρότησή της. Η τέταρτη ανακοίνωση πραγματεύεται τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να λαμβάνει χώρα η επικοινωνία εντός των υποστηρικτικών πλαισίων προκειμένου να συμβάλει θετικά στην επαγγελματική ανάπτυξη των νέων και προτείνει κατευθύνσεις για την ενδυνάμωση της επαγγελματικής συμβουλευτικής πρακτικής σε διαφορετικά πλαίσια.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Δημογραφικοί και Ψυχοκοινωνικοί Παράγοντες στην Επαγγελματική Προσαρμοστικότητα Εφήβων

Ντίνα Κουρμούση1; Καλλιόπη Κουνενού1; Αντώνης Καλαματιανός2; Χρήστος Πεζιρκιανίδης3; Γεώργιος Χρούσος4
1: ΑΣΠΑΙΤΕ; 2: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας; 3: Πάντειο Πανεπιστήμιο; 4: ΕΚΠΑ

Η παρούσα μελέτη διερεύνησε την επαγγελματική προσαρμοστικότητα (Career Adaptability) εφήβων μαθητών Λυκείου. Μελέτησε τη σχέση της με δημογραφικά χαρακτηριστικά και με ψυχοκοινωνικούς παράγοντες όπως η αντιλαμβανόμενη κοινωνική υποστήριξη, το αντιλαμβανόμενο στρες, το άγχος εξετάσεων και το στρες από σχολικές προσδοκίες. Μέθοδος: Το δείγμα αποτελείται από 999 μαθητές όλων των τύπων του Ελληνικού λυκείου. Η επαγγελματική προσαρμοστικότητα μετρήθηκε μέσω της συντομευμένης κλίμακας CAAS-SF, ενώ οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες εκτιμήθηκαν με την Κλίμακα Αντιλαμβανόμενου Στρες (PSS), την Κλίμακα Αντιλαμβανόμενης Κοινωνικής Υποστήριξης (MPSSS) την Κλίμακα Άγχους Σχολικών Εξετάσεων (AESI), και την Κλίμακα Στρες Σχολικών Προσδοκιών (WTAS). Διεξήχθη ιεραρχική γραμμική παλινδρόμηση και ανάλυση διαμεσολάβησης με τη διαδικασία PROCESS 4.2. Αποτελέσματα: Οι μαθητές ΕΠΑΛ παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερες τιμές στις διαστάσεις “Concern” και “Control” συγκριτικά με μαθητές γενικού λυκείου. Η συχνή χρήση κοινωνικών δικτύων σχετίστηκε με χαμηλότερες τιμές στις διαστάσεις “Concern”, “Curiosity” και “Confidence”. Αντιθέτως, υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο γονέων και ενασχόληση με αθλητικές δραστηριότητες συσχετίστηκαν θετικά με τις διαστάσεις “Control”, “Curiosity” και “Confidence”. Αυξημένες σχολικές προσδοκίες και κοινωνική υποστήριξη από την οικογένεια και τον σημαντικό άλλο προβλέπουν υψηλότερη προσαρμοστικότητα. Το άγχος εξετάσεων και ο χαμηλός αντιλαμβανόμενος έλεγχος στρες σχετίστηκαν αρνητικά με όλες σχεδόν τις διαστάσεις της CAAS-SF.Συμπεράσματα: Οι δημογραφικοί και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες επηρεάζουν σημαντικά την επαγγελματική προσαρμοστικότητα των μαθητών. Η κοινωνική υποστήριξη λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός απέναντι στις αρνητικές επιδράσεις του στρες και του άγχους, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ενίσχυση του υποστηρικτικού περιβάλλοντος των εφήβων. Τα αποτελέσματα συζητούνται σε σχέση με τις προκλήσεις που συνιστούν για την επαγγελματική συμβουλευτική.

 

Ο Ρόλος της Αντιλαμβανόμενης Κοινωνικής Υποστήριξης στη Σχέση Στρες και Επαγγελματικής Προσαρμοστικότητας στους Εφήβους

Καλλιόπη Κουνενού1; Ντίνα Κουρμούση1; Αντώνης Καλαματιανός2; Χρήστος Πεζιρκαινίδης3; Γεώργιος Χρούσος4
1: ΑΣΠΑΙΤΕ; 2: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας; 3: Πάντειο Πανεπιστήμιο; 4: ΕΚΠΑ

Η μελέτη εξετάζει τον διαμεσολαβητικό ρόλο της αντιλαμβανόμενης κοινωνικής υποστήριξης στη σχέση μεταξύ σχολικού στρες (γενικευμένου και εξεταστικού) και των διαστάσεων της επαγγελματικής προσαρμοστικότητας στους μαθητές λυκείου. Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 999 μαθητές από διάφορους τύπους λυκείου. Η ανάλυση διαμεσολάβησης πραγματοποιήθηκε με τη διαδικασία PROCESS 4.2. Οι εξαρτημένες μεταβλητές ήταν οι τέσσερις διαστάσεις της κλίμακας Επαγγελματικής Προσαρμοστικότητας [CAAS-SF (Concern, Control, Curiosity, Confidence)] και η συνολική βαθμολογία. Εξετάστηκε η μερική ή πλήρης διαμεσολάβηση της κοινωνικής υποστήριξης στις σχέσεις μεταξύ του της Κλίμακας Αντιλαμβανόμενου Στρες (PSS) , της Κλίμακας Άγχους Σχολικών Εξετάσεων (AESI) και της Κλίμακας Στρες Σχολικών Προσδοκιών (WTAS) με την επαγγελματική προσαρμοστικότητα. Αποτελέσματα: Η κοινωνική υποστήριξη δεν διαμεσολάβησε σημαντικά τη σχέση μεταξύ γενικευμένου στρες (PSS) και επαγγελματικής προσαρμοστικότητας. Αντιθέτως, φάνηκε να μεσολαβεί πλήρως μεταξύ του σχολικού στρες απόδοσης και της συνολικής προσαρμοστικότητας, ενώ μερικώς μεσολάβησε στη σχέση άγχους εξετάσεων και προσαρμοστικότητας. Η απουσία υποστήριξης συνδέθηκε με μεγαλύτερη αρνητική επίδραση του άγχους εξετάσεων στη διάσταση “Confidence”. Συμπεράσματα: Η κοινωνική υποστήριξη μπορεί να λειτουργήσει ως προστατευτικός παράγοντας που αμβλύνει την αρνητική επίδραση του σχολικού στρες στην επαγγελματική προσαρμοστικότητα των εφήβων. Τα ευρήματα ενισχύουν τη σημασία παρεμβάσεων ενδυνάμωσης του κοινωνικού δικτύου μαθητών, ιδίως ενόψει εξετάσεων.

 

Κατανοώντας τους Παράγοντες Διαμόρφωσης της Επαγγελματικής Ταυτότητας των Ψυχολόγων στη Σύγχρονη Πραγματικότητα: Μία Ποιοτική Μελέτη

Ζωή Μωραϊτη1; Σπυρίδων Κάμτσιος2
1: Ευρωπαϊκό Πανεπισήμιο Κύπρου; 2: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η εργασία εξετάζει τη διαμόρφωση της επαγγελματικής ταυτότητας ενεργών και έμπειρων ψυχολόγων, με στόχο τη διερεύνηση των βασικών παραγόντων που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Η μελέτη οργανώνεται γύρω από τρία βασικά ερευνητικά ερωτήματα: (α) ποιες αξίες και πεποιθήσεις θεωρούν οι ψυχολόγοι καθοριστικές για τη συγκρότηση της επαγγελματικής τους ταυτότητας, (β) ποιοι είναι οι κύριοι παράγοντες που καθοδηγούν τους επαγγελματίες στην άσκηση του ρόλου τους, και (γ) πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τη σύνδεση ανάμεσα στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική τους ταυτότητα. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 12 επαγγελματίες ψυχολόγοι, οι οποίες μέσω των ημι-δομημένων συνεντεύξεων παρείχαν πληροφορίες σχετικές με τα ερωτήματα της μελέτης. Η επιλογή των συμμετεχόντων έγινε με τη μέθοδο της δειγματοληψίας τύπου χιονοστιβάδας (snowball sampling).

Η μελέτη ανέδειξε ότι η επαγγελματική ταυτότητα των ψυχολόγων συγκροτείται δυναμικά, μέσα από την αλληλεπίδραση οκτώ βασικών παραγόντων: αξίες και πεποιθήσεις, προσωπικά χαρακτηριστικά, επιλογή επαγγέλματος, εκπαιδευτικές εμπειρίες και μέντορες, εποπτεία, συστήματα επιρροής, προκλήσεις στην επαγγελματική πρακτική και προσωπική θεραπεία. Οι παράγοντες αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο της ταυτότητας και συνυφαίνονται σε μια πορεία συνεχούς εξέλιξης. Τα ευρήματα συνοψίζονται σε εννοιολογικό χάρτη και συζητούνται στο πλαίσιο της σύγχρονης βιβλιογραφίας.

 

Η Ενδοοικογενειακή Επικοινωνία ως Σημαντικός Παράγων Ανάπτυξης και Ενίσχυσης της Επαγγελματικής Προσαρμοστικότητας των Εφήβων

Σπυριδούλα Κωσταρά
Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας

Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στην μελέτη της επικοινωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας εν σχέσει προς την ανάπτυξη και ενίσχυση της επαγγελματικής προσαρμοστικότητας των εφήβων. Ειδικότερα, τονίζεται η ανυπολόγιστη σημασία της οικογένειας για την πορεία του παιδιού μέσα στη ζωή, για το μέλλον του καθώς διαμορφώνονται αξίες και πεποιθήσεις, στάσεις και συμπεριφορές. Στο πλαίσιο της οικογένειας συντελείται η χαραυγή δημιουργικών δυνάμεων, τις οποίες καλούνται να κατευθύνουν οι γονείς και να τις γεωργήσουν επιδέξια και βαθειά αποβλέποντας στην μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση, την πνευματική συγκρότηση και την ηθική αρτίωση των παιδιών τους. Προς τούτοις, αναλύονται θεμελιώδεις αρχές της επικοινωνίας, μέθοδοι, τρόποι και τεχνικές διαλόγου. Η μελέτη φιλοδοξεί να αναδείξει την άποψη ότι η ποιοτική επικοινωνία συμβάλλει καθοριστικά στην εμφάνιση και ανάπτυξη των παραμέτρων και των διαστάσεων της επαγγελματικής προσαρμοστικότητας των εφήβων και να λειτουργήσει ως συμβουλευτική παρέμβαση ενίσχυσης του υποστηρικτικού περιβάλλοντος των εφήβων. Επιπροσθέτως να προκαλέσει περαιτέρω προβληματισμό και ερευνητικό ενδιαφέρον.

 
17:15έως18:45Συμπόσιο 25
Τοποθεσία: ΑΜΦ.2
 
Παρουσιάσεις

Συμπεριληπτική Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση στο Σχολικό Περιβάλλον

Προεδρείο/α: Θάνος Τουλούπης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου)

Συζητητές/τριες: Χριστίνα Αθανασιάδου (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Η διεθνής βιβλιογραφία αναδεικνύει πως η συμπεριληπτική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση αποτελούσε ανέκαθεν μια πρόκληση για την εκπαιδευτική κοινότητα, ειδικά σε χώρες με μια σχετικά συντηρητική οπτική επί του θέματος, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Εντούτοις, είναι ερευνητικά τεκμηριωμένο πως τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που προωθούν τη διαπαιδαγώγηση και τη συμπερίληψη σε ζητήματα σεξουαλικής φύσεως συμβάλλουν στην ομαλή ψυχοκοινωνική προσαρμογή και στα βέλτιστα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητευομένων. Οι εργασίες του συγκεκριμένου Συμποσίου, υιοθετώντας ποιοτικές και ποσοτικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, αναδεικνύουν ποικίλες παραμέτρους που υποδεικνύουν την αναγκαιότητα καθιέρωσης τόσο της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης όσο και της σεξουαλικής συμπερίληψης στο εκπαιδευτικό περιβάλλον του σχολείου. Ειδικότερα, στην πρώτη εργασία, διερευνάται ποιοτικά, υπό τη φεμινιστική οπτική, ο τρόπος με τον οποίο η απουσία μιας έγκαιρα θεσμοθετημένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μπορεί να οδηγήσει νεαρές γυναίκες στην παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού ως κύριου μέσου σεξουαλικής μάθησης και κοινωνικοποίησης. Στη δεύτερη εργασία, διενεργείται επίσης μέσω της ποιοτικής μεθοδολογίας, μια ενδελεχής ερμηνευτική προσέγγιση των σχολικών εμπειριών ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και εκπαιδευτικών στην Κύπρο, σε σχέση με τον αντίκτυπο που έχουν οι ετεροκανονικές αντιλήψεις και τα έμφυλα στερεότυπα στη σχολική κοινότητα. Η τρίτη εργασία διερευνά ποσοτικά τις αντιλήψεις εν ενεργεία εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις πρακτικές, τα εμπόδια και την ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στα ελληνικά σχολεία. Τέλος, η τέταρτη εργασία συγκρίνει, ακολουθώντας την ποσοτική μεθοδολογία, τη σχολική προσαρμογή μεταξύ εφήβων ετεροφυλόφιλου και ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού, εξετάζοντας παράλληλα τον προβλεπτικό ρόλο των αντιλαμβανόμενων περιβαλλοντικών παραγόντων και της ψυχικής ανθεκτικότητας. Οι εργασίες του Συμποσίου υποδηλώνουν πως, παρά τη σταδιακή μέριμνα για το ζήτημα της συμπεριληπτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, εξακολουθεί να καταγράφεται σημαντική αναγκαιότητα για σχετική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της σχολικής κοινότητας.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Η Παρακολούθηση Πορνογραφίας ως Υποκατάστατο της Σεξουαλικής Εκπαίδευσης

Μαρία Ζόπτση; Μαρία Σαραμάντου; Χριστίνα Αθανασιάδου
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Η παρούσα εργασία εστιάζει στο έλλειμμα σεξουαλικής εκπαίδευσης στην οικογένεια και στο σχολείο, υιοθετώντας μια φεμινιστική προσέγγιση στην επεξεργασία των ερευνητικών δεδομένων. Στόχος της είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η απουσία μιας θεσμοθετημένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μπορεί να οδηγήσει τις νεαρές γυναίκες στην παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού ως κύριου μέσου σεξουαλικής μάθησης και κοινωνικοποίησης. Επιμέρους ερωτήματα αφορούν στις επιρροές της πορνογραφίας στη σεξουαλικότητα των γυναικών, στις ερωτικές τους σχέσεις και στην εικόνα του σώματος. Στο πλαίσιο της έρευνας διεξήχθησαν οκτώ ημι-δομημένες ατομικές συνεντεύξεις με γυναίκες 18-25 ετών, οι οποίες αναλύθηκαν ποιοτικά με την μέθοδο της θεματικής ανάλυσης. Η ερευνητική διαδικασία ακολούθησε όλες τις δεοντολογικές αρχές και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ερευνητικής Δεοντολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Α.Π.Θ.. Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε αφενός τον καθοριστικό ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και αφετέρου τα σχετικά κενά που καλύπτει η παρακολούθηση της πορνογραφίας. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα, η οικογένεια, το σχολείο και άλλοι θεσμοί, όπως η θρησκεία, αποσιωπούν ζητήματα που αφορούν στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η σεξουαλικότητα αποτελεί ένα μυστικό και ιδιωτικό ζήτημα. Η στάση αυτή οδηγεί τα νεαρά άτομα στην αναζήτηση πορνογραφικού υλικού, με στόχο να απαντηθούν ερωτήματα που αφορούν στη σεξουαλική πράξη και στο σεξουαλικό σχετίζεσθαι. Η απόδοση ενός «εκπαιδευτικού» ρόλου στην πορνογραφία ενέχει σημαντικές επιπτώσεις στη σεξουαλικότητα και στην αυτοεικόνα των γυναικών, καθώς και στις ερωτικές τους σχέσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η έλλειψη σεξουαλικής εκπαίδευσης ωθεί τις γυναίκες να διαμορφώνουν αντιλήψεις χωρίς μια επαρκή κατανόηση της έννοιας της συναίνεσης και των προσωπικών ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις. Η αξιοποίηση των παραπάνω ευρημάτων μπορεί να συμβάλει στον σχεδιασμό προγραμμάτων ολιστικής και συμπεριληπτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, τα οποία θα ενισχύουν τη γνώση, την αυτονομία και τον σεβασμό των νέων όσον αφορά στη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

 

«Δεν Χωράω στα Κουτάκια σας!»: Ετεροκανονικότητα και Έμφυλα Στερεότυπα στο Πλαίσιο της Ελληνοκυπριακής Εκπαίδευσης

Γεωργία Χαραλάμπους
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Τα ευρήματα παλαιότερων αλλά κυρίως πρόσφατων ευρωπαϊκών και εθνικών ερευνών απεικονίζουν την κυπριακή πραγματικότητα που ισχύει για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, τόσο εντός όσο και εκτός του σχολικού πλαισίου. Οτιδήποτε απειλεί την ετεροκανονικότητα και τις έμφυλες στερεοτυπικές αντιλήψεις καταδικάζεται τις περισσότερες φορές σε αορατότητα, αποκλεισμό, διακρίσεις και βία. Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει πώς η ετεροκανονικότητα και τα έμφυλα στερεότυπα διαμορφώνουν συμπεριφορές αποκλεισμού και διακρίσεων στο σχολικό πλαίσιο της Κύπρου, διαβρώνοντας τις αρχές και διακηρύξεις του Υπουργείου Παιδείας για ένα συμπεριληπτικό σχολείο. Αποτελεί μια πολλαπλή μελέτη περίπτωσης, η οποία διενεργεί μια ενδελεχή και εις βάθος ερμηνευτική προσέγγιση των σχολικών εμπειριών ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων καθώς και εκπαιδευτικών σε σχέση με τον αντίκτυπο που έχουν οι ετεροκανονικές αντιλήψεις και τα έμφυλα στερεότυπα. Με τη χρήση αφηγηματικής έρευνας και βιογραφικών προσεγγίσεων συγκεντρώθηκαν και αναλύθηκαν σε βάθος ημι-δομημένες συνεντεύξεις 20 ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ηλικίας 18-22 ετών, καθώς και 10 εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, από δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Συνολικά, τα ευρήματα ανέδειξαν τη στενή σχέση μεταξύ των ετεροκανονικών αντιλήψεων και των έμφυλων στερεοτύπων που αναπαράγονται στο σχολικό περιβάλλον, από τη μια πλευρά, και της εκδήλωσης φαινομένων ομοφοβίας και τρανσφοβίας, από την άλλη. Παράλληλα, στην πλειονότητά τους οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να διατηρούν αρνητική ή αδιάφορη στάση απέναντι στις εμπειρίες ΛΟΑΤΚΙ+ μαθητών/τριών. Επιπλέον, η έρευνα αναδεικνύει κενά που παρατηρούνται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, καθώς και στις πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας σε σχέση με το θέμα. Η παρούσα έρευνα εμπλουτίζει την περιορισμένη σχετική διεθνή και ιδίως εθνική βιβλιογραφία ενισχύοντας την ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητα. Παράλληλα, η καταγραφή των σχολικών εμπειριών των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και εκπαιδευτικών υποδεικνύει την αναγκαιότητα εντατικοποίησης/σχεδιασμού σχολικών δράσεων ευαισθητοποίησης απέναντι στην σεξουαλικά συμπεριληπτική εκπαίδευση.

 

Αντιλήψεις Εκπαιδευτικών ως προς την Σεξουαλικά Συμπεριληπτική Εκπαίδευση: Σχολικές Πρακτικές, Εμπόδια και Ικανότητα Εφαρμογής

Παρθένα Νικολαΐδου; Θάνος Τουλούπης
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η παρούσα έρευνα μελέτησε τις αντιλήψεις εν ενεργεία εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις πρακτικές, τα εμπόδια και την αντιλαμβανόμενη ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Συνολικά, 153 εκπαιδευτικοί (79.1% γυναίκες) από το νομό Δράμας και το νησί της Ρόδου, εργαζόμενοι/ες στην πρωτοβάθμια (66.7%) και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (33.3%), συμπλήρωσαν δια ζώσης ή ηλεκτρονικά κλίμακες αυτο-αναφοράς σχετικές με τις υπό μελέτη μεταβλητές (σχολικές πρακτικές, αντιλαμβανόμενα εμπόδια, αντιλαμβανόμενη ικανότητα). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί τείνουν να υιοθετούν σε έντονο βαθμό τόσο συμπεριληπτικές όσο και μη συμπεριληπτικές πρακτικές απένατι σε μαθητές/τριες σεξουαλικών μειονοτήτων. Αντίστοιχα, σε βαθμό άνω του μέσου όρου εκφράστηκαν τα αντιλαμβανόμενα εμπόδια καθώς και η αντιλαμβανόμενη ικανότητα εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Οι υπό μελέτη αντιλήψεις δεν φάνηκε να διαφοροποιούνται στατιστικώς σημαντικά βάσει φύλου, ηλικίας, επαγγελματικής προϋπηρεσίας και επιπέδου σπουδών των εκπαιδευτικών. Τέλος, συγκριτικά με τους εκπαιδευτικούς Γυμνασίου και Λυκείου, οι εκπαιδευτικοί Δημοτικού φάνηκε να τάσσονται υπέρ των σεξουαλικά συμπεριληπτικών πρακτικών στο σχολείο σε χαμηλότερο βαθμό, αν και δηλώνουν λιγότερα εμπόδια εφαρμογής μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Τα ευρήματα υποδηλώνουν την γενικότερη αναγκαιότητα εντατικοποίησης/σχεδιασμού δράσεων επιμόρφωσης και ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με την προώθηση μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Μέσω των συγκεκριμένων δράσεων μπορεί να ενδυναμωθεί η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι εκπαιδευτικοί στον εαυτό τους να διαχειριστούν το ζήτημα της σεξουαλικής συμπερίληψης και, συνεπώς, η πρόθεσή τους να εφαρμόσουν ανάλογες πρακτικές.

 

Σχέσεις Μεταξύ Αντιλαμβανόμενων Περιβαλλοντικών Παραγόντων, Ψυχικής Ανθεκτικότητας και Σχολικής Προσαρμογής: Μια Προκαταρκτική Συγκριτική Μελέτη Μεταξύ Εφήβων Ετεροφυλόφιλου και Ομοφυλόφιλου Σεξουαλικού Προσανατολισμού

Θάνος Τουλούπης
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η παρούσα έρευνα μελέτησε συγκριτικά την σχολική προσαρμογή μεταξύ εφήβων με ετεροφυλόφιλο και ομοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό. Παράλληλα, διερεύνησε μέσω ενός μοντέλου διαμεσολάβησης τον ρόλο της αντιλαμβανόμενης κοινωνικής υποστήριξης και του αισθήματος σχολικής συνδεσιμότητας (ως περιβαλλοντικών παραγόντων), καθώς και της ψυχικής ανθεκτικότητας, στη σχολική προσαρμογή και των δύο ομάδων εφήβων. Συνολικά, 198 μαθητές/τριες (63% κορίτσια) ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού και 174 μαθητές/τριες (59% αγόρια) ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού από δημόσια Λύκεια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας συμπλήρωσαν δια ζώσης κλίμακες αυτο-αναφοράς σχετικές με τις υπό μελέτη μεταβλητές (αντιλαμβανόμενη κοινωνική υποστήριξη, σχολική συνδεσιμότητα, ψυχική ανθεκτικότητα, σχολική προσαρμογή). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαθητές/τριες ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού τείνουν να βιώνουν το σύνολο των εμπλεκόμενων μεταβλητών σε στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερο βαθμό, συγκριτικά με τους/τις μαθητές/τριες ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού. Το φύλο δεν βρέθηκε να αποτελεί στατιστικώς σημαντικό διαφοροποιητικό παράγοντα για την σχολική προσαρμογή και των δύο ομάδων εφήβων. Επιπροσθέτως, στη σχέση μεταξύ των αντιλαμβανόμενων περιβαλλοντικών παραγόντων (κοινωνική υποστήριξη, σχολική συνδεσιμότητα) και της σχολικής προσαρμογής φάνηκε πως η ψυχική ανθεκτικότητα διαμεσολαβεί μερικώς στην περίπτωση των μαθητών/ριών ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού και πλήρως στην περίπτωση των μαθητών/ριών ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού. Τα συγκριτικά ευρήματα υποδηλώνουν την αναγκαιότητα ενίσχυσης της σχολικής προσαρμογής μαθητών/ριών σεξουαλικών μειονοτήτων. Παράλληλα, κρίνεται ουσιαστική η συμβολή του σχολικού και του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου στην ψυχική ανθεκτικότητα και στην σχολική προσαρμογή, ιδίως των μαθητών/ριών σεξουαλικών μειονοτήτων. Το τελευταίο υποδηλώνει πως η υιοθέτηση μιας σεξουαλικά συμπεριληπτικής κουλτούρας στο σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο θεωρείται σημαντική για τον συγκεκριμένο μαθητικό πληθυσμό.

 
17:15έως18:45Συμπόσιο 26
Τοποθεσία: ΑΜΦ.3
 
Παρουσιάσεις

Σχέση ως Καθρέφτης: Συντροφικότητα, Ταυτότητα και Επαναδιαπραγμάτευση του Εαυτού στη σχεσιακή ψυχαναλυτική Δυάδα και την Ομάδα (Irvin Yalom)

Προεδρείο/α: Σεβαστή Γκιόκα (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Συζητητές/τριες: Σεβαστή Γκιόκα (Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ))

Το παρόν συμπόσιο εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους τρία διαφορετικά είδη θεραπείας (ατομική, ζεύγους, ομαδική) αξιοποιούν τη θεραπευτική σχέση ως ζωντανό υποκείμενο – φορέα μεταβιβάσεων, συγκρούσεων και δυνατοτήτων αλλαγής για τη συντροφική ζωή των θεραπευόμενων. Η πρώτη εργασία επικεντρώνεται στον τρόπο που η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επεξεργασία και τη μετατόπιση των μοτίβων σύνδεσης, ενισχύοντας τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλούς δεσμού τόσο εντός της θεραπείας όσο και στις συντροφικές σχέσεις του ατόμου. Αναλύεται πώς η από κοινού συγκρότηση νοήματος μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου εντός ενός σταθερού θεραπευτικού πλαισίου επέτρεψαν να γίνει επεξεργασία των δυναμικών μεταξύ του διπόλου “συγχώνευσης / εξάρτησης και απόσυρσης/ απομάκρυνσης”. Στη δεύτερη εργασία η θεραπεύτρια διερωτάται “Πόσοι είμαστε τελικά μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο;” Μια ατομική θεραπεία μετατρέπεται σε συμβουλευτική ζεύγους, στο πλαίσιο της co-therapy, όπου δύο θεραπεύτριες συντονίζουν ισότιμα τη διαδικασία. Το επίκεντρο της συνθετικής θεραπείας μετατοπίζεται από το άτομο στη σχέση όπου ενεργοποιείται ένας ενδιάμεσος χώρος γεμάτος μνήμη, ταυτότητα και προσδοκία, λαμβάνοντας υπόψη τις πολυπολιτισμικές διαφορές ως σημείο συνάντησης ή/και αποκλεισμού. Παραμένοντας στη συνθήκη της ψυχοθεραπείας ζεύγους, η τρίτη εργασία αναδεικνύει τη συμβολή της σχεσιακής ψυχαναλυτικής και ομαδικο-θεραπευτικής θεώρησης στην αναγνώριση των πολλαπλών ταυτοτήτων και δυναμικών που αναπαράγονται μεταξύ των συντρόφων αλλά και εντός της θεραπευτικής τριάδας. Μέσω κλινικών παραδειγμάτων αποσαφηνίζεται ο τρόπος με τον οποίο αναγνωρίζονται και αξιοποιούνται οι πολλαπλές καταστάσεις-εαυτού των συντρόφων, οι ρόλοι, δικοί τους ή “δανεικοί” διαγενεακά, αλλά και οι εναλλαγές στις αναπαραστάσεις του ζεύγους προς τη θεραπεύτρια οδηγώντας σε επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας του εαυτού και της σχέσης. Τέλος, η τέταρτη εργασία καταπιάνεται με το θεραπευτικό πλαίσιο της ομάδας, αναδεικνύοντας πώς το ομαδικό πεδίο γίνεται ένας καθρέφτης, όχι μόνο του ατομικού ψυχισμού, αλλά των οικογενειακών μοτίβων, των διαγενεαλογικών και κοινωνικών αποτυπωμάτων, επιτρέποντας την εκδραμάτιση και τη μετουσίωση μέσα από τη θεραπευτική σχέση.

 

Παρουσιάσεις του Συμποσίου

 

Ό,τι Ζήσαμε Μαζί, το Πήρα Μαζί μου»: Η Συντροφικότητα ως Βίωμα και Επεξεργασία στη Θεραπευτική Δυάδα

Αννίτα Χατζημιχαηλίδη
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επεξεργασία και τη μετατόπιση των μοτίβων σύνδεσης, ενισχύοντας τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλούς δεσμού τόσο εντός της θεραπείας όσο και στις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου. Η παρούσα εισήγηση εστιάζει στη σχέση της θεραπευτικής δυάδας μέσα από την οποία ο θεραπευόμενος δοκιμάζει τα όρια εγγύτητάς του, διαπραγματεύεται τη ρήξη, την εξάρτηση, αλλά και την επιθυμία για απομόνωση. Αναλύεται πως μέσα από τη σχεσιακή ψυχαναλυτική θεώρηση το θεραπευτικό ζευγάρι λειτουργεί ως προανάκρουσμα της συντροφικής σχέσης και της εδραίωσης ενός σταθερού εαυτού με θεραπευτικό εργαλείο την από κοινού συγκρότηση νοήματος για τις εμπειρίες και τα συναισθήματα και των δύο. Στο αναλυτικό πεδίο δοκιμάζεται η ικανότητά τους να σχετίζονται αυθεντικά μέσα από μία διαρκή προσπάθεια συγκράτησης των πολλαπλών ρόλων που προβάλλονται στην “γυναίκα θεραπεύτρια” και συνδιαμορφώνουν τη σχέση τους ως εμπεριέκτης πολλών αντικειμένων. Τόσο η διαπραγμάτευση των δυναμικών μεταξύ του διπόλου “συγχώνευσης / εξάρτησης και απόσυρσης/ απομάκρυνσης”, όσο και οι αντιμεταβιβαστικές δυσκολίες της θεραπεύτριας λειτουργούν ως καθρέφτης της συντροφικής σχέσης του θεραπευόμενου. Ως εκ τούτου, αναδύεται η ανάγκη για μία “αμοιβαία επιβίωση της καταστροφικότητας” εντός του αναλυτικού ζεύγους όπου τα θραύσματα του τραύματος του ενός διασταυρώνονται με τις ευαλωτότητες και ανείπωτες απώλειες του άλλου και πώς η συνάντηση αυτών μπορεί να γίνει πηγή δημιουργικότητας, πράξης και επιθυμίας. Η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση αποκτούν χαρακτήρα αμφίδρομης επιρροής, καθώς η θεραπεύτρια καλείται να αντέξει την εμπλοκή της, χωρίς να αποσυρθεί. Ό,τι διαδραματίστηκε και μετακινήθηκε μέσα στο θεραπευτικό ζεύγος, λειτούργησε σαν εσωτερικό αποτύπωμα, μια ενσώματη εμπειρία του να είσαι "κρατημένος στο μυαλό του Άλλου", την οποία ο θεραπευόμενος άρχισε να αναγνωρίζει, να διεκδικεί και να μεταφέρει εκτός θεραπείας, στη συντροφική του σχέση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι εσωτερικές συγκρούσεις επανανοηματοδοτούνται ως δυναμικές σχέσης και ενδοψυχικής επεξεργασίας, αναδεικνύοντας τη θεραπεία ως πεδίο συν-δημιουργίας και αυθεντικής σχέσης.

 

Συμμαχία ή Μάχη; Η Συμβουλευτική Ζεύγους ως Καθρέφτης Ταυτότητας, Μνήμης και Προσδοκίας

Μαρία Πεταλίδου
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Τι συμβαίνει όταν μια ατομική θεραπεία μετατρέπεται σε συμβουλευτική ζεύγους, στο πλαίσιο της συν θεραπείας , όπου δύο θεραπευτές συντονίζουν ισότιμα τη διαδικασία; Πόσοι πραγματικά βρίσκονται στο θεραπευτικό δωμάτιο; Οι δύο σύντροφοι και οι δύο θεραπευτές — ή μήπως όλοι όσοι κουβαλούν εντός τους; Η παρούσα εργασία εστιάζει στη διερεύνηση της πολυεπίπεδης αυτής συνάντησης, όπου ατομικά βιώματα, οικογενειακά σχήματα, ενδοβολές και πολιτισμικές καταβολές συνδιαμορφώνουν τη θεραπευτική δυναμική. Η μεθοδολογία βασίζεται σε μια συνθετική θεραπευτική προσέγγιση που ενσωματώνει στοιχεία συστημικής, βιωματικής και ψυχοδυναμικής θεωρίας, εργασία με μέρη του εαυτού, καθώς και πολιτισμικά ευαίσθητες παρεμβάσεις. Το κλινικό υλικό προέρχεται από τη θεραπευτική πορεία μιας Ελληνίδας και του Βέλγου συζύγου της, οι οποίοι εργάζονται με δύο Ελληνίδες θεραπεύτριες. Οι συνεδρίες πραγματοποιούνται στα αγγλικά, μια κοινή, αλλά μη μητρική γλώσσα, που αναδεικνύει τη σημασία της ενεργητικής ακρόασης, της επιβεβαίωσης του νοήματος και της διαχείρισης της σιωπής ως θεραπευτικού εργαλείου. Τα αποτελέσματα φωτίζουν μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές διεργασίες, συνειδητές και ασυνείδητες συμμαχίες, αλλά και εντάσεις μεταξύ των μερών. Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελεί η διατήρηση της θεραπευτικής ισορροπίας, ειδικά όταν οι πολιτισμικές αναγνωρίσεις φέρνουν κοντά, αλλά και απομακρύνουν. Η εργασία αναδεικνύει, ως βασικό συμπέρασμα, την συμβουλευτική ζεύγους ως ζωντανό πεδίο πολυφωνικής συνάντησης, απαιτητικής αλλά βαθιά μετασχηματιστικής για όλους τους συμμετέχοντες και καταλήγει στο ερώτημα: Είναι η συμβουλευτική ζεύγους υπόθεση δύο ατόμων ή ενός άτυπου “ομαδικού καθρέφτη”, όπου παρόντες είναι και όσοι διαμόρφωσαν τον καθένα;

 

Η Ψυχοθεραπεία Ζεύγους ως «Θεραπεία Ομάδας»: Αναπαραστάσεις της Θεραπεύτριας και Δείκτες Σχεσιακής Μετακίνησης

Σεβαστή Γκιόκα
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η θεραπευτική εργασία με ζευγάρια συχνά νοείται από τους θεραπευτές ως μία διαδικασία όπου η ίδια η σχέση, παρά ο/η κάθε σύντροφος ξεχωριστά, βρίσκεται σε ρόλο θεραπευόμενου. Παρόλο που η σκέψη αυτή τονίζει ορθώς πως η ψυχοθεραπεία ζεύγους εστιάζει στη σχέση και όχι στη συμμαχία της θεραπεύτριας με έναν από τους/τις συντρόφους, μπορεί λανθασμένα να οδηγήσει σε παράβλεψη των πολλαπλών δυναμικών που κάθε σύντροφος εισάγει στη σχέση του ζευγαριού αλλά και στη σχέση της θεραπευτικής τριάδας. Σκοπός της παρούσας ομιλίας είναι να αναδειχθεί η σημασία της σχεσιακής ψυχαναλυτικής και διαπροσωπικής ομαδικής θεώρησης στην αναγνώριση της ψυχοθεραπείας ζεύγους ως “θεραπεία ομάδας”, με τη θεραπεύτρια και τους/τις συντρόφους ως εκπροσώπους πολλαπλών αντικειμένων/υποκειμένων των υποομάδων στις οποίες ανήκουν. Πιο συγκεκριμένα, μέσω κλινικών παραδειγμάτων θα εστιάσουμε στις πολλαπλές και ταυτόχρονες προβολές των συντρόφων προς τη θεραπεύτρια ως γονεϊκή ή αδελφική φιγούρα, ως εξιδανικευμένη “γιατρό”, ως υποτιμημένη άτεκνη γυναίκα ή ερωτική αντίζηλο και τον τρόπο που εναλλαγές των προβεβλημένων αυτών ρόλων αντανακλούν σχεσιακά δυναμικά των διαφόρων υποομάδων στις οποίες ανήκουν. Η θεραπεύτρια διερωτάται διαρκώς για τις καταστάσεις-εαυτού κάθε μέλους της θεραπευτικής τριάδας και τα πιθανά παρελθοντικά σχεσιακά δυναμικά μεταλαμπαδευμένα στους ίδιους διαγενεακά μέσω των οικογενειών τους. Κάθε αλλαγή στον τρόπο απεύθυνσης του ζεύγους προς την ίδια σηματοδοτεί μία αλλαγή στο θεραπευτικό υλικό, στην υποκειμενική ψυχική πραγματικότητα κάθε συντρόφου και στην ίδια τη σχέση. Ως αποτέλεσμα, το αρχικό θεραπευτικό αίτημα του ζευγαριού επαναπροσδιορίζεται ξανά και ξανά, φτάνοντας τελικά στην αναγνώριση του σκοπού της ίδιας της σχέσης, την αποεξιδανίκευσή της και την ανάληψη της ευθύνης αυτής.

 

Σχετίζομαι Άρα Υπάρχω: Η Ομάδα ως Καθρέφτης των Σχέσεών μας στην ομαδική Γιαλομική ψυχοθεραπεία

Τζωρτζίνα Σπέντζου
Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ)

Η ομαδική διαπροσωπική ψυχοθεραπεία σύμφωνα με το μοντέλο του Irvin Yalom προσφέρει ένα μοναδικό πλαίσιο διερεύνησης των προσωπικών και διαπροσωπικών σχέσεων, όπου το «σχετίζομαι, άρα υπάρχω» αποκτά υπαρξιακή υπόσταση και νόημα. Στο θεραπευτικό πλαίσιο της ομάδας, τα μέλη λειτουργούν ως καθρέφτες, που μέσα από μεταβιβάσεις, προβολές, προβλητικές ταυτίσεις και εκδραματίσεις, ανασύρουν και αναβιώνουν πρότυπα σχέσεων, τραύματα και αμυντικούς μηχανισμούς που έχουν τις ρίζες τους στην ατομική ιστορία, τα διαγενεαλογικά μοτίβα, τις θεσμικές μεταβιβάσεις και τις συλλογικές εμπειρίες των μελών. Η θεωρία της προσκόλλησης προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση των δυναμικών που αναδύονται εντός της ομάδας. Μέσα από βινιέτες, παρουσιάζονται οι τέσσερις διαφορετικές μορφές προσκόλλησης (ασφαλής, αποφευκτική, αγχώδης και αποδιοργανωμένη) και η έκφρασή τους μέσα από τις σχέσεις μεταξύ των μελών και των θεραπευτριών. Τα μέλη με ασφαλή προσκόλληση λειτουργούν ως εμπεριεκτικές γέφυρες μεταξύ άλλων μελών, προάγοντας τη συνοχή της ομάδας, και ενθαρρύνοντας τη σύνδεση και το μοίρασμα των μελών μεταξύ τους. Τα μέλη με αγχώδη προσκόλληση εκδηλώνουν την ανασφάλειά τους αναζητώντας επίμονα και απεγνωσμένα επιβεβαίωση και ανατροφοδότηση από τα άλλα μέλη. Τα μέλη με αποφευκτική προσκόλληση αρνούνται να μιλήσουν για τις σχέσεις τους στα άλλα μέλη και εμφανίζονται αποστασιοποιημένα, αδιάφορα και συναισθηματικά αποσυρμένα. Τα μέλη με αποδιοργανωμένη προσκόλληση την μια στιγμή αποζητούν με δραματικό τρόπο την εγγύτητα και την επόμενη αποσύρονται απότομα ή επιτίθενται στα άλλα μέλη. Η παρουσίαση αυτή αναδεικνύει πώς το ομαδικό πεδίο γίνεται ένας καθρέφτης, όχι μόνο του ατομικού ψυχισμού, αλλά των οικογενειακών μοτίβων, των διαγενεαλογικών και κοινωνικών αποτυπωμάτων, επιτρέποντας την εκδραμάτιση και τη μετουσίωση μέσα από τη θεραπευτική σχέση.

 
17:15έως18:45Συνεδρία 17
Τοποθεσία: ΑΜΦ.4
 
Παρουσιάσεις
17:15 - 17:30

Το Σχεσιακό Ταξίδι στα Βάθη της Ψύχωσης: Η Ετερότητα και τα Μη-Ψυχωτικά Στοιχεία ως “Συν-θεραπευτές” μέσα από τη μελέτη περίπτωσης εφήβου με ψύχωση και νέου θεραπευτή με βαρηκοΐα

Αθανάσιος Χύμας

Οσελότος, Ειδική Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Παρέμβασης

Η εργασία αυτή εξετάζει τη θεραπευτική δυναμική μεταξύ ενός θεραπευτή με βαρηκοΐα και του Οδυσσέα, ενός εφήβου με ψύχωση, εστιάζοντας στις προκλήσεις και ευκαιρίες για την εγκαθίδρυση ισοτιμίας στη θεραπευτική τους σχέση. Η βαρηκοΐα του θεραπευτή αναδεικνύεται ως μια ιδιαίτερη μορφή ετερότητας, που ενδέχεται να ενισχύσει στον Οδυσσέα την αίσθηση ισότητας. Παράλληλα, μέσα στο πλαίσιο της ψυχωτικής μεταβίβασης, όπου ο θεραπευτής συχνά γίνεται αντικείμενο παραληρητικών προβολών, αναδεικνύεται το δίπολο μεταξύ αυτιστικής απόσυρσης και συγχωνευτικής συμβίωσης. Η εργασία διερευνά το πώς η καλλιέργεια της ανοχής στο συναίσθημα μπορεί να περιορίσει την ανάγκη απόσυρσης και να ενδυναμώσει την επαφή με τον εαυτό και τον άλλον. Επιπλέον, η ψύχωση προσεγγίζεται ως απάντηση στην μοναξιά καθώς τα συμπτώματα λειτουργούν ως μηχανισμοί επιβίωσης και προσπάθειες επανασύνδεσης με τον κόσμο των αντικειμένων, ενώ οι ψευδαισθήσεις ως υποκατάστατα σχέσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο θεραπευτής αναλαμβάνει τον ρόλο «συμμετέχοντα–παρατηρητή», βιώνοντας τη δική του μοναξιά, καθώς αλληλεπιδρά με τον ψυχισμό του ασθενούς. Μπορεί ο θεραπευτής να σταθεί δίπλα στον ασθενή χωρίς να απορροφηθεί, διατηρώντας μια σχέση όπου καμία μοναξιά δεν είναι αθέατη; Ο θεραπευτής, αναγνωρίζοντας από νωρίς τις μη ψυχωτικές πτυχές του Οδυσσέα, μπορεί να ενισχύσει το παρατηρητικό εγώ και να δομήσει ουσιαστική θεραπευτική σχέση, παρά την αντίσταση στις παραληρητικές πεποιθήσεις. Η εργασία αναδεικνύει ότι αυτές οι στιγμές διαύγειας μπορούν να λειτουργήσουν ως «συνθεραπευτές», ενισχύοντας τη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Η ετερότητα του θεραπευτή δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά προσφέρει χώρο για αυθεντική σχέση, ακόμα και με θεραπευόμενους με ψυχωτικά στοιχεία, ικανή να περιέχει τη μοναξιά χωρίς να την ακυρώνει.



17:30 - 17:45

Διαγενεακή Μεταβίβαση του Τραύματος: Μελέτη σε Ελληνοκύπριους και Ελλαδίτες Επιβιώσαντες της Τουρκικής Εισβολής του 1974

Άντρεα Εμμανουήλ, Ντόνα Παπαστυλιανού

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η έννοια του ψυχολογικού τραύματος έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τις τελευταίες δεκαετίες, με την αναγνώρισή του ως διακριτή διαγνωστική κατηγορία στο DSM-5. Ο πόλεμος αποτελεί ένα από τα πιο έντονα τραυματικά γεγονότα, με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο άτομο όσο και στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η παρούσα ποιοτική μελέτη εξετάζει τη διαγενεακή μετάδοση του τραύματος στους Ελληνοκύπριους και Ελλαδίτες επιζώντες και απογόνους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974. Πραγματοποιήθηκαν 30 ημιδομημένες συνεντεύξεις με άτομα από τρεις γενιές: την πρώτη γενιά (άτομα που βίωσαν τον πόλεμο σε ηλικία 3–30 ετών), τη δεύτερη (παιδιά της πρώτης γενιάς) και την τρίτη (εγγόνια της πρώτης γενιάς). Οι αφηγήσεις ανέδειξαν έντονα βιώματα σωματικής, ψυχικής και ηθικής κακοποίησης, καθώς και επαναλαμβανόμενο τραυματισμό λόγω της διαρκούς τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και της απώλειας της πρόσβασης στις κατεχόμενες πατρίδες. Το μετατραυματικό στρες και το ανολοκλήρωτο πένθος διαπιστώθηκε πως εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επόμενες γενιές. Η μετάδοση του τραύματος φάνηκε να διαμεσολαβείται από οικογενειακές αναπαραστάσεις, πρότυπα ανατροφής και τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των μελών. Οι απόγονοι συχνά εκφράζουν συναισθήματα απώλειας, αποξένωσης και νοερής σύνδεσης με τον τόπο καταγωγής τους, αποδεικνύοντας ότι το τραύμα του πολέμου διατηρεί τη δυναμική του στο παρόν.



17:45 - 18:00

Περιγραφή περίπτωσης ενήλικου πρόσφυγα με χαρακτηριστικά διαταραχής μετατροπής και κατάθλιψης

Παναγιώτης Τζουράκης, Γεώργιος Μανομενίδης

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Εισαγωγή: Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα άτομα τα οποία που ανήκουν στη φυλετική-θρησκευτική μειονότητα των Γιαζίντι, εμφανίζουν σε σημαντικό ποσοστό ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως αϋπνία, πονοκέφαλο, ταχυπαλμία, δυσκολία στην αναπνοή, αίσθηση μουδιάσματος, παράλυση, καθώς και εκδραματιστικές συμπεριφορές συγκριτικά με άλλες μειονοτικές ομάδες. Η φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με τη γνωστική- συμπεριφορική συμβουλευτική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε περιπτώσεις διαταραχών μετατροπής και κατάθλιψης. Η παρούσα μελέτη περίπτωσης αφορά μια γυναίκα 45 ετών η οποία διαμένει μαζί με τα επτά της παιδιά σε Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στην Ελλάδα. Η γυναίκα αυτή κατάγεται από το Ιράκ και το αίτημα για συμβουλευτική υποστήριξη προέκυψε κατόπιν παραπομπής από τη νομική σύμβουλο της δομής. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στην αξιολόγηση της ψυχοκοινωνικής κατάστασης της ωφελούμενης καθώς και την πορεία της μέσα από τη συμβουλευτική διαδικασία. Μεθοδολογία: Η παρέμβαση βασίστηκε στη γνωστική-συμπεριφορική προσέγγιση και περιελάμβανε ψυχοεκπαίδευση, έλεγχο και αξιολόγηση των σκέψεων, διαφραγματική αναπνοή, νευρομυϊκή χαλάρωση, γνωστική αναδόμηση και συμεπριφορικά πειράματα, τεχνικές γείωσης, εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά και πρόληψη υποτροπής. Πραγματοποιηθήκαν 46 συνεδρίες. Αποτελέσματα: Βελτιώθηκε ο έλεγχος της έντασης των συναισθημάτων και των σωματικών εκδηλώσεων και ενισχύθηκε η αυτοεκτίμηση της. Συμπεράσματα/Πρακτικές εφαρμογές στο πεδίο: Υποδεικνύεται η χρησιμότητα τέτοιων παρεμβάσεων στο προσφυγικό πλαίσιο καθώς και η ανάγκη διαμόρφωσης νέων ολοκληρωμένων προγραµµάτων παροχής υπηρεσιών ψυχολογικής υγείας σε πρόσφυγες είτε αυτόνομα είτε σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή, με έμφαση σε γνωστικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις.



18:00 - 18:15

Η πρόωρη διακοπή της θεραπείας στον προσφυγικό πληθυσμό: ο ρόλος του διερμηνέα, των πολιτισμλικών αντιλήψεων και της θεραπευτικής σχέσης

Ελένη Σημαντήρη, Πανωραία Ανδριοπούλου

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στον προσφυγικό πληθυσμό αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ψυχική αποκατάσταση και την κοινωνική του ένταξη. Παρόλο που ο συγκεκριμένος πληθυσμός παρουσιάζει αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση, παρατηρείται συχνά πρόωρη διακοπή της συνεργασίας του με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, χωρίς ωστόσο να έχουν διερευνηθεί πλήρως οι λόγοι που συμβάλλουν σε αυτό. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τους παράγοντες που σχετίζονται με αυτό το φαινόμενο, δίνοντας έμφαση στον ρόλο του διερμηνέα, στις πολιτισμικές αντιλήψεις και στη θεραπευτική σχέση. Χρησιμοποιείται ποιοτική μεθοδολογία μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων διάρκειας 45- 60 λεπτών με 20 ψυχολόγους με εμπειρία στο προσφυγικό πεδίο, ενώ η ανάλυση βασίζεται στη θεματική ανάλυση. Τα προκαταρκτικά ευρήματα αναδεικνύουν ότι η πρόωρη διακοπή της θεραπείας σχετίζεται με την αστάθεια του πλαισίου, την κινητικότητα των προσφύγων και την απουσία σταθερών θεραπευτικών συνθηκών. Η παρουσία του διερμηνέα κρίνεται καθοριστική για την επικοινωνία και την αίσθηση ασφάλειας, ωστόσο η έλλειψη κατάρτισης, η εναλλαγή προσώπων και οι πολιτισμικές ή έμφυλες δυναμικές συχνά λειτουργούν αποσταθεροποιητικά. Παράλληλα, πολιτισμικές αναπαραστάσεις για τον ρόλο του ψυχολόγου και μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τη θεραπεία οδηγούν σε χαμηλή δέσμευση. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας επισημαίνουν τη σημασία της δημιουργίας μιας σχέσης εμπιστοσύνης με σταθερότητα και διάρκεια ως προϋπόθεση για μια ομαλή θεραπευτική διαδικασία. Τα παραπάνω καταδεικνύουν την ανάγκη για ευέλικτες, πολιτισμικά ευαίσθητες παρεμβάσεις με έμφαση στην ψυχοεκπαίδευση, την εποπτεία και τη σταθερή συνεργασία με εξειδικευμένους διερμηνείς ώστε να διασφαλίζεται η πρόσβαση και η συνέχεια της θεραπείας.



18:15 - 18:30

Μετανάστευση, Προσφυγοποίηση, Τρίτη Ηλικία και Συμβουλευτική Ψυχολογία: Διαγενεακές Δυναμικές και Ποιότητα Ζωής

Γιώργος Κολοκυθάς

Πανεπιστήμιο Πάτρας

Στην παρούσα μελέτη γίνεται προσέγγιση των βιωμάτων στη διάρκεια προσαρμογής των ηλικιωμένων προσφύγων και μεταναστών. Δίνεται έμφαση στη συνδρομή της συμβουλευτικής ψυχολογίας στην υποστήριξη της συγκεκριμένης ευάλωτης ηλικιακής ομάδας στο οικογενειακό πλαίσιο και στο νέο κοινωνικό περιβάλλον. Σκοπός της έρευνας ήταν η διερεύνηση παραγόντων, όπως η πολιτισμική προσαρμογή, η κοινωνική υποστήριξη κι η ποιότητα ζωής, η σύνδεσή τους με την διαγενεακότητα και πως οι παραπάνω διεργασίες επηρεάζουν την ψυχολογική ευζωία των ατόμων τρίτης ηλικίας. Η μεθοδολογία στηρίχθηκε σε ποσοτική έρευνα με τη χρήση επικυρωμένων εργαλείων (Κλίμακα Πολιτισμικής Προσαρμογής, Πολυδιάστατη Κλίμακα Αντιληπτής Κοινωνικής Υποστήριξης, WHOQOL-OLD). Τα δεδομένα αναλύθηκαν με περιγραφικές και επαγωγικές στατιστικές μεθόδους. Τα ευρήματα κατέδειξαν, ότι η προσαρμογή δεν συμπίπτει με απόλυτη αφομοίωση, αλλά με μια διαδραστική ισορροπία ανάμεσα στη διαφύλαξη της πολιτισμικής ταυτότητας προέλευσης και την ένταξη στο καινούριο πλαίσιο. Καταγράφηκε, ότι οι διαγενεακές επαφές μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί ανθεκτικότητας, ενώ διαπιστώθηκε ότι η κοινωνική υποστήριξη ενδυναμώνει την ψυχική ευζωία και μειώνει τα συναισθήματα αποξένωσης. Η ποιότητα ζωής είναι ο καθοριστικός προβλεπτικός παράγοντας αποδοτικής προσαρμογής. Ως συμπέρασμα τεκμηριώνεται από την μελέτη η αναγκαιότητα εισαγωγής και καλλιέργειας συμβουλευτικών παρεμβάσεων σε πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, με στόχο την ευδοκίμηση της καθημερινής ζωής και την ισχυροποίηση της ψυχικής θωράκισης των ηλικιωμένων μεταναστών και προσφύγων. Οι εφαρμοστικές πρακτικές είναι ανάγκη να στοχεύουν στην ίδρυση συμβουλευτικών υπηρεσιών και κοινοτικών δράσεων, που θα ενισχύσουν την κοινωνική συνεκτικότητα και θα περιορίζουν έντονα το ενδεχόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού.

 
17:15έως18:45Συνεδρία 18
Τοποθεσία: ΑΜΦ.5
 
Παρουσιάσεις
17:15 - 17:30

Καθρέπτες αλλαγής: Μεταμορφωτικές Στιγμές Στην Ομαδική Ψυχοθεραπεία

Κωνσταντίνος Χέλιος, Ηλίας Βλάχος

American College of Greece

Η παρούσα ποιοτική έρευνα εξετάζει πώς βιώνονται οι μεταμορφωτικές εμπειρίες στο πλαίσιο της ομαδικής ψυχοθεραπείας και την επίδραση των 11 ψυχοθεραπευτικών παραγόντων του μοντέλου του Yalom, μέσα από τη ματιά τεσσάρων μελών ομάδας και τεσσάρων ομαδικών θεραπευτών. Παρόλο που η ομαδική ψυχοθεραπεία είναι ευρέως αναγνωρισμένη ως αποτελεσματική, η βιβλιογραφία μέχρι σήμερα έχει εστιάσει ελάχιστα στο πώς βιώνεται η θεραπευτική αλλαγή, όπως την περιγράφουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Μέσα από τη θεματική ανάλυση των δεδομένων των συνεντεύξεων με τους συμμετέχοντες, αναδείχθηκαν έξι ξεχωριστές θεματικές: «Αυτή ήταν η στιγμή: σημείο καμπής», «Ένα μέρος που μπορούσε να με κρατήσει: η ομάδα ως συναισθηματικός χώρος συγκράτησης», «Ο ρόλος του θεραπευτή: κράτημα, καθοδήγηση και άφημα», «Εμπόδια στο μονοπάτι της αλλαγής», «Δεν είμαι ο μόνος: Συνειδητοποιώντας κοινές δυσκολίες» και «Πέρα από το δωμάτιο θεραπείας: μόνιμη επίδραση». Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τον καθοριστικό ρόλο των θεραπευτικών παραγόντων του Yalom, όπως η συνεκτικότητα, η οικουμενικότητα και η ενστάλαξη της ελπίδας ενώ παράλληλα αναδεικνύουν επιπρόσθετους παράγοντες πέρα από το μοντέλο του Yalom που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ψυχοθεραπευτική μεταμόρφωση: «το συναισθηματικό κράτημα», «η εσωτερίκευση της ομάδας», «η ανάληψη ρίσκου και κουράγιο», «η συναισθηματική παρουσία του θεραπευτή» και «η απελευθέρωση από την ντροπή». Η παρούσα μελέτη εμπλουτίζει την θεωρητική κατανόηση της υποκειμενικής αλλαγής μέσα στην ομάδα και επιβεβαιώνει την μοναδική ταυτότητα της ομαδικής ψυχοθεραπείας ως ένα σχεσιακό πεδίο, όπου η θεραπεία δεν συμβαίνει σε απομόνωση, αλλά σε συνοδεία με τους άλλους.



17:30 - 17:45

Η αξία της διεργασίας στην κατανόηση της ψυχοπαθολογίας: Μια φαινομενολογική και ανθρωπιστική θεώρηση

Ελευθερία Πετρακάκη1,2

1: Κολλέγιο Ανθρωπισικών Επιστημών - ICPS; 2: Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Προσωποκεντρικής και Βιωματικής Προσέγγισης

Η σύγχρονη κατανόηση της ψυχοπαθολογίας καλείται να υπερβεί τα παραδοσιακά διαγνωστικά σχήματα και να στραφεί σε μια βαθύτερη προσέγγιση των ενδοπροσωπικών διεργασιών που συγκροτούν την υποκειμενική εμπειρία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανθρωπιστική ψυχολογία και ειδικότερα η θεώρηση της Margaret Warner για τη «ρεαλιστική διεργασία» (process realism) προσφέρουν ένα δυναμικό και ευαίσθητο εννοιολογικό και θεραπευτικό υπόβαθρο. Η διάκριση της Warner ανάμεσα στη ρευστή, την εύθραυστη και την αποσυνδετική διεργασία μάς επιτρέπει να δούμε την ψυχοπαθολογία όχι ως παθολογία προς εξάλειψη, αλλά ως βαθιά νοηματοδοτημένη και ενσώματη εμπειρία που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων. Ιδιαίτερα η εύθραυστη διεργασία, η οποία συχνά βιώνεται ως ακατέργαστη, διάχυτη ή ασυντόνιστη, αναγνωρίζεται ως θεραπευτικός πυρήνας όταν προσεγγίζεται με ακρίβεια, ενσυναίσθηση και παρουσία. Μέσα από τη φαινομενολογική στάση του θεραπευτή και την αυθεντική συνάντηση με το υποκείμενο, δημιουργείται ένας χώρος αποδοχής και συν-κατανόησης, όπου η θεραπεία δεν επιδιώκει τη διόρθωση αλλά την αναγνώριση και την ενσώματη κατανόηση του βιώματος. Η παρουσίαση εστιάζει, μέσα από κλινικά παραδείγματα, στον τρόπο με τον οποίο η προσωποκεντρική και προσανατολισμένη στην εμπειρία θεραπεία μπορεί να στηρίξει την εσωτερική κίνηση του προσώπου προς μεγαλύτερη αυτογνωσία, λειτουργικότητα και ψυχική ενσωμάτωση. Υποστηρίζεται ότι η φαινομενολογική διερεύνηση της ψυχοπαθολογίας, σε συνδυασμό με τις βασικές αρχές της ανθρωπιστικής θεώρησης, συνιστά ένα γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη μιας θεραπευτικής σχέσης που διευκολύνει την αναδόμηση του νοήματος και τη σταδιακή ανάκτηση της ψυχικής συνοχής.



17:45 - 18:00

Εμπειρίες Εφήβων με Ψυχογενή Ανορεξία Περιοριστικού Τύπου

Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ψυχογενής ανορεξία αποτελεί μία από τις πιο θανατηφόρες ψυχιατρικές διαταραχές. Πλήττει, κατά κύριο λόγο, τον γυναικείο πληθυσμό ενώ όταν εκδηλώνεται στους άρρενες αποτελεί, ως επί το πλείστον, ένα σύμπτωμα που εντάσσεται σε μία ευρύτερη νοσολογική οντότητα όπως αυτή της ψύχωσης. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η μελέτη των εμπειριών που αφηγούνται έφηβες και νεαρές ενήλικες ηλικίας 14-25 ετών που έχουν διαγνωσθεί με ψυχογενή ανορεξία περιοριστικού τύπου. Για την μελέτη της προαναφερθείσας προβληματικής υιοθετήθηκε η μεικτού τύπου ερευνητική μεθοδολογία. Ειδικότερα, χορηγήθηκαν κλίμακες αναφορικά με την αναστοχαστική λειτουργία και τις διατροφικές στάσεις. Πραγματοποιήθηκαν ημι-δομημένες συνεντεύξεις και χορηγήθηκε η προβολική δοκιμασία του Ρόρσαχ. Το σύνολο των συνεντεύξεων μεταγράφθηκε σύμφωνα με την Θεματική Ανάλυση και το υλικό προσεγγίσθηκε βάσει της Ερμηνευτικής Φαινομενολογικής Ανάλυσης. Τα ευρήματα που εντοπίστηκαν ερμηνεύθηκαν σύμφωνα με το Ψυχαναλυτικό μοντέλο. Από την επεξεργασία του υλικού προκύπτει μία σημαίνουσα ονειρική δραστηριότητα η οποία νοηματοδοτείται με έναν ιδιαίτερο τρόπο για κάθε υποκείμενο. Η εκδήλωση της ανορεκτικής συμπτωματολογίας σε ένα εύθραυστο πεδίο όπως αυτό της εφηβείας συνθέτει μία κατάσταση σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο που παρεμποδίζει την λειτουργικότητα του υποκειμένου και ενέχει σοβαρές επιπλοκές για την συνέχεια της ανάπτυξής του. Στο προσκήνιο τίθεται η ψυχική διεργασία της εφηβείας όπως την εκλαμβάνει η ανορεκτική μέσα από το πρίσμα της αλλοιωμένης σχέσης με το φαγητό και τους σημαντικούς άλλους. Η παρούσα εισήγηση ενσκήπτει στον αποσπασματικό χαρακτήρα του αιτήματος θεραπείας των ανορεκτικών ασθενών καθώς όταν στην τροφή αποδίδεται ένας ρόλος φετίχ είναι επιτακτική η εύρεση μίας διόδου για την διατήρηση της ασθενούς στο θεραπευτικό πλαίσιο.



18:00 - 18:15

Θεραπεία Βασισμένη Στα Ιδιοσυγκρασιακά Χαρακτηριστικά Των Ασθενών Με Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής (ΔΠΤ) Με Την Εμπλοκή Των Υποστηρικτών (Temperament Based Therapy With Supports; TBT-S): Ικανοποίηση Των Ασθενών Από Την Θεραπεία Και Η Σχέση Της Με Τα Βραχύχρονα Κλινικά Αποτελέσματα

Έλενα Διέτη, Μαρία Τσιάκα

Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για την ικανοποίηση των ασθενών από την θεραπεία. Προηγούμενη έρευνα σε ενήλικους ασθενείς με ΔΠΤ έδειξε ότι ακόμα και μετά από 36 μήνες οι δυσαρεστημένοι με την θεραπεία ασθενείς είχαν υψηλότερη τάση για λεπτό σώμα και βουλιμική συμπτωματολογία, αλλά και υψηλότερη κατάθλιψη και άγχος σε σύγκριση με τους πολύ ικανοποιημένους από την θεραπεία ασθενείς. Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε η ικανοποίηση των ασθενών από την εντατική πολυοικογενειακή θεραπεία TBT-S και η σχέση της με τα βραχύχρονα κλινικά αποτελέσματα όσον αφορά στην συμπτωματολογία της ΔΠΤ και την ψυχολογική δυσφορία. Αφού παρείχαν έντυπο ενημερωμένης συγκατάθεσης, οι ασθενείς συμπλήρωσαν το Eating Disorders Examination Questionnaire και το Depression, Anxiety, Stress Scales-21 αμέσως πριν και μετά την συμμετοχή τους στην παρέμβαση TBT-S, και το Patient Satisfaction Questionnaire αμέσως μετά την συμμετοχή τους στην παρέμβαση. Όπως και σε προηγούμενες έρευνες που εφάρμοσαν το TBT-S, οι ασθενείς ανέφεραν υψηλή ικανοποίηση από την θεραπεία. Επιπλέον, φάνηκε ότι υψηλότερη ικανοποίηση από την θεραπεία σχετιζόταν με καλύτερα βραχύχρονα κλινικά αποτελέσματα όσον αφορά στην συμπτωματολογία των ΔΠΤ γενικότερα αλλά και πιο συγκεκριμένα την περιοριστική συμπτωματολογία, την ανησυχία για την τροφή, και την ανησυχία για το βάρος ή το σχήμα του σώματος. Ακόμα, υψηλότερη ικανοποίηση από την θεραπεία σχετιζόταν με καλύτερα βραχύχρονα κλινικά αποτελέσματα όσον αφορά στην κατάθλιψη, κάτι που όμως δεν ίσχυσε για το άγχος και το στρες. Η ικανοποίηση από την θεραπεία φαίνεται να σχετίζεται με καλύτερα κλινικά αποτελέσματα, κάτι που είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψιν κατά την εφαρμογή των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων.



18:15 - 18:30

Οι Επιπτώσεις του Άγχους και της Κόπωσης στα Επίπεδα Άγχους των Πιλότων:

Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου

Hellenic American University

Η παρούσα μελέτη στοχεύει να προσφέρει μια ολοκληρωμένη κατανόηση της

επίδρασης του στρες και της κόπωσης στην ευημερία των πιλότων, με έμφαση στο

άγχος. Για τη συλλογή υποκειμενικών αναφορών χρησιμοποιήθηκε ποσοτική

ερευνητική μεθοδολογία μέσω δομημένων ερωτηματολογίων, σε δείγμα εξήντα

πιλότων της εμπορικής αεροπορίας. Οι στρεσογόνοι παράγοντες, όπως τα απαιτητικά

προγράμματα πτήσεων και η επιχειρησιακή πίεση, φάνηκε να συμβάλλουν σημαντικά

στην αύξηση των επιπέδων άγχους των πιλότων. Επιπλέον, η κόπωση που προκύπτει

από τις ακανόνιστες ώρες εργασίας και τις μακρές πτήσεις αναδείχθηκε ως

καθοριστικός παράγοντας επιρροής του άγχους. Τέλος, οργανωτικοί παράγοντες

όπως η έλλειψη συστημάτων υποστήριξης και η περιορισμένη πρόσβαση σε πόρους

ψυχικής υγείας εντοπίστηκαν ως επιπλέον συντελεστές που ενισχύουν τα επίπεδα

άγχους στους πιλότους.